Ferto, αυθεντικότητα και η Ελλάδα που δεν ξέρει τι θέλει να ακούγεται
Πίσω από τις αντιδράσεις κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «ελληνική μουσική»; Και κυρίως: σε ποια εποχή αναφερόμαστε; - Γράφει ο Αργύρης Κοκόρης
Λέξεις: Αργύρης Κόκορης
Κάθε φορά που η Ελλάδα στέλνει κάτι στη Eurovision, ξεσπάει η ίδια κουβέντα: «Πιάσαμε πάτο», «Δε μας εκπροσωπεί», «Πού είναι η μουσική μας παράδοση;». Φέτος, με τον Akylas και το «Ferto», ο διχασμός χτύπησε κόκκινο.
Ομοφοβικό μίσος, θαυμασμός, αηδία, ενθουσιασμός, όλα μαζί. Αλλά πίσω από τις αντιδράσεις κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε «ελληνική μουσική»; Και κυρίως: σε ποια εποχή αναφερόμαστε;
Στο 1850 που οι Επτανήσιοι «εξευγένιζαν» τα δημοτικά για να γίνουν αποδεκτά στα σαλόνια; Στα 1936-37 που η δικτατορία Μεταξά λογοκρίνει και απαγορεύει τα ρεμπέτικα ως «ξενόφερτα» και «τουρκοειδή»; Στα ’60 που ο Καζαντζίδης ήταν «κλαψιάρης» και «αγροίκος» για τους αστούς μορφωμένους; Στα ’80 που τα σκυλάδικα ήταν «ντροπή» για τη μορφωμένη Ελλάδα; Η «αυθεντική παράδοση» που επικαλούμαστε ήταν πάντα ενδεχομένως η «ντροπή» κάποιας προηγούμενης γενιάς.
Η αλήθεια είναι πως η ελληνική μουσική ιστορία δεν είναι μια ιστορία συνέχειας, είναι μια ιστορία μόνιμης σύγκρουσης για το τι «μετράει» ως αυθεντικό. Κάθε εποχή κατασκευάζει μια χρυσή εποχή τοποθετημένη πάντα μία ή δύο γενιές πιο πίσω, πάντα αρκετά μακριά ώστε η μνήμη να έχει σβήσει τις κοινωνικές εντάσεις που τη συνόδευαν. Τα ρεμπέτικα ήταν «δυσώδης μουσικός οχετός» για τους κριτικούς του Μεσοπολέμου, πριν γίνουν Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της UNESCO το 2017. Τον Τσιτσάνη τον «σνόμπαραν» και τον πολεμούσαν, όπως ο ίδιος ομολόγησε, πριν γίνει εθνικός θησαυρός. Σήμερα, η ίδια λογική αποκαλεί το «Ferto» πολιτιστική κατάπτωση, χωρίς να αναρωτιέται αν ίσως βλέπουμε απλώς τη ζωντανή δημιουργία ενός νέου στρώματος πολιτισμού, όπως συνέβαινε πάντα.
Τώρα, ας μιλήσουμε για τους στίχους. Πολλοί τους διαβάζουν ως «ναρκισσιστικό flex»: ρολόγια, γιοτ, sashimi, επίδειξη πλούτου. Αλλά αυτή η ανάγνωση αγνοεί πώς λειτουργεί η αφήγηση υλικότητας στη δημοφιλή μουσική, και μάλιστα αγνοεί κάτι πολύ ελληνικό. Ο ρεμπέτης μάγκας τι έκανε; Επιδεικνυόταν, χόρευε, καπνίζοντας ναργιλέ μέσα στη φτώχεια του. Ο Akylas κάνει ακριβώς αυτό, αντεστραμμένα: μεγάλωσε χωρίς χρήματα, με άρρωστο πατέρα, η μητέρα του δούλευε μετανάστρια. Και τραγουδάει «θα φέρω», «θα πάρω πίσω όλα αυτά που μας στέρησαν». Δεν είναι ύμνος στον υλισμό. Είναι μια φαντασίωση αποκατάστασης, η ίδια «εκδίκηση μέσα από υπερβολή» που κάνει η rap κουλτούρα εδώ και τριάντα χρόνια, ριζωμένη στην τάξη και τη στέρηση.
Η Eurovision δεν είναι φεστιβάλ εθνικής κληρονομιάς, είναι pop culture arena με δική της γραμματική. Χρειάζεται hook που κολλάει σε 3 δευτερόλεπτα, σωματικότητα, «otherness» που σε κάνει να σταματήσεις, και ταυτόχρονα αρκετή οικουμενικότητα ώστε να γίνει κατανοητό χωρίς μετάφραση. Η δημοφιλής κουλτούρα (pop culture) λειτουργεί με εντελώς διαφορετικό σύστημα αξιών από την παραδοσιακή: η αξία μετριέται σε σωματική ανταπόκριση, μνημονική κόλληση, ικανότητα να λειτουργεί ως κοινωνικό νόμισμα. Ένα τραγούδι μπορεί να είναι ταυτόχρονα party anthem ΚΑΙ κοινωνικό σχόλιο. Δεν είναι αντίφαση, είναι ακριβώς η δυναμική του pop.
Στην ουσία, αυτό που πραγματικά κρύβεται πίσω από το «δε μας εκπροσωπεί» δεν είναι μουσικό ζήτημα. Είναι η μόνιμη ένταση μιας κοινωνίας ανάμεσα σε δύο εικόνες: «είμαστε κληρονόμοι αρχαίας ανώτερης παράδοσης» και «είμαστε σύγχρονη χώρα στον παγκόσμιο πολιτισμό».
Η Eurovision ενεργοποιεί αυτή τη σύγκρουση γιατί είναι στιγμή δημόσιας αυτοπαρουσίασης, τι πρόσωπο δείχνουμε στην Ευρώπη.
Αλλά ίσως η πιο τίμια απάντηση είναι: η Ελλάδα δεν χρειάζεται να διαλέξει. Μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο Θεοδωράκης ΚΑΙ ο Akylas, ακριβώς όπως ήταν πάντα ταυτόχρονα ο Καλομοίρης ΚΑΙ ο Βαμβακάρης, ο Σαββόπουλος ΚΑΙ τα σκυλάδικα.
Η μουσική πολιτιστική ταυτότητα δεν είναι μουσείο, είναι ζωντανός οργανισμός, και κάθε φορά που προσπαθούμε να τη βάλουμε σε βιτρίνα, χάνουμε ακριβώς αυτό που τη κάνει ζωντανή.
*Ο Αργύρης Κόκορης είναι Δρ. Εθνομουσικολογίας και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας, ΑΠΘ


