Ελλάδα σε καθεστώς κανονικοποιημένης διαφθοράς
Μια χώρα ανάμεσα στην ευρωπαϊκή υπόσχεση και τον πειρασμό του «τραμπισμού»
Λέξεις: Ελένη Χατζηστέργου
Η Ελλάδα του 2026 δεν φλέγεται. Δεν καταρρέει θεαματικά. Δεν βρίσκεται σε έκρηξη. Βρίσκεται σε κάτι πιο ύπουλο: έχει συνηθίσει. Σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο χωρίς καμία ουσιαστική λογοδοσία. Κρίσεις αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακές εξαγγελίες αλλά όχι με δομικές αλλαγές. Ένα κράτος μοιάζει ταυτόχρονα αδύναμο όταν πρόκειται να προστατεύσει και υπερβολικά ισχυρό όταν πρόκειται να ελέγξει. Και μια κοινωνία ταλαντεύεται ανάμεσα στην οργή και στην πλήρη αποσύνθεση.
Η τραγωδία του δυστυχήματος των Τεμπών δεν υπήρξε μόνο ένα συγκλονιστικό έγκλημα. Ήταν η στιγμή που αποκαλύφθηκε, με τον πιο ωμό τρόπο, το πώς λειτουργεί η ελληνική κανονικότητα: ελλείψεις, πελατειακές σχέσεις, διάχυτη ανευθυνότητα και κατόπιν μια τεράστια προσπάθεια διαχείρισης της οργής. Δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργήσει θεσμικά. Είναι ότι έχει μάθει να λειτουργεί με το ελάχιστο δυνατό κόστος για την εξυπηρέτηση των ισχυρών.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται παντού.
Στην υγεία, υπό την Πολιτική ευθύνη του Άδωνι Γεωργιάδη, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από «μεταρρυθμίσεις» και «εξορθολογισμό», την ώρα που τα νοσοκομεία επιβιώνουν χάρη στην υπερεργασία και την αυταπάρνηση του ιατρικού προσωπικού. Τα γεγονότα στο Κρατικό Νίκαιας λειτούργησαν σαν μικρογραφία της συνολικής συνθήκης. Έχουμε ένα σύστημα υπό πίεση, εργαζόμενους σε οριακές συνθήκες και μια δημόσια αντιπαράθεση που κατέληξε πάλι σε δηλώσεις περί «απειλής», σε ευχαριστίες προς τις δυνάμεις καταστολής και σε επίκληση βίντεο ως τελικής αλήθειας. Η πολιτική της φροντίδας υποχώρησε μπροστά στην πολιτική της ασφάλειας του κόστους-οφέλους. Και αυτό ίσως είναι το πιο εύγλωττο σύμπτωμα της εποχής.
Στην εκπαίδευση, η εικόνα των ΜΑΤ μέσα στο ΑΠΘ δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο έντασης. Είναι συμβολική. Όταν το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως χώρος επιτήρησης και όχι ως χώρος ελευθερίας, το μήνυμα είναι σαφές. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για «τριπλές Πανελλαδικές» και Εθνικό απολυτήριο ενισχύει μια εκπαιδευτική κουλτούρα διαρκούς εξεταστικής πίεσης. Το σχολείο δεν γίνεται πεδίο γνώσης,· γίνεται μηχανισμός φιλτραρίσματος.
Στο προσφυγικό, οι νεκροί στη Χίος δεν σόκαραν για πολύ. Ενσωματώθηκαν σε έναν λόγο περί «ροών» και «ασφάλειας της Εθνικής Ταυτότητας». Η ανθρώπινη τραγωδία μετατρέπεται σε διοικητικό ζήτημα. Η μετατόπιση από τον ανθρωπισμό στην καταστολή δεν είναι τεχνική επιλογή. Είναι ιδεολογική.
Και ύστερα υπάρχουν τα σκάνδαλα που αντί ορισμένοι να λογοδοτούν και να απολογούνται,γελοιοποιούν τις διαδικασίες. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και το σκάνδαλο των υποκλοπών στην Ελλάδα δημιουργούν την αίσθηση ότι η λογοδοσία εξαντλείται στην επικοινωνιακή φθορά. Δεν προκύπτει η εικόνα μιας έκτακτης εκτροπής. Προκύπτει η εντύπωση μιας δομικής ανοχής στη διαφθορά.
Κι όμως, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι το κάθε γεγονός ξεχωριστά. Είναι η πολιτισμική κατεύθυνση που φαίνεται να διαμορφώνεται. Κι όλα αυτά δεν συμβαίνουν σε κενό. Το διεθνές περιβάλλον μοιάζει να μετακινείται ολοένα και περισσότερο προς μια κανονικοποίηση της σύγκρουσης. Οι επιθέσεις στο Ιράν και το συνολικό πολεμικό σκηνικό στη Μέση Ανατολή επιβεβαιώνουν ότι η γεωπολιτική σταθερότητα δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα· αποτελεί διακύβευμα. Σε έναν κόσμο όπου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις παρουσιάζονται ως «αναπόφευκτες» και οι πολεμικές εντάσεις εντάσσονται σε μια συνεχή ροή ειδήσεων, η βία μετατρέπεται σε φόντο.
Σε μια Ευρώπη που μετατοπίζεται δεξιότερα, που αντιμετωπίζει τη φτώχεια με «ευελιξία» και τις ανισότητες με στατιστικές, η Ελλάδα μοιάζει περισσότερο με σύμπτωμα παρά με εξαίρεση. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν υπόσχεται πια ευημερία. Υπόσχεται σταθερότητα μέσα στην επισφάλεια.
Μεταπολιτευτικά, η Ελλάδα αυτοπροσδιορίστηκε ως ευρωπαϊκή χώρα. Όχι μόνο γεωπολιτικά, αλλά αξιακά: Κράτος Δικαίου, Κοινωνικό Κράτος, Θεσμική Σοβαρότητα. Σήμερα, χωρίς να αμφισβητείται τυπικά η θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μοιάζει να απομακρύνεται από αυτή την υπόσχεση. Υιοθετείται σταδιακά μια πολιτική κουλτούρα πιο κοντά σε μια αμερικανοποιημένη εκδοχή προσωποκεντρικής εξουσίας.
Αυτό συμπεριλαμβάνει στοιχεία όπως: επικοινωνιακή υπεροχή αντί θεσμικής ευθύνης, έμφαση στην «τάξη» ως υπέρτατη αξία, καχυποψία προς τα δικαιώματα όταν αυτά συγκρούονται με το αφήγημα ασφάλειας και μια πολιτική που επενδύει στην πόλωση και όχι στη συναίνεση. Δεν πρόκειται για απλή μίμηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Μιλάμε για μια εγχώρια εκδοχή πολιτικής που θεωρεί την ευαισθησία στους θεσμούς αδυναμία, μετατρέπει την ισχύ σε θέαμα και υποκαθιστά τον κοινωνικό διάλογο με διαρκή σύγκρουση.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το κρίσιμο ερώτημα είναι αναπόφευκτο: πού βρίσκεται η Αριστερά;
Όχι ως εκλογικό μέγεθος, αλλά ως γλώσσα που μπορεί να περιγράψει τις ανάγκες και την ζωή της πλειοψηφίας. Η ιστορική της δύναμη δεν ήταν η καταγγελία. Ήταν η ικανότητα να μετατρέπει τον θυμό σε συλλογικό σχέδιο. Σήμερα, μοιάζει συχνά εγκλωβισμένη είτε σε διαχειριστική λογική είτε σε εσωστρεφή ανακύκλωση. Ίσως το πιο επικίνδυνο φαινόμενο δεν είναι η άνοδος της ακροδεξίας, είναι η απομάκρυνση της κοινωνίας από την ίδια την ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή της.
Η νέα γενιά δεν κουβαλά μεγάλες προσδοκίες. Μεγάλωσε μέσα σε κρίση, είδε την ελπίδα να μεταφράζεται σε συμβιβασμό, έμαθε να υπολογίζει την φυγή σε χώρα του εξωτερικού ως μονόδρομο. Η απογοήτευση δεν είναι προσωπική αποτυχία. Είναι κοινωνική κληρονομιά. Και όμως, κάθε μεγάλη τομή στην ελληνική ιστορία γεννήθηκε όταν η συλλογική αγανάκτηση μετατράπηκε σε πολιτικό αίτημα. Η ελληνική ταυτότητα δεν συγκροτήθηκε μόνο μέσα από μύθους και σύμβολα, αλλά μέσα από αγώνες για Δημόσια Παιδεία, για Δημοκρατία, για Κοινωνική Αξιοπρέπεια.
Αν σήμερα η χώρα μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην κυνική αποδοχή και στον επικοινωνιακό θόρυβο, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει χαθεί οριστικά η συλλογική της συνείδηση. Σημαίνει ότι βρίσκεται σε κρίση αυτοπροσδιορισμού.
Τι είναι, λοιπόν, η ελληνική ταυτότητα το 2026; Είναι μια κοινωνία φόβου και ιδιωτικής διάσωσης; Ή μια κοινωνία αλληλεγγύης και δημόσιας ευθύνης;
Η αλλαγή που απαιτείται δεν είναι απλώς κυβερνητική εναλλαγή. Είναι επανανοηματοδότηση του «δημόσιου». Είναι συλλογική ένωση απέναντι στην κανονικοποίηση της διαφθοράς. Γιατί όταν το «έτσι είναι τα πράγματα» ακούγεται πιο ρεαλιστικό από το «μπορούν να αλλάξουν», τότε η πολιτική παύει να είναι χώρος ελπίδας.
Αν κάτι χρειάζεται σήμερα δεν είναι άλλος θυμός. Είναι μια νέα γλώσσα δικαιοσύνης. Χωρίς αυταπάτες, χωρίς μεσσιανισμούς, χωρίς εύκολες ηθικές ανωτερότητες.
Γιατί αλλιώς, το 2027 θα είναι απλώς μια ακόμη εκλογική χρονιά σε μια χώρα που έμαθε να ζει με λιγότερα- και να απαιτεί ακόμη λιγότερα.
*H Ελένη Χατζηστέργου είναι δημοσιογράφος
