Ένα ποτό
H Αναστασία Ρίζου γράφει για τις υποχωρήσεις στις παρέες
Λέξεις: Αναστασία Ρίζου
Έχουμε μάθει να λέμε ότι «οι παρέες θέλουν υποχωρήσεις».
Αυτό που δεν λέμε είναι πόσες από αυτές τις υποχωρήσεις δεν είναι συμβιβασμοί, αλλά μικρές αυτο-ακυρώσεις.
Σε μια κοινωνία που φοβάται τη διαφωνία, η σιωπή συχνά βαφτίζεται ευγένεια και η προσαρμοστικότητα παρουσιάζεται ως αρετή. Μέχρι τη στιγμή που συνειδητοποιείς ότι, για να ανήκεις, έχεις σταματήσει να υπάρχεις.
Για εμένα, αυτή η συνειδητοποίηση ήρθε ένα βράδυ, με ένα ποτό στο χέρι.
Το ιδανικό μου βράδυ είναι απλό: Ένα ποτό. Ήσυχη μουσική. Και άνθρωποι που μιλάνε. Όχι που φωνάζουν για να ακουστούν. Που μιλάνε.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν είμαι μόνη μου στον κόσμο.
Η παρέα μου αγαπάει τα μπουζούκια. Δυνατή μουσική, θόρυβος, λουλούδια, επίδειξη. Ακριβά ρούχα, ακριβοί λογαριασμοί. Ένα είδος διασκέδασης που για πολλούς είναι συνώνυμο της χαράς.
Για εμένα, όχι.
Όχι επειδή δεν μου αρέσει η διασκέδαση.
Αλλά γιατί εκεί μέσα δεν ακούω. Δεν μιλάω. Δεν υπάρχω.
Κάθε φορά το ίδιο σενάριο.
«Πάμε μπουζούκια!»
«Έλα, θα περάσουμε τέλεια!»
«Μια φορά βγαίνουμε όλοι μαζί!»
Και μέσα μου ξεκινάει ο εσωτερικός καβγάς.
«Δεν αντέχεις.»
«Μην είσαι δύσκολη.»
«Μη χαλάσεις το κέφι.»
Και τι κάνω;
Πηγαίνω.
Ντύνομαι.
Πληρώνω.
Χαμογελάω.
Και μέσα μου… μικραίνω.
Για πολύ καιρό πίστευα ότι η σύγκρουση ήταν με την παρέα μου. Στην πραγματικότητα, όμως, η σύγκρουση ήταν αλλού. Ήταν με τον εαυτό μου.
Από τη μία, ήθελα σύνδεση. Από την άλλη, πρόδιδα αυτό που είμαι.
Κάθε φορά που «τραβιόμουν» να πάω, κάτι μέσα μου ψιθύριζε: «Πάλι δεν σε διάλεξες».
Θυμάμαι μια συγκεκριμένη βραδιά. Μπουζούκια. Φασαρία. Μουσική τόσο δυνατή που τη νιώθεις στο στομάχι σου. Κοιτάζω γύρω μου. Όλοι χαρούμενοι. Κι εγώ να σκέφτομαι: «Τι κάνω εδώ μέσα;»
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι οδυνηρό. Δεν με πίεσαν εκείνοι. Εγώ δεν μίλησα.
Φοβήθηκα να μη φανώ ξενέρωτη. Να μη χαλάσω το κλίμα. Να μη με απορρίψουν.
Και αυτό δεν είναι ειρήνη. Είναι σύγκρουση που καταπίνεται.
Εκεί κατάλαβα και κάτι ακόμα: δεν ήμουν ευγενική. Ήμουν σιωπηλά συμμορφωμένη. Το έλεγα προσαρμοστικότητα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν αυτο-ακύρωση.
Δεν ένιωσα θυμό. Ένιωσα ντροπή.
Γιατί είχα θυσιάσει την ουσία για να κρατήσω την εικόνα.
Κάπου εκεί, κάτι άλλαξε. Όχι δραματικά. Όχι ηρωικά.
Την επόμενη φορά που ακούστηκε το γνώριμο «μπουζούκια!», πήρα ανάσα και είπα απλά:
«Παιδιά, εγώ δεν περνάω καλά εκεί. Θα προτιμούσα ένα ήσυχο μπαράκι. Ένα ποτό. Να μιλήσουμε.»
Δεν επιτέθηκα.
Δεν δικαιολογήθηκα.
Δεν απολογήθηκα.
Απλώς είπα την αλήθεια μου.
Και ξέρετε τι έγινε;
Κάποιοι είπαν «ΟΚ, πάμε μπουζούκια».
Κάποιοι άλλοι είπαν «Ξέρεις κάτι; Κι εγώ το ίδιο νιώθω».
Και έτσι δόθηκε η λύση.
Όχι γιατί συμφωνήσαμε όλοι.
Αλλά γιατί σεβαστήκαμε τη διαφορά.
Από τότε έμαθα κάτι πολύ σημαντικό για τις συγκρούσεις. Δεν λύνονται όταν κάνεις πίσω. Λύνονται όταν μιλάς. Νωρίς. Ήρεμα. Χωρίς να ζητάς συγγνώμη για το ποιος είσαι.
Και ναι, μερικές φορές πηγαίνω ακόμα στα μπουζούκια. Αλλά άλλες φορές κάθομαι σε ένα ήσυχο μπαράκι. Με ένα ποτό. Και ουσία.
Γιατί η μεγαλύτερη σύγκρουση που έλυσα δεν ήταν με την παρέα μου. Ήταν με τον εαυτό μου.
Και από τότε, κάθε φορά που μιλάω αντί να τραβιέμαι, φεύγω πιο γεμάτη.
Αν δυσκολεύεστε να μιλήσετε, δοκιμάστε μια απλή φράση: «Για να είμαι ειλικρινής, εγώ δεν περνάω καλά έτσι.»
Όχι επίθεση.
Όχι δικαιολογία.
Μόνο αλήθεια.
Γιατί τελικά, η επίλυση διαφορών δεν είναι να διαλέγουμε όλοι το ίδιο μαγαζί. Είναι να χωράμε στο ίδιο τραπέζι χωρίς να μικραίνουμε τον εαυτό μας.
