Η αναγέννηση της Θεσσαλονίκης βασισμένη στο πολύτιμο οικιστικό της απόθεμα

Η Μαρία Δούση γράφει για το οικιστικό δυναμικό «εν υπνώσει» που θα μπορούσε να δώσει λύσεις στο στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η πόλη

Parallaxi
η-αναγέννηση-της-θεσσαλονίκης-βασισμ-1430307
Parallaxi

Λέξεις: Μαρία Δούση

Κεντρική εικόνα: Σάκης Γιούμπασης

Τι είναι εκείνο που προσδίδει σε μια πόλη το χαρακτήρα της, που την κάνει να ξεχωρίζει; Τι είναι εκείνο που κάνει μια πόλη διαφορετική, της προσδίδει την ταυτότητά της, και που θα της δώσει τη δυνατότητα και την ώθηση για να αναπτυχθεί στο μέλλον;

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να συνοψιστεί σε δύο κυρίως χαρακτηριστικά. Αφ’ ενός στα στοιχεία του φυσικού της περιβάλλοντος, δηλαδή η γεωγραφική της θέση, η γεωμορφολογία της, οι επικρατούντες άνεμοι, ο προσανατολισμός της και τα φυσικά στοιχεία που τη διατρέχουν και την περιβάλλουν, όπως τα βουνά, τα ποτάμια και η θάλασσα. Αφ’ ετέρου στο ανθρωπογενές της περιβάλλον, αυτό που καθορίστηκε και διαμορφώθηκε από την ιστορία της και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες κάθε εποχής.

Το ανθρωπογενές αυτό περιβάλλον, ανάλογα με την ιστορία κάθε πόλης, έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του στη σημερινή της μορφή και είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής της διαδρομής ανά τους αιώνες.

Το ιστορικά διαμορφωμένο, υφιστάμενο κτιριακό δυναμικό μιας πόλης θα μπορούσε να αποτελέσει και τον καταλύτη για την μελλοντική της ανάπτυξη. Τα χαρακτηριστικά αυτά μπορεί κανείς να τα αναγνωρίσει σε πολλές Ευρωπαϊκές και όχι μόνο πόλεις και αυτόματα να ανακαλέσει την ταυτότητα τους, όπως η Ρώμη, το Παρίσι, η Βαρκελώνη και τόσες άλλες, που έχουν σεβαστεί και διατηρήσει και τα 2 αυτά χαρακτηριστικά και έχουν αναπτυχθεί ισόρροπα, βασιζόμενες στην ιστορία και στο πολιτιστικό τους απόθεμα.

Θεσσαλονίκη
Εικόνα: Πλάτων Κλεανθίδης

Στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης λοιπόν, ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που της προσδίδουν την ταυτότητά της και που θα μπορούσαν να την ωθήσουν προς τη μελλοντική της ανάπτυξη.

Θα προσπαθήσω λοιπόν, σε αδρές γραμμές, να σκιαγραφήσω ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν την πόλη μοναδική συνδυάζοντας τόσο το φυσικό όσο και το ιστορικά διαμορφωμένο ανθρωπογενές περιβάλλον της, με το βλέμμα στραμμένο προς τη μελλοντική της πορεία.

Η Θεσσαλονίκη έχει το πλεονέκτημα σε σχέση με άλλες πόλεις να έχει τις απαρχές της στην αρχαιότητα, όπου η επιλογή της θέσης της δεν ήταν διόλου τυχαία. Εδώ λοιπόν σε αυτό τον τόπο έγινε η πρώτη οργανωμένη εγκατάσταση στα Ελληνιστικά χρόνια το 316 π.Χ. από τον Μακεδόνα στρατηγό Κάσσανδρο, στη συνέχεια ακολούθησαν οι Ρωμαίοι τον 2ο π.Χ. αιώνα, μετά οι Βυζαντινοί, που συνέχισαν να αναπτύσσουν την πόλη, όπως άλλωστε αργότερα και οι Οθωμανοί, αναγνωρίζοντας τη στρατηγική της θέση, στο σταυροδρόμι ανατολής και δύσης, βορρά και νότου. Προστατευμένη από το Βορρά και ανοικτή στο νότο προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

Πολλά και εξαιρετικά σημαντικά μνημεία αυτής της ιστορικής διαδρομής διασώζονται σήμερα στον ιστό της σύγχρονης πόλης, μνημεία με πα γκόσμια εμβέλεια που αποτελούν τα πρώτα στρώματα στο παλίμψηστο της μακραίωνης ιστορικής της διαδρομής. Μνημεία μοναδικά που η πόλη άργησε ίσως, αλλά τελικά κατάφερε να διασώσει μέσα από δύσκολες συγκυρίες και αντικρουόμενες και αντιφατικές προσεγγίσεις.

Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω, απλά θα επισημάνω την κρίσιμη σχέση που έχουν τα μνημεία αυτά και οι αρχαιολογικοί χώροι με την σύγχρονη πόλη που τα περιβάλλει. Είναι πολύ σημαντικό να μην αποτελούν «αποστειρωμένα διαμάντια» αποκομμένα από τη ζωή της πόλης, αλλά αντίθετα να καταστούν πολύτιμοι πυκνωτές στη σύγχρονη μορφή της. Δύσκολο εγχείρημα που απαιτεί συνέργειες και συναινέσεις ανάμεσα στους αρμόδιους φορείς προστασίας και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Κυρίως όμως εναπόκειται στη συνείδηση και στον πολιτισμό των κατοίκων της πόλης, που αυτοδίκαια διεκδικούν να τα βιώσουν, αλλά που οφείλουν να τα διαφυλάξουν με όλες τους τις δυνάμεις.

Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την πόλη το 1432 και παρέμειναν για περίπου πέντε αιώνες. Αντιλήφθηκαν και αυτοί με τη σειρά τους τα γεωμορφολογικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα της πόλης, επένδυσαν σε αυτή και την κατέστη σαν μια από τις σημαντικότερες πόλεις λιμάνια της Μεσογείου.

Άφησαν σημαντικά μνημεία, (Μπεζεστένι, λουτρά, τεμένη, κλπ) των οποίων την αξία τελικά ευτυχώς αναγνωρίσαμε και έτσι διασώθηκαν στον ιστό της σύγχρονης πόλης. Όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, ήταν οι Οθωμανοί εκείνοι που χάρισαν στη Θεσσαλονίκη τον πολυπολιτισμικό και κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, ιδιαίτερα μετά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Δημιούργησαν τις υποδομές της πόλης, το λιμάνι, το σιδηρόδρομο, το τραμ, την ηλεκτροδότηση.

Μπεζεστένι
Μπεζεστένι

Καλλιέργησαν δε εύφορο περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα και έδωσαν τη δυνατότητα στις δραστήριες κοινότητες της πόλης – ιδιαίτερα Εβραίους και Έλληνες- να μεγαλουργήσουν και να αφήσουν στην πόλη ανεξίτηλα τα σημάδια αυτής της πραγματικής άνθισης της βιομηχανίας, του εμπορίου και του πολιτισμού.

Η περίοδος αυτή κληροδότησε στην πόλη κτίρια και μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα πρωτοπόρα και εντυπωσιακά, που ακόμα δεσπόζουν στη σύγχρονη μορφή της. Βιομηχανικά συγκροτήματα και κτίρια όπως το Φιξ, τα Σφαγεία, το Φωταέριο και τόσα άλλα στα δυτικά, τα Αλλατίνι, το Ντεπώ και τόσα άλλα στα ανατολικά, διαμόρφωσαν τη βιομηχανική μεγαλούπολη που υπήρξε η Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ου αιώνα.

Με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και με τρόπο που δημιουργεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, εύλογους προβληματισμούς, αποφασίσαμε να «αξιοποιήσουμε» τη σημαντική βιομηχανική κληρονομιά της πόλης.

Η πολιτεία έκανε κάποια σημαντικά βήματα για την προστασία τους κηρύσσοντάς τα διατηρητέα μνημεία και αποκαθιστώντας υποδειγματικά κάποια από αυτά (Μουσείο Ύδρευσης, Ισλαχανέ, Σφαγεία).

Μουσείο Ύδρευσης
Εικόνα: Ελένη Βράκα

Για τους Βιομηχανικούς Κολοσσούς όμως της πρώτης βιομηχανικής ανάπτυξης της πόλης που ανήκουν σε ιδιώτες, ο συμβιβασμός που γίνεται με την σωστή και εύλογη πρόθεση να σωθούν και να αποκατασταθούν, είναι ανισοβαρής υπέρ μιας πέραν του δέοντος εκμετάλλευσης από τους επενδυτές, που δεν διασφαλίζει την αρμόζουσα ισόρροπη ανάπτυξη που η πόλη χρειάζεται.

Και για να μη μιλώ με γρίφους, κατά την άποψή μου, η πολυπόθητη διάσωση του Φιξ δεν έγινε ισορροπημένα. Το ΥΠΠΟ αγόρασε το μνημειακό σύνολο και ο επενδυτής προσέφερε μόνο τη μελέτη για την αποκατάσταση και την επανάχρησή του, με αντάλλαγμα την υπερεκμετάλλευση του υπόλοιπου του οικοπέδου.

Με αποτέλεσμα την ανέγερση πολυώροφων «τούβλινων» κτιρίων, χωρίς έναν ευρύτερο προγραμματισμό και μια αυτονόητη ισορροπία στη σχέση του «παλιού» με το «νέο», της ιστορίας και του σήμερα.

Ας αναλογιστούμε τι θα αφήσουμε στις μελλοντικές γενιές ως κληρονομιά, διότι αντίστοιχες συμφωνίες διαφαίνονται να έρχονται και άλλες στο μέλλον. Θα πρέπει η πολιτεία να βάλει τους κανόνες με τους οποίους η ιδιωτική πρωτοβουλία θα επενδύσει. Οι κανόνες αυτοί δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαντλούνται μόνο στη διαπραγμάτευση του είδους: τι μου προσφέρεις για να σε αφήσω να κάνεις ότι θέλεις! Το σημαντικό αυτό απόθεμα θα πρέπει να ενσωματωθεί στη σύγχρονη πόλη, με τρόπο δημιουργικό και καινοτόμο, αλλά πάντα με γνώμονα την ισορροπία που πριν σχολίασα. Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε σε αυτό τον τομέα και απαιτείται να αρχίσει ο διάλογος τώρα, πριν είναι πλέον αργά.

Εκείνη την εποχή λοιπόν, στο γύρισμα από τον 19ο στο 20ό αιώνα, ανεγείρονται σημαντικά κτίρια, διοικητικά, εκπαιδευτικά, θρησκευτικά, τράπεζες, νοσοκομεία, εμπορικές στοές, αγορές κλπ αλλά και ιδιωτικά μέγαρα, τόσο στο κέντρο της πόλης, με το νέο μοντέλο του κτιρίου εκμετάλλευσης για γραφειακές, εμπορικές και ξενοδοχειακές χρήσεις, όσο και στο νέο ιδρυθέν τότε προάστιο, τη συνοικία των Εξοχών.

Πολλά από αυτά, κυρίως στην περιοχή του κέντρου, καταστράφηκαν με την πυρκαγιά του 1917, που αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της πόλης, ενώ άλλα θυσιάστηκαν στη βίαιη ανοικοδόμηση των μεταπολεμικών δεκαετιών.

Σήμερα διασώζονται κάποιοι μάρτυρες της ακμαίας αυτής περιόδου, τόσο στο ιστορικό κέντρο, όσο και σποραδικά στην πάλαι ποτέ συνοικία των Εξοχών. Οι Οθωμανοί λοιπόν, για να συνεχίσω την εξιστόρηση, αναγνώρισαν την περιοχή της Άνω Πόλης ως προνομιούχα περιοχή, και την επέλεξαν ως τόπο κατοικίας. Μια περιοχή με πολλά νερά, προστασία από το βορρά, αμφιθεατρική διάταξη, με θέα τη θάλασσα, αερισμό και τέλειο μεσημβρινό προσανατολισμό. Έτσι σταδιακά δημιουργείται ένας τόπος μαγευτικός, όπου η γεωμορφολογία συναντά με τρόπο θαυμαστό την ανθρώπινη επέμβαση, με την κλιμακωτή ένταξη των σπιτιών στο βραχώδες ανάγλυφο, τα διώροφα πετρόκτιστα και ξυλόπηκτα σπίτια με τις στέγες και τους κήπους, τα λιθόστρωτα μονοπάτια και τις κρήνες.

Εικόνα: Ευθύμης Βλάχος

Η περιοχή της Άνω Πόλης «γλύτωσε» από την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1917 και ο Ernest Hébrard δεν την πείραξε, γιατί θεώρησε ότι έπρεπε να διασωθεί ως το ιστορικό τμήμα της πόλης που διαθέτει couleur local, μια «Μονμάρτη» της Θεσσαλονίκης. Αργότερα ακολούθησε η προσφυγιά και οι ανάγκες στέγασης χιλιάδων ανθρώπων, που κατέκλυσαν την πόλη μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Ωστόσο παρά τις αναπόφευκτες μετασκευές, τις αλλοιώσεις και τις προσθήκες που τα κελύφη υπέστησαν – για να στεγαστούν σε κάθε σπίτι μέχρι και 7 οικογένειες- το ιστορικό αυτό οικιστικό απόθεμα, στο σύνολό του, επιβίωσε έως τα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Κατόπιν εμείς ως κοινωνία, «μαγεμένοι» από την αντιπαροχή, αρχίσαμε τη συστηματική εξαφάνιση του τμήματος αυτού της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης.

Ποια κλιμακωτή ένταξη στο ανάγλυφο, ποιος προσανατολισμός, ποια θέα; Αρχίσαμε να σηκώνουμε πολυκατοικίες στους στενούς και δαιδαλώδεις δρόμους του παραδοσιακού ιστού, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κάποια στιγμή, κατά τη μεταπολίτευση, η πολιτεία αποφάσισε, όχι να προστατεύσει και να διατηρήσει, αλλά να ανοικοδομήσει την Άνω Πόλη, με βάση παραδοσιακά πρότυπα, με σειρά διαταγμάτων νέας δόμησης, με μεγαλύτερο φυσικά συντελεστή δόμησης από τον υφιστάμενο. Άρα μοιραία αυτή η πολιτική, που ικανοποιούσε κοινωνικά αιτήματα, οδήγησε στη σταδιακή αποξήλωση του ιστορικού αποθέματος.

Γλυτώσαμε τις πολυκατοικίες στην Άνω Πόλη και αυτό είναι αναμφισβήτητα ένα κέρδος, ωστόσο απωλέσαμε τη «Μονμάρτη» της Θεσσαλονίκης και αποκτήσαμε ένα αντίγραφο αυτής διευκολύνοντας τους, με τρόπο συμβουλευτικό, ενημερωτικό και συνεργατικό να υλοποιήσουν με τον αρμόζοντα τρόπο την αποκατάσταση των ιδιοκτησιών τους, τόσο για το δικό τους όφελος, όσο και για το μέλλον της πόλης.

Είναι ένα απόθεμα με μεγάλη δυναμική, που όμως είναι «γερασμένο», τόσο αρχιτεκτονικά, όσο και δομοστατικά και χρειάζεται άμεσα αναβάθμιση. Υπάρχει όμως και ένα οικιστικό δυναμικό που ανήκει στη φάση ανοικοδόμησης της πόλης με το μοντέλο της αντιπαροχής κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1960 και ’70.

Τότε που ο συντελεστής δόμησης από 4 ανέβηκε στο 7 και η πόλη περικλείστηκε από τα «νέα τείχη της», τις πολυώροφες πολυκατοικίες, τα κτίρια γραφείων και τα βιοτεχνικά κτίρια στο Φραγκομαχαλά και αλλού. Αυτό το οικιστικό απόθεμα, που δεν θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς ιστορικό, όσο και να ακούγεται περίεργο, στην πλειοψηφία του, είναι εξαιρετικά «γερασμένο» και υποβαθμισμένο, σε ορισμένες δε περιπτώσεις κενό και ανεκμετάλλευτο.

Αποτελεί τελευταία στόχο νέων επενδυτών που αναλαμβάνουν να κάνουν ανακαινίσεις αστραπή, με σκοπό την οικονομικότερη μετατροπή των κελυφών σε κτίρια εκμετάλλευσης. Ταυτόχρονα ορισμένοι ιδιώτες αναλαμβάνουν να ανακαινίσουν την ιδιοκτησία τους, χωρίς συνεννόηση με τους συνιδιοκτήτες τους στην πολυκατοικία. Έτσι δημιουργούνται όψεις κολλάζ, οι ακάλυπτοι στο εσωτερικό των Οικοδομικών Τετραγώνων έχουν καταντήσει σκουπιδότοποι και ανθυγιεινοί χώροι. Μια άγνωστη πόλη πίσω από τα αστικά μέτωπα, που τελικά δεν ανήκει σε κανένα, ενώ οι χώροι αυτοί, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ενεργούς πυρήνες κοινωνικοποίησης και πρασίνου, τα κέντρα των αστικών γειτονιών.

Πρόκειται λοιπόν για ένα οικιστικό δυναμικό «εν υπνώσει» που θα μπορούσε να δώσει λύσεις τόσο στο στεγαστικό πρόβλημα που η πόλη αντιμετωπίζει, όσο και στην αναβάθμιση της μορφής της.

Η λύση σε αυτό το πρόβλημα είναι η καλή αρχιτεκτονική επέμβαση που θα καταστήσει αυτό το απόθεμα βιώσιμο και ανθεκτικό. Μια προσέγγιση που θα «ανοίξει» τα εσωτερικά των οικοδομικών τετραγώνων και θα τα καταστήσει ενεργά, θα αξιοποιήσει τα δώματα, θα ανασχεδιάσει με βιοκλιματικά κριτήρια τις όψεις και τους εσωτερικούς χώρους και θα ελαφρύνει τους όγκους, αφαιρώ ντας κτιριακή μάζα. Αυτά δηλαδή που βλέπουμε να γίνονται σε όλο τον κόσμο αλλά και μέσα στα κλειστά πλαίσια των αρχιτεκτονικών σχολών.

Για το απόθεμα αυτό δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις, ούτε και τρόπος να εξαναγκάσει κανείς τους ιδιώτες να ακολουθήσουν συγκεκριμένες λύσεις. Άλλωστε είναι τόσο δαιδαλώδες το ιδιοκτησιακό καθεστώς, που θα καθιστούσε κάθε προσπάθεια θνησιγενή. Υπάρχει μόνο η ελπίδα να προκύψουν κάποιες υποδειγματικές προσπάθειες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση.

Εκείνη όμως την περίοδο των δεκαετιών ΄60 και ΄70 η πόλη «προικίστηκε» και από δύο μεγάλα έργα, δύο μοναδικά σύνολα «μοντέρνας αρχιτεκτονικής» που σταδιακά υλοποιήθηκαν, την Πανεπιστημιούπολη και τη ΔΕΘ. Δεν υπάρχουν ανάλογα στον Ελληνικό χώρο, ας το συνειδητοποιήσουμε και ας προσπαθήσουμε με ψυχραιμία να τα διαχειριστούμε.

Προσπάθησα, σε αδρές γραμμές, να σκιαγραφήσω το προφίλ του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος της Θεσσαλονίκης, το οποίο εν δυνάμει θα μπορούσε να δώσει μια ώθηση προς μια ισόρροπη και δυναμική ανάπτυξη της πόλης.

Θεσσαλονίκη, ηλικιωμένος
Εικόνα: Απόστολος Κεσίδης

Για να γίνει αυτό απαιτούνται συναινέσεις και όχι αντιθέσεις, συνέργειες και όχι αποσπασματικές ενέργειες και κυρίως συμμετοχή των κατοίκων. Χρειάζεται παιδεία που θα καλλιεργείται σε όλα τα επίπεδα από το Δημοτικό μέχρι την Τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενεργοποίηση και συστράτευση συλλογικών φορέων και συλλογικοτήτων πολιτών, διαρκής επιμόρφωση και ενημέρωση.

Χρειάζεται οι τοπικοί άρχοντες να συμμετέχουν ενεργά σε αυτή την προσπάθεια, συσπειρώνοντας δυνάμεις και οι Κυβερνώντες να βάλουν τους «κανόνες του παιχνιδιού», έχοντας το όραμα του Βενιζέλου και του Παπαναστασίου, για μια Θεσσαλονίκη που μπορεί να αναγεννηθεί.

Πρέπει να πιστέψουμε ότι το θέμα αυτό μας αφορά όλους, ο καθένας και όλοι μαζί ας προσπαθήσουμε να στρατευτούμε στη συλλογική προσπάθεια. Μπορεί να ακούγεται ρομανικό ή εκτός εποχής, αλλά πιστεύω ότι οι ενεργοί πολίτες δραστηριοποιούν και κατευθύνουν αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις, είτε πιέζοντας προς μια κατεύθυνση, είτε σιωπηλά κάνοντας ότι καλύτερο μπορούν.

Τον τελευταίο καιρό ακούω να ανακοινώνονται μέτρα που εμπεριέχουν κίνητρα για την αναβάθμιση του υφιστάμενου αποθέματος, που είναι σίγουρα προς τη σωστή κατεύθυνση με κίνητρα, φοροελαφρύνσεις και χαμηλότοκα δάνεια. Δεν έχουν φτάσει όμως στον πολίτη όπως θα έπρεπε, με τρόπο εύληπτο και παιδευτικό, αλλά αντίθετα έρχονται αποσπασματικά και χωρίς συνοχή. Έως και εγώ που θεωρούμαι σχετική, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ μέσα από τις πολλές εξαγγελίες, ποιος είναι ο απώτερος στόχος. Ο στόχος λοιπόν, πέρα από την αυτονόητη προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς των πόλεων, θα πρέπει να είναι να καταστήσουμε το υφιστάμενο οικιστικό μας απόθεμα βιώσιμο και ανθεκτικό.

Αυτή είναι και η πεμπτουσία της προστασίας του περιβάλλοντος από κάθε άποψη. Η αποκατάσταση και η αναζωογόνηση του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος, είναι διεθνώς αποδεκτό, ότι λειτουργεί ως πολιτιστικός πόρος που εμπεριέχει πολιτιστικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές αξίες. Οι ειδικοί, επιτρέψτε μου τον όρο, μέσα από την εμπειρία τους έχουν καταδείξει ότι η αποκατάσταση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, δεν είναι ιδιαίτερα κοστοβόρα, όπως ευρέως διαδίδεται, αλλά αντιθέτως οικονομικά συμφέρουσα. Ας τους εμπιστευθούμε.

Εδώ το Τεχνικό Επιμελητήριο θα μπορούσε να προσφέρει πολλά, τόσο ως σύμβουλος της πολιτείας όσο και ως φορέας ενημέρωσης και επιμόρφωσης των μελών του. Το Πανεπιστήμιο διαδραματίζει ένα εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση των μελλοντικών μηχανικών, τόσο σε προπτυχιακό, όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο, ωστόσο η δράση του θα μπορούσε και θα πρέπει να είναι πιο εξωστρεφής προς την κοινωνία.

Επίσης τα μέσα ενημέρωσης θα μπορούσαν να έχουν έναν εξαιρετικά σημαντικό και καθοριστικό ρόλο. Μας λείπει σε μεγάλο βαθμό, δυστυχώς, το συλλογικό όραμα και η παιδεία, ώστε να μπορέσουμε να προσπεράσουμε τα μικρά και τα μεγάλα συμφέροντα, σε όλα τα επίπεδα, από τον πολίτη έως τους εκάστοτε κυβερνώντες. Να συνειδητοποιήσουμε δηλαδή, μαθαίνοντας από τα λάθη μας, ότι το μέλλον μιας βιώσιμης Θεσσαλονίκης, βασισμένης στην κληρονομιά της, είναι μακροπρόθεσμα προς όφελος δικό μας και των παιδιών μας.

Η Θεσσαλονίκη λοιπόν, η συμβασιλεύουσα, η συμπρωτεύουσα, η νύμφη του Θερμαϊκού, η πολυπολιτιστική πόλη, η προσφυγομάνα, η μεγαλύτερη φοιτητούπολη της Ελλάδας, με τη στρατηγική της θέση και το παλίμψηστο της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς, αναζητά το μετέωρο βήμα προς το μέλλον της, το οποίο αν και είμαι φύσει αισιόδοξη δεν μπορώ να το διακρίνω ευοίωνο, τουλάχιστον άμεσα.

Για να γεννηθεί η ελπίδα απαιτείται εργώδης και συλλογική προσπάθεια, ώστε να πετύχουμε την υπέρβαση.

*Ή Μαρία Δούση είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Α.Π.Θ., Διευθύντρια του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών (ΔΠΜΣ): Προστασία, Συντήρηση και Αποκατάσταση  Μνημείων Πολιτισμού, Α.Π.Θ.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα