Η αδιαφορία ως σιωπηλή διάβρωση της δημοκρατίας
Αν η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας είναι «αδιάφορη», τότε τι ακριβώς θεωρείται σημαντικό; Γράφει ο Ιωάννης Μπαξεβάνος
Λέξεις: Ιωάννης Μπαξεβάνος
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου η γλώσσα δεν χρησιμοποιείται απλώς για να περιγράψει την πραγματικότητα, αλλά για να την ακυρώσει. Μια τέτοια στιγμή είναι όταν ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτηρίζει το ζήτημα των υποκλοπών «αδιάφορο». Όχι, αυτό δεν είναι απλώς μια υπερβολή της στιγμής· είναι κάτι βαθύτερο. Είναι μια ολόκληρη αντίληψη για το τι αξίζει να μας απασχολεί — και, κυρίως, τι όχι.
Γιατί η λέξη «αδιάφορο» δεν είναι ουδέτερη. Σημαίνει ότι κάτι δεν μας αγγίζει, δεν μας αφορά, δεν έχει συνέπειες. Στην ηθική φιλοσοφία, το αδιάφορο είναι αυτό που δεν επηρεάζει ούτε την ελευθερία ούτε την αξιοπρέπεια. Άρα, όταν οι υποκλοπές μπαίνουν σε αυτή την κατηγορία, το μήνυμα είναι απλό: η ιδιωτικότητα δεν είναι και τόσο σημαντική. Το να σε παρακολουθούν δεν είναι και τόσο σοβαρό. Δεν χρειάζεται να το κάνουμε θέμα.
Μόνο που εδώ αρχίζει το παράδοξο.
Γιατί αν η παρακολούθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας είναι «αδιάφορη», τότε τι ακριβώς θεωρείται σημαντικό; Αν το κράτος μπορεί να εισχωρεί στον πιο προσωπικό σου χώρο — στη φωνή σου, στις λέξεις σου, στις σκέψεις που διατυπώνεις — και αυτό δεν εγείρει ζήτημα, τότε η ίδια η έννοια της ελευθερίας έχει ήδη υποχωρήσει. Όχι θεαματικά, όχι με κάποια μεγάλη ρήξη, αλλά αθόρυβα. Σχεδόν ανεπαίσθητα.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: ότι δεν πρόκειται για μια ωμή άρνηση, αλλά για μια κομψή υποβάθμιση. Δεν λέγεται «δεν υπάρχει πρόβλημα». Λέγεται «δεν αξίζει να ασχολούμαστε». Κι αυτή η μετατόπιση είναι πολύ πιο αποτελεσματική. Γιατί δεν προκαλεί αντίδραση — προκαλεί κόπωση.
Ας το πούμε απλά: αν κάτι είναι πραγματικά αδιάφορο, δεν χρειάζεται να το υπερασπιστεί κανείς δημόσια. Το γεγονός και μόνο ότι γίνεται προσπάθεια να πειστούμε για την ασημαντότητά του, λέει πολλά. Η «αδιαφορία» εδώ δεν είναι διαπίστωση· είναι επιχείρηση πειθούς.
Και σε αυτό το σημείο το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό ή νομικό. Γίνεται υπαρξιακό. Γιατί δεν αφορά μόνο το τι κάνει η εξουσία, αλλά το τι δεχόμαστε εμείς ως φυσιολογικό. Πόσο εύκολα συνηθίζουμε στην ιδέα ότι μπορεί να μας ακούν. Πόσο γρήγορα αποδεχόμαστε ότι αυτό «δεν τρέχει και τίποτα».
Η δημοκρατία, θεωρητικά, στηρίζεται σε ένα απλό όριο: υπάρχει ένας χώρος όπου το κράτος δεν φτάνει. Ένας χώρος ιδιωτικός, απαραβίαστος. Όταν αυτός ο χώρος αρχίζει να συρρικνώνεται — και, ακόμη χειρότερα, όταν η συρρίκνωσή του παρουσιάζεται ως κάτι αδιάφορο — τότε δεν έχουμε απλώς ένα πολιτικό πρόβλημα. Έχουμε μια αλλαγή νοοτροπίας.
Και αυτή η αλλαγή είναι επικίνδυνα ύπουλη. Δεν έρχεται με θόρυβο. Δεν συνοδεύεται από μεγάλες δηλώσεις. Έρχεται με μικρές λέξεις. Με υποβαθμίσεις. Με το «έλα μωρέ, δεν έγινε και κάτι».
Αλλά έγινε.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος έχει «κάτι να κρύψει». Το ζήτημα είναι αν πρέπει να σκέφτεται έτσι εξαρχής. Αν πρέπει να φιλτράρει τα λόγια του, όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή ίσως κάποιος ακούει. Κι αυτό δεν είναι θεωρία. Είναι μια πολύ συγκεκριμένη, πολύ καθημερινή μορφή περιορισμού.
Και εδώ η ειρωνεία γίνεται σχεδόν προκλητική: η «αδιαφορία» δεν μειώνει τη σημασία του ζητήματος — την αποκαλύπτει. Γιατί μόνο κάτι πραγματικά κρίσιμο χρειάζεται τόσο επίμονη προσπάθεια για να παρουσιαστεί ως ασήμαντο.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι τι ειπώθηκε. Το ερώτημα είναι τι σημαίνει να το αποδεχτούμε. Τι σημαίνει να ακούμε ότι η παραβίαση της ιδιωτικότητας είναι «αδιάφορη» και να συνεχίζουμε κανονικά.
Γιατί αν αυτό γίνει πράγματι αδιάφορο, τότε ίσως να έχει ήδη χαθεί κάτι πολύ πιο σημαντικό — και να μην το έχουμε καν καταλάβει.
*Ο Ιωάννης Μπαξεβάνος είναι φιλόλογος.
