Ένα γελαστό κορίτσι που νίκησε τον καρκίνο
"Έχεις μέσα σου τον δικό σου ήλιο, αρκεί να τον ωθήσεις εσύ προς την ανατολή."
Πριν από περίπου έναν χρόνο, έμαθα πως ένας αγαπημένος μου άνθρωπος σε νεαρή ηλικία πάσχει από καρκίνο. Και ξεκινήσαμε παρέα ένα μεγάλο ταξίδι που για εμένα ήταν μόνο μάθημα της πηγαίας δύναμης που κρύβει ένα άτομο μέσα του.
Φόβος στην αρχή, γιατί η λέξη καρκίνος πάντα σε φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην απειλή του θανάτου, εφησυχασμός στην συνέχεια για την εύρεση θεραπείας, επισκεπτήρια στις κλινικές, βίντεοκλησεις τις μέρες που τα συμπτώματα των χημειοθεραπειών βομβάρδιζαν το σώμα, ηλίανθοι σε ανυποψίαστους χρόνους, πολλά επιτραπέζια, φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες από κάθε στιγμή του ταξιδιού αυτού, μικρές βόλτες με το αμάξι, λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν στα όσα χρόνια γνωριζόμαστε, πολλή αγάπη ακόμη περισσότερος αυτοσαρκασμός και όνειρα, άπειρα όνειρα για το τι θα γίνει όταν καταφέρουμε να νικήσουμε. Γιατί θα τον νικούσαμε πάση θυσία.
Όσο εμείς βρήκαμε την ρουτίνα μας και ανακαλύψαμε μαζί τι εστί καρκίνος, αρρώστησε ο παππούς μου και παππους του κοριτσιού, ένας άνδρας καλοστεκούμενος, που δεν μπορούσε να κάτσει στιγμή σε ένα μέρος, έκανε το ένα μερεμέτι πίσω απ’ το άλλο, σουρτούκευε κάθε μέρα σε όλη την Τούμπα, αλλά είχε ένα κακό πάθος, το τσιγάρο και μέσα σε λίγους μήνες, η μία μετάσταση διαδέχθηκε την άλλη και τελικά δεν τα κατάφερε, μας άφησε, όχι νωρίς όμως χορτασμένος στα 89 του χρόνια από την ζωή, όπως της άξιζε να είναι. Στην περίπτωση αυτή, η ασθένεια των κατασπάραξε, τον άφησε κουφάρι, αδυνατισμένο και ταλαιπωρημένο πολύ, από μία πραγματικά σύντομη μάχη. Στην άλλη περίπτωση όμως…
Ποτέ δεν έμαθα πως δεν έπεσε στιγμή, στην διάρκεια αυτής της διαδρομής πάντα ήταν με το χαμόγελο, ακόμη και τις ημέρες που υπέφερε από τον πόνο, ο καθένας από εμάς διαχειρίστηκε αυτό το ταξίδι με εντελώς διαφορετικό τρόπο, εκφράστηκε, γέλασε και πόνεσε σε εντελώς διαφορετικές φάσεις κοινή μας έγνοια όμως ήταν μία, να ζούμε την κάθε στιγμή στο έπακρο (γιατί καμιά φορά ξεχνάμε πως τίποτε δεν είναι δεδομένο και αφήνουμε την ζωή μας να κυλά σαν να ‘μαστε απλοί θεατές).
Αυτό που κρατάω όμως εγώ σφιχτά και που θα θυμάμαι για πάντα είναι η πίστη που δεν χάθηκε ποτέ, η πίστη που μας κρατούσε ενωμένους, του “δεν έγινε και κάτι, πάμε παρακάτω.” Εκείνο το καμπανάκι που χτυπήθηκε λυσσαλέα, στην τελευταία χημειοθεραπεία και η δίψα για ζωή που κύλησε ξανά σε όλα τα σώματα των ανθρώπων εκείνου του κοριτσιού που στάθηκαν δίπλα της. Και αν κάτι θέλω να κρατήσετε από την δική μας ιστορία, είναι πως αν εσείς είστε δίπλα από ένα άτομο που νοσεί, γίνεστε αυτόματα ο καθρέφτης του, το φως που ψάχνει να βρει τις στιγμές που έχει κλειστό στιγμιαία τον διακόπτη.
Της ζήτησα να μου γράψει όλα όσα δεν είχαμε πει τον τελευταίο χρόνο.
Έχεις μέσα σου τον δικό σου ήλιο, αρκεί να τον ωθήσεις εσύ προς την ανατολή
21 Νοεμβρίου 2024. Η ημερομηνία που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Πάνω κάτω ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες, μέχρι που γύρισα στο σπίτι και ένιωσα μια περίεργη ενόχληση πάνω δεξιά στο ισχίο μου. Μεσάνυχτα εκείνο το βράδυ ξύπνησα από τον πόνο. Ήταν πολύ έντονος και ενοχλητικός. Θυμάμαι ότι πήρα ένα ντεπόν και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ. Δεν περίμενα ποτέ ότι ένας πόνος θα με οδηγούσε σε τέτοια μονοπάτια. Κι όμως μου χτύπησε την πόρτα. Φυσικά δε σε ρωτάει. Απλά έρχεται. Συγκεκριμένα εγώ κοιμήθηκα και ξύπνησα με αυτό.
Ακολούθησαν 4 μήνες ταλαιπωρίας. Ο πόνος ήταν φρικτός, ανυπόφορος, οξύς και συνεχής. Το πόδι μου είχε σχεδόν παραλύσει, δεν μπορούσα να περπατήσω. Ο πόνος δεν ηρεμούσε με κανένα χάπι. Πήρα μέχρι και τραμαδόλη. Άλλαξα 3 γιατρούς μέχρι να μου βρουν τι έχω. Για καλή μου τύχη, βρέθηκε στο δρόμο μου ο κ. Μπουκοβίνας, ένας από τους κορυφαίους ογκολόγους στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τέλη Μαρτίου στο ραντεβού, μετά από βιοψία και pet scan, μάθαμε εμπεριστατωμένα τι είχα και τι έπρεπε να κάνω. “Μιλάμε για το σάρκωμα Ewing, έναν σπάνιο και επιθετικό καρκίνο» μου είπε. Ευτυχώς η νόσος ήταν εντοπισμένη χωρίς μεταστάσεις. Θυμάμαι ότι μετά από αυτούς τους μήνες ταλαιπωρίας, αντί να κλάψω, ανακουφίστηκα που είχα απέναντι μου έναν γιατρό, ο οποίος μου εξέθεσε λεπτομερώς το πρόβλημα και μου εξήγησε αναλυτικά τα βήματα που θα με οδηγούσαν -ελπίζαμε- στη λύση του. Έπρεπε να κάνω 6 χημειοθεραπείες , χειρουργείο για να αφαιρεθεί το τμήμα του οστού πάνω στο οποίο βρισκόταν το σάρκωμα, να αντικατασταθεί από μόσχευμα και τέλος άλλες 8 θεραπείες μετά το χειρουργείο. Το σχήμα μου ήταν εναλλασσόμενο. Έκανα 2 χημειοθεραπείες το μήνα, 1 ανά 15 μέρες. Την πρώτη φορά ήταν μονοήμερη η θεραπεία, τη δεύτερη φορά νοσηλευόμουν στην κλινική 5 μέρες και γινόταν χημειοθεραπεία κάθε μέρα αυτές τις 5 μέρες πολλές ώρες, μέχρι αργά το βράδυ. Οι 5 μέρες μετριούνταν σαν 1 θεραπεία από τις 14 που είχα στο σύνολο. Έπρεπε δηλαδή να ολοκληρώσω 7 μονοήμερα και 7 5ήμερα. Άκουγα «θα είναι μακρύς ο δρόμος και δύσκολος», αλλά δεν το άφηνα να καθορίζει τα συναισθήματα μου. Ένιωθα μια περίεργη σιγουριά, ένιωθα ότι, ό,τι και να έρθει, εγώ θα μπορέσω. Δεν υποτίμησα στιγμή το μέγεθος του προβλήματος, αλλά παράλληλα είχα πίστη στον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου.
Αρχές Απριλίου. Ξεκινήσαμε άμεσα. Το είχα χωρίσει στο μυαλό μου σε 3 στάδια. Το πρώτο ήταν οι πρώτες 6, το δεύτερο ήταν το χειρουργείο και το τρίτο οι άλλες 8. Το καθένα είχε τη δική του δυσκολία. Το πρώτο στάδιο περιελάμβανε το κομμάτι της προσαρμογής, τόσο οργανικά όσο και εξωτερικά. Έπρεπε ο οργανισμός μου να δεχτεί τα φάρμακα, να δούμε πως θα ανταποκριθεί και δυσκολεύτηκα πολύ στην αρχή, δε θα το κρύψω. Η πιο δύσκολη θεραπεία ήταν προφανώς η πρώτη, όμως από την ίδια κιόλας μέρα, αυτός ο ανυπόφορος πόνος τόσων μηνών είχε απλά εξαφανιστεί. Αναγούλες, εμετοί, ανορεξία, εσωτερικά καψίματα στο κεφάλι, τα αυτιά, τα δόντια λες και έρεε λάβα μέσα μου, πονοκέφαλοι, κόπωση, αδυναμία, γεύση φαρμάκων στο στόμα είναι τα κυριότερα συμπτώματα που είχα όλους αυτούς τους μήνες και συνήθως κρατούσαν 4-5 μέρες. Εντελώς καλά ένιωθα στις 7-8 μέρες. Ευτυχώς μπόρεσα και βρήκα τα κουμπιά μου σταδιακά, ώστε να τα διαχειρίζομαι όλα, όσο γινόταν δηλαδή.
Σε δεύτερο χρόνο είχα να αντιμετωπίσω το θέμα της εξωτερικής εμφάνισης και είχα την περιέργεια να δω πως θα είμαι, πως θα νιώσω. Η αλήθεια είναι ότι τελικά αισθανόμουν πολύ άνετα βλέποντας με άτριχη. Ήμουν σαν μωρό. Σκεφτόμουν ότι πρόκειται για… τρίχες. «Δεν πειράζει, θα ξαναβγούν» έλεγα. Κυρίως, όμως, αισθανόμουν άνετα, γιατί δεν υπήρξε στιγμή που να ένιωσα άρρωστη, κοιτάζοντας τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Και αυτό θεωρώ ότι είναι το σημαντικότερο. Ένα από τα χειρότερα πράγματα για εμένα είναι να λυπάσαι κάποιον κι εγώ δεν άφησα ποτέ σε κανέναν το περιθώριο να με αντιμετωπίσει με λύπηση ή οίκτο. Δεν το επέτρεψα ποτέ.
Το δεύτερο στάδιο, αυτό του χειρουργείου, είχε τις δικές του αντιξοότητες. Θυμάμαι μια μέρα πριν την επέμβαση, ήμουν έξω μέχρι αργά με τις φίλες μου. Τα συναισθήματα μου ήταν ανάμεικτα. Δεν αγχωνόμουν, ένιωθα μια περίεργη συγκίνηση. Πριν ξαπλώσω να κοιμηθώ, κοιτούσα το πόδι μου και σκεφτόμουν ότι μέσα σε λίγες ώρες, όσα δεδομένα είχαμε μέχρι τότε, θα άλλαζαν. Και όντως άλλαξαν, δόξα τω Θεώ προς το καλύτερο. Το χειρουργείο ήταν πολύωρο και δύσκολο. Χάρη στον γιατρό μου, τον κ. Σαμολαδά, και την ομάδα του, είχαμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Ακολούθησαν μήνες δύσκολοι, τον πρώτο καιρό είχα σχεδόν καθηλωθεί στο κρεβάτι. Παρόλα αυτά, πάλι βρήκαμε τον τρόπο και τους κάναμε να περάσουν όσο πιο ευχάριστα γινόταν. 2 φίλες μου συγκεκριμένα που μέναμε κοντά έρχονταν κάθε μέρα στο σπίτι μου εκείνο το διάστημα. Είχα σταματήσει τις χημειοθεραπείες για λίγο καιρό, προκειμένου να αναρρωσω από το πολύπλοκο αυτό χειρουργείο. Θυμάμαι ότι διακωμωδούσα πολύ την κατάσταση. Έλεγα «είμαι 23 χρονών καραφλή, κουτσή, χρησιμοποιώ π και είμαι στην κλιμακτήριο». Είχε κοπεί και η περίοδος από τις θεραπείες. Αυτοσαρκαζόμουν. Ή πολλές φορές όταν φυσούσε, κάναμε πλάκα μη μου φύγει η περούκα και γίνει η αποκάλυψις. Παράλληλα, για να είμαι ειλικρινής, υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν «έχω που έχω τις χημειοθεραπείες που είναι από μόνες τους όπως είναι, έπρεπε να έχω και αυτό το χειρουργείο;». Ωστόσο, πάλι κατέληγα μέσα μου στο ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Δεν γκρίνιαξα ποτέ φωναχτά -όσο κι αν απορούσα μέσα μου για κάποια πράγματα- γιατί ακόμα και τότε σκεφτόμουν ότι μπορεί αυτό που βίωνα να ήταν τραγικό , αλλά κάπου στον κόσμο μπορεί να υπάρχουν και τραγικότερα. Το άφηνα εκεί.
Το τρίτο και τελευταίο στάδιο, αυτό των 8 χημειοθεραπειών, πίστευα στην αρχή ότι θα ήταν το λίγο πιο εύκολο, αφού θα είχαν περάσει τα προηγούμενα 2. Παρόλα αυτά, πάλι ζορίστηκα για διαφορετικούς λόγους. Έπρεπε να ξεκινήσω φυσικοθεραπείες και, ενώ προσπαθούσα να ενδυναμώσω τους μύες μετά το χειρουργείο, έρχονταν οι χημειοθεραπείες και μου έκαιγαν τη μυική μάζα. Επομένως, ο,τι προσπαθούσα να χτίσω, σχεδόν γκρεμιζόταν. Ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινα τόσο πολύ τη φράση «υπομονή και κουράγιο». Πάντα την έλεγα λίγο μηχανικά, λίγο αυτόματα. Τότε σκεφτόμουν ότι για να μπορέσω να περπατήσω ξανά χρειάζεται όντως υπομονή … και κουράγιο. Μήνες, πολλούς μήνες. Και ακόμα και τώρα, 6,5 μήνες μετά την επέμβαση, δεν περπατάω χωρίς πατερίτσα. Και πίστευα ότι ως άνθρωπος δεν είχα καθόλου υπομονή και μάλιστα το έβαζα και πάνω πάνω στη λίστα με τα όσα αρνητικά μου. Φυσικά αυτό ανετράπη, όταν μου ήρθε αυτό το πρόβλημα και εκεί κατάλαβα πόσο δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Ήξερα ότι έχω δρόμο μπροστά μου και μετά από κάθε βήμα ήξερα ότι έπρεπε να κάνω κι άλλη υπομονή, κι άλλη υπομονή, κι άλλη υπομονή. Κατάλαβα με κάθε έννοια τι θα πει να κάνω υπομονή. Υπομονή χωρίς γκρίνια ή μιζέρια. Το κατάφερνα.
Δεκέμβριος 2025. Τελευταία θεραπεία, είχα χάσει ολοκληρωτικά το χρώμα μου, ήμουν πιο χλωμή από ποτέ. Χρειάστηκε για πρώτη φορά να μεταγγιστώ. Όλα πήγαν καλά. Έφτασε η μέρα που περιμέναμε όλοι από τον Απρίλιο που ξεκίνησα, αυτή η τελευταία μέρα του τελευταίου 5ημέρου, μια μέρα που ήταν γιορτή για όλους. Είχαμε κανονίσει το βράδυ που θα τελείωνα να μαζευτούμε στην κλινική για να χτυπήσω το καμπανάκι και να βγούμε όλοι μαζί νικητές. Ήρθαν, ήταν εκεί βουβοί και συγκινημένοι. Σωματικά ήμουν τόσο εξαντλημένη που μετά βίας στεκόμουν, αλλά η ψυχολογία μου ήταν τόσο ψηλά βλέποντας τους όλους μαζί, που δε σκεφτόμουν τίποτα άλλο. Ήταν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στα 23 μου χρόνια, αν όχι η σημαντικότερη. Μια μέρα που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω. Τα κατάφερα. Νίκησα. Αυτό ήταν.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι από τα άτομα που φανέρωσαν στον κόσμο το πρόβλημα τους, δεν ένιωσα την ανάγκη να διατυμπανίσω τίποτα. Επέλεξα να το μοιραστώ με τους δικούς μου ανθρώπους, δεν ήθελα να το εξωτερικεύσω. Ένας από τους λόγους ήταν η σκέψη μου ότι, αν μαθευόταν, αυτόματα ίσως γινόμουν «ο καρκίνος που έχει η ******». Αλλά δεν είσαι ο καρκίνος, είσαι η ****** και ο/η κάθε ****** που φιλοξενεί κάτι παροδικά , το οποίο προσπαθεί και παλεύει με όλη τη δύναμη να διώξει. Είσαι πολλά περισσότερα από μια αλλοπρόσαλλη μετάλλαξη. Ήθελα, αν κάποια στιγμή μαθευόταν, να είμαι η απόδειξη ότι μπορείς να συνεχίσεις να ζεις σε μεγάλο βαθμό όπως πριν, ακόμα κ αν περνάς κάτι τέτοιο. Δε με αλλοίωσε αυτό το πράγμα, δε με συνέτριψε και μπορούσα να ζω σχεδόν κανονικά, όπως όλοι, με τους όποιους περιορισμούς φυσικά, γιατί αντικειμενικά είχα πολύ απαιτητικό σχήμα. Ήταν δύσκολο. Θυμάμαι ότι οσο κυλούσε το 5ημερο , τόσο περισσότερο αποδυναμωνόμουν. Έπαιρνα 3 λίτρα φάρμακα τη μέρα, 15 συνολικά σε κάθε 5ημερο. Παρόλα αυτά, δεν είπα ποτέ «γιατί σε μένα». Δεν τολμάω να το πω, μακάρι ποτέ σε κανέναν. Ακόμη θεωρώ ότι ήρθε για κάποιο λόγο και ότι το καθετί γίνεται για κάποιο λόγο. Δεν μπορείς πάντα να πάρεις απαντήσεις για αυτά που σου συμβαίνουν και ίσως δε χρειάζεται κιόλας. Η ίσως το καταλάβεις αργότερα. Μπορεί υποσυνείδητα όσο περνάει ο καιρός και συνηθίζεις αυτήν την κατάσταση, να νιώθεις ότι θα είσαι για πάντα έτσι, όμως μόλις σκεφτείς ότι είναι μια δοκιμασία που σε κάποιους μήνες (καλώς εχόντων των πραγμάτων) θα τελειώσει, αυτή η χαρά δεν περιγράφεται με τίποτα εκείνα τα δευτερόλεπτα. Είσαι δέσμιος της κατάστασης, είναι αλήθεια αυτό. Αλλά η σκέψη ότι αγωνίζεσαι για να ανακτήσεις την υγεία σου και τον έλεγχο της ζωής σου, είναι αρκετή. Υπέρ αρκετή.
Κατάφερα να το κόψω και να το ράψω στα μέτρα μου, ώστε να φαντάζει στα μάτια μου σαν ακόμη ένα «καθημερινό», «νορμαλ» πρόβλημα που θα μπορούσα να έχω. Έτσι απαίτησα να το διαχειριστούμε οικογενειακώς εξ αρχής. Ήθελα ως επί το πλείστον να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι και πριν. Και έτσι έγινε, αν εξαιρέσουμε τις ημέρες των θεραπειών. Αλήθεια πιστεύω ότι είναι ζήτημα προσέγγισης και επιλογής το πώς θα διαχειριστείς κάτι τέτοιο. Σίγουρα χρειάζεται καλή ψυχολογία, η ψυχολογία είναι η μισή θεραπεία. Βέβαια θεωρώ ότι ως έναν βαθμό αφορά και λίγο την ιδιοσυγκρασία του ατόμου και το πως έχει μάθει να ζει και να αντιμετωπίζει καταστάσεις. Εγώ ήμουν πάντα πολύ θετικός άνθρωπος, πάντα χαμογελαστή και χαρούμενη. Τα αντιμετώπιζα και πριν όλα όσο πιο αισιόδοξα μπορούσα , αλλά έτσι μου έβγαινε. Έτσι συνήθισα. Έτσι μεγάλωσα. Προφανώς σε όλο αυτό το διάστημα υπήρχαν φορές που έπεφτα, αδιαμφισβήτητα. Εννοείται ότι δεν είμαι άτρωτη ούτε συναισθηματικά ούτε σωματικά, αλλά εκεί πρέπει να βρεις το κάτι που θα σε τραβήξει ξανά στην επιφάνεια. Ό,τι κ αν είναι αυτό. Για μένα αυτό το κάτι ήταν η ζωή μου πριν και οι δικοί μου άνθρωποι συνδυαστικά με το πόσο πολύ πίστευαν σε εμένα. Φυσικά και δε θα ήταν τίποτα ίδιο χωρίς αυτούς, τίποτα ίδιο χωρίς την οικογένεια μου και τους ανθρώπους μου. Μου λέγανε «είσαι πολύ δυνατή, πώς βρίσκεις όλη αυτήν την δύναμη και παραμένεις τόσο ευδιάθετη;» Κι όμως, μπορεί εγώ να είχα συνειδητοποιήσει την κατάσταση, να πατούσα γερά στα πόδια μου και να βρήκα μέσα μου δύναμη που μπορεί ούτε εγώ η ίδια να μην ήξερα ότι έχω, αλλά σε όλο αυτό συνέβαλαν σε πολύ μεγάλο βαθμό και εκείνοι. Ανάμεσα στις θεραπείες, από τη μέρα που συνερχόμουν από τα συμπτώματα μέχρι ακριβώς μια μέρα πριν την επόμενη θεραπεία, φρόντιζα όλες αυτές οι μέρες να είναι γεμάτες, παρόλο που δεν ήταν και πολλές, γιατί μέχρι να συνέλθω, έπρεπε να ξαναπάω στην κλινική. Έβλεπα σειρές, διάβαζα για τη σχολή μου και μάλιστα κατάφερα να περάσω τα 2 από τα 4 μαθήματα που είχα για το πτυχίο, ζωγράφιζα σε καμβάδες, έκανα παζλ, μερικά κολιέ, πάντα απασχολούσα τον εαυτό μου όπως μπορούσα. Και όταν δεν τον απασχολούσα εγώ, ήταν εκείνοι εκεί για μένα, ο καθένας με τον τρόπο του. Μονοήμερες ή διήμερες εκδρομές, θέατρα, σινεμά, λουτρά, θάλασσες, βιντεοκλήσεις, πάρτυ με κάθε μέτρο προστασίας. Το ήθελαν, το ένιωθαν, γίναμε όλοι ένα. Δεν υπολόγιζαν χιλιόμετρα, δεν υπολόγιζαν κούραση, ήμουν η προτεραιότητα τους. Και σε όλα αυτά έρχεται να κουμπώσει η συμβολή της γιατρού μου, η οποία είναι στην ομάδα του κ. Μπουκοβινα και είχαμε πιο άμεση επικοινωνία. Είναι πολλά παραπάνω από μια γιατρός για μένα. Έγινε η δική μου Superhero, ο άνθρωπος που δε με άφησε ποτέ μόνη μου με τις ανησυχίες μου. Γελούσαμε πάντα όταν ερχόταν στο δωμάτιο να με δει, ήταν πάντα εκεί για εμένα, ακόμα και όταν χρειαζόταν να ταξιδέψει για κάποιες μέρες εκτός Ελλάδας. Και μαζί με εκείνη, δε θα ξεχάσω ποτέ το νοσηλευτικό προσωπικό των κλινικών στις οποίες νοσηλεύτηκα. Με έβγαζαν από το δωμάτιο να τους κάνω παρέα έξω όταν δεν είχαν πολλή δουλειά. Υπήρχαν φορές που τα φάρμακα με διέλυαν, κοιτούσα αλλά δεν έβλεπα, ήμουν χαμένη, αλλά τα κορίτσια της κλινικής έβρισκαν πάντα λίγο χρόνο να έρχονται να με εμψυχώνουν και να μου φτιάχνουν τη διάθεση. Ένιωθα γενικά ότι ο καθένας έβαζε το δικό του κομμάτι και έτσι μου έκαναν το τέλειο παζλ. Και κοντά σ’ αυτά, το τελευταίο πράγμα που θα περίμενα , θα ήταν να ξεκινήσει κάτι ιδιαίτερο με έναν άνθρωπο, ο οποίος με είδε την πρώτη μέρα να γελάω σε ένα από τα δωμάτια της κλινικής και σκέφτηκε “εγώ αυτό το κορίτσι θέλω να το γνωρίσω”. Και τα κατάφερε, με γνώρισε και εδώ και σχεδόν 9 μήνες είναι δίπλα μου και μου στέκεται όπως οι φίλοι μου και η οικογένεια μου. Είναι ο άνθρωπος που μπορεί πρακτικά να με καταλάβει λίγο παραπάνω, καθώς είχε νοσήσει κι εκείνος στο παρελθόν. Άκουσε την ιστορία μου και θέλησε να μπει σ’ αυτήν. Τίποτα δεν αποκλείεται τελικά.
Νομίζω ότι ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει ότι κάποια στιγμή μπορεί να του έρθει κάτι τέτοιο. Στο άκουσμα της είδησης ότι κάποιος νοσεί, όλων τα στομάχια σφίγγονται. Είμαι σίγουρη ότι όλοι συμπονούν, όμως το μυαλό ενός υγιούς ανθρώπου δεν μπορεί να δεχτεί ότι κάποια στιγμή μπορεί να χάσει την υγεία του. Του πέφτει πολύ, υποσυνείδητα θεωρεί δεδομένο ότι θα είναι πάντα καλά. Σίγουρα εγώ δε θεωρούσα την υγεία μου δεδομένη. Απλώς είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχω καπνίσει ποτέ, δεν πίνω συχνά, κοιμάμαι καλά, κάνω καλή διατροφή, γυμναζόμουν όποτε έβρισκα χρόνο, περπατούσα πολύ σε καθημερινή βάση, η ψυχική μου υγεία ήταν επίσης καλή και όντως πίστευα ότι όλα αυτά ήταν αρκετά για να με κρατάνε μακριά από κάτι τέτοιο. Αλλά να που υπάρχουν και οι περιπτώσεις που «δεν υπάρχει κάποιος λόγος που εμφανίστηκε σε εσένα και όχι σε κάποιον άλλον 23 χρόνο», όπως μου είπε ο γιατρός μου. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν υπάρχει η σωστή ενημέρωση γύρω από τον καρκίνο και αυτό είναι στενάχωρο και άδικο. Στο μυαλό όλων η λέξη έχει καταλήξει να είναι συνυφασμένη με τον θάνατο ή την καταστροφή και κανείς δεν στέκεται στο ότι μπορείς σε μεγάλο βαθμό να προσαρμόσεις αυτήν τη νέα συνθήκη στην καθημερινότητά σου. Αλήθεια γίνεται. Το εγγυώμαι.
Είναι τεράστια ειρωνεία ότι ο καρκίνος ήταν ο πυρήνας αυτής της κατάστασης και όλα όσα μου έφερε κατ’ επέκταση ήταν μόνο θετικά. Το 2025 για μένα ήταν μια σημαδιακή και επίπονη χρονιά. Περνούσα δύσκολα, αλλά παρέμενα χαρούμενη. Δεν άφηνα τίποτα να μου χαλάσει αυτό που έχτιζα κάθε μέρα. Ήθελα να είμαι όσο καλύτερα γινόταν, προκειμένου να μπορέσω να διεκπεραιώσω αυτόν τον μακρύ αγώνα. Γιατί όταν αγαπάς τον εαυτό σου, θέλεις να τον βλέπεις στα καλύτερα δυνατά επίπεδα, ακόμα και αν βρίσκεται ξαφνικά σε μια τέτοια κατάσταση. Γνώρισα τόσα άτομα μέσα σε όλο αυτό το ταξίδι και δέχτηκα τόση πολλή αγάπη που στο τέλος με έκαναν να σκεφτώ ότι ίσως και να άξιζε κάπως αυτό που πέρασα. Κέρδισα υπέροχους ανθρώπους και βίωσα συναισθήματα που με έκαναν να καταλάβω πόσο ανεκτίμητα είναι κάποια πράγματα. Εκ πείρας πια μπορώ να πω ότι πάντα μπορούμε να ανοίξουμε την κουρτίνα για λίγο φως, ακόμα και αν νιώσουμε ότι όλα φαντάζουν σκοτεινά και μαύρα. Έχεις μέσα σου τον δικό σου ήλιο, αρκεί να τον ωθήσεις εσύ προς την ανατολή.
