Γιατί να διαβάσουμε τα διηγήματα του Γασσάν Καναφάνι
Ο Καναφάνι (1936-1972) ήταν παλαιστίνιος συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και δημοσιογράφος
H πρόσφατη κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του Γασσάν Καναφάνι (2025) «Διηγήματα από τη γη των πικραμένων πορτοκαλιών» φωτίζει τα δραματικά γεγονότα στη Γάζα και το Ισραήλ. Η έκδοση εμπλουτίζει το σώμα των κειμένων αραβικής λογοτεχνίας που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και αποδίδει με μια αίσθηση βαθιάς ανθρωπιάς τις ιστορικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή στις δεκαετίες του 1940 – 1970. Το βιβλίο του Καναφάνι, που κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Σάλτο (σειρά Κάλλιστος) της πόλης μας, μεταφράστηκε από τον Νασίμ Αλάτρα. Περιέχει 20 διηγήματα που γράφτηκαν την περίοδο 1956 – 1962.
Ο Καναφάνι (1936-1972) ήταν παλαιστίνιος συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας και δημοσιογράφος. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξε ηγετικό στέλεχος του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP). Δολοφονήθηκε από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών του Ισραήλ το 1972. Μαζί με τον Μαχμούντ Νταρουίς θεωρούνται οι πλέον σημαντικοί παλαιστίνιοι μεταπολεμικοί λογοτέχνες του 20ου αιώνα.
Η ανάγνωση των διηγημάτων του Καναφάνι, όπως και η κάθε συζήτηση περί της παλαιστινιακής λογοτεχνίας, συνιστούν πλέον πολιτική πράξη. Είναι αδύνατο να βιώσουμε ένα λογοτεχνικό έργο έξω από το ιστορικό πλαίσιο που γράφτηκε, ούτε έξω από το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου γίνεται η ανάγνωσή του. Ανέκαθεν βέβαια η κάθε ανάγνωση ενέχει το πολιτικό, στη συγκεκριμένη συγκυρία το επιτάσσει. Άλλωστε, για αυτό το λόγο δολοφονήθηκε ο Καναφάνι. Δολοφονήθηκε για να μην συνεχίσει να γράφει ώστε εμείς να τον διαβάζουμε. Όπως άλλωστε δολοφονήθηκαν πάρα πολλοί άλλοι συγγραφείς ανά τους αιώνες μέχρι το αυτονόητο δικαίωμα του όποιου λαού να έχει την ελευθερία του γίνει πραγματικότητα.
Στην ανάγνωση των διηγημάτων του Καναφάνι μας βοηθάει η εκτενής εισαγωγή και οι εξαντλητικές σημειώσεις του μεταφραστή. Λειτουργούν ως μια μελέτη στο παλαιστινιακό ζήτημα, στην ιστορία και τους πολιτισμούς της Μέσης Ανατολής μέσα από την λογοτεχνική παραγωγή. Μετατρέπουν τα διηγήματα του Καναφάνι σε ένα ιστορικό τεκμήριο. Ο Νασίμ Αλάτρας φωτίζει την ιστορία τόπων, προσώπων, γεγονότων και ημερομηνιών που ξεπροβάλλουν στα διηγήματα. Προσφέρει στον αναγνώστη μια σφαιρική γνώση του συγκείμενου μέσα στο οποίο γράφτηκαν τα διηγήματα αλλά και τη μετέπειτα ζωή αυτών των διηγημάτων (την επιρροή τους, τη σχέση τους με το ύστερο έργο του Καναφάνι, τη σύνδεση των διηγημάτων με την ένταξη του Καναφάνι στην παλαιστινιακή Αριστερά και το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, τη σχέση τους με άλλα έργα της παλαιστινιακής λογοτεχνίας και της ιστορίας του παλαιστινιακού αγώνα). Οι σημειώσεις του Νασίμ Αλάτρα μεγιστοποιούν την απόλαυση της ανάγνωσης των διηγημάτων.
Ο Καναφάνι γράφει αμιγώς πολιτική λογοτεχνία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι στο έργο του δεν υπάρχουν καλλιτεχνικές αξιώσεις. Ο Σάββας Μιχαήλ σε μια πρόσφατη συζήτηση για το έργο του Καναφάνι επισήμανε ότι «εκείνο που κάνει ξεχωριστή τη λογοτεχνία του από την λεγόμενη “στρατευμένη λογοτεχνία” δεν είναι μόνον ότι αποφεύγει τις παγίδες του προπαγανδισμού. Είναι ότι συνδέει όχι απλώς την πολιτική με την λογοτεχνία αλλά το Ιστορικό με το Υπαρξιακό». Άλλωστε, σε πολλά από τα διηγήματα αυτής της συλλογής το πολιτικό πρόταγμα προκύπτει μέσα από συμβολισμούς, μυθοπλασίες, ανεκπλήρωτες ερωτικές ιστορίες. Το έχει επισημάνει αρχικά o Eduard Said: η λογοτεχνία του Καναφάνι συνιστά μια συνάντηση «νεωτερικού πειραματισμού με κοινωνικοπολιτική διορατικότητα» όπου οι λογοτεχνικές τεχνικές χρησιμοποιήθηκαν για να μεταδώσουν την πολιτική δυστυχία των Παλαιστινίων.
Η θεματολογία των διηγημάτων του Καναφάνι που αφορά τα ανθρώπινα και τα οικεία που σπάνια εμφανίζονται ως ηρωϊκά. Σταχυολογώ: ένας Παλαιστίνιος που αρχικά σχεδιάζει να πάει στις ΗΠΑ για να γλυτώσει από τον διαρκή πόλεμο αλλά τελικά επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από τον ακρωτηριασμό της ανιψιάς του. Ένας κουρέας που βλέπει την κόρη του και τη γυναίκα του να εκτελούνται από στρατιώτες του Ισραήλ. Ένας πατέρας που αποφασίζει να κλέψει τις προμήθειες από τις αποθήκες του Διεθνούς Οργανισμού Βοήθειας εις βάρος των υπόλοιπων παλαιστίνιων προσφύγων. Ένας υποτιθέμενες αετός που επιστρέφει και φωλιάζει σε έναν απομακρυσμένο βράχο δημιουργώντας πολλαπλές μυθολογικές εξηγήσεις. Ένας μαθητής που καταφεύγει σε ψέματα για να κρύψει την απόγνωση κλπ. Η απουσία ηρωισμού στα διηγήματα του Καναφάνι επιτρέπει στο έργο του να μιλάει για ένα συγκεκριμένο χωρο-χρόνο αλλά να μην είναι παλαιστιονο-κεντρικό. Μέσα από τις εμπειρίες και τις αφηγήσεις απλών ανθρώπων δηλώνει το τραύμα της προσφυγιάς στην παναθρώπινή του διάσταση.
Το πιο δυνατό σημείο της γραφής του Καναφάνι είναι ο ρεαλισμός της πρόσληψης του θανάτου ως αναπόσπαστου στοιχείου της καθημερινότητας. Στους πολιτισμούς των δυτικών βιομηχανικών κοινωνιών ο θάνατος εξορκίζεται ως το αναπόφευκτο που προσπαθούμε να βρούμε μηχανισμούς να το αναβάλλουμε, να το καθυστερήσουμε. Στις χρονογραμμές των διηγημάτων του Καναφάνι σοκάρει η φυσικότητα του πανταχού παρόντος θανάτου και το απόλυτα καθημερινό της απώλειας. Η φυσικοποίηση του θανάτου φαίνεται στην περιγραφή του με απλές λέξεις (μοναδική εξαίρεση η εξοικείωση με το θάνατο μιας γάτας από τους δύο παιδικούς φίλους που μαθαίνουν σκοποβολή). Ο θάνατος δεν είναι ηρωϊκή επιλογή, είναι απλά μια συνθήκη. Αυτή η πρόσληψη του θανάτου φέρει κάτι από τον Σουφισμό – το επισήμανε πρόσφατα σε μια βιβλιοκριτική της η Θέμιδα Παναγιωτοπούλου. Ο Καναφάνι εγκολπώνει διηγηματικά το θάνατο όχι βάσει μιας μυστικιστικής πρόσληψης αλλά μιας πολιτικής και κοσμικής εκδοχής του. Ο κάθε νεκρός της γενοκτονίας και το κάθε παιδί έχει την δική του ιστορία, τα δικά του τραύματα, όνειρα, μνήμες, το δικό του πρόσωπο, την δική του μοναδική ύπαρξη.
Ο Καναφάνι θέλει να δουν οι αναγνώστες του τον θάνατο, να τον αισθανθούν. Διαβάζουμε Καναφάνι όχι για να πάμε σε κηδεία. Διαβάζουμε Καναφάνι για να αισθανθούμε και να κάνουμε και άλλους/ες να αισθανθούν τη γενοκτονία. Όπως θα πει και η ηρωίδα του διηγήματος Λαϊλά: «Ο άνθρωπος που αισθάνεται περισσότερο απ’ όσο πρέπει, είναι καλύτερος από έναν άνθρωπο που δεν αισθάνεται καθόλου».
