Η ανάβαση στην Ακρόπολη
Από τo ιδεώδες της απόλυτης ομορφιάς και της λογικής του Ερνέστ Ρενάν στην τύφλωση της επιθυμίας και της προσμονής του Λάζλο Κρασναχορκάι - Γράφει η Ιωάννα Λου
Λέξεις: Ιωάννα Λου
Ο Γάλλος Ερνέστ Ρενάν, αν και η οικογένειά του τον προόριζε αρχικά για τον κλήρο, αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους διανοούμενος του 19ου αι., αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο θρησκευτικό και φιλοσοφικό έργο 1.
Παραμένει όμως, κυρίως, ο προσκυνητής – ποιητής της Προσευχής πάνω στην Ακρόπολη, κείμενο στο οποίο εξυμνεί το ελληνικό πνεύμα, τη σοφία, την ομορφιά και τον ορθό λόγο. Έτσι, μέσα από τον ύμνο στη θεά Αθηνά και στο ναό της Ακρόπολης, φαίνεται να εκπληρώνει την υπόσχεση που είχε δώσει, γονατιστός, να γίνει « ο στυλίτης πάνω στις κολώνες της» 2.
Στις 2 Οκτωβρίου 1892, βρισκόταν στο διαμέρισμά του στο Παρίσι, δίπλα στο Collège de France, καθισμένος στην πολυθρόνα της μικρής του κρεβατοκάμαρα. Ξαφνικά, εξαντλημένος από την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε αρκετές μέρες, ζήτησε να ανοίξουν τις κουρτίνες. Ο γαμπρός του, Γιάννης Ψυχάρης , από τον γάμο του με την Νοεμί, κόρη του Ρενάν, διηγείται : « ήθελε να τραβήξουν τις κουρτίνες γιατί τον εμπόδιζαν να δει τον ήλιο της Ακρόπολης ». Στράφηκε τότε προς τον Ψυχάρη και του ψιθύρισε : « Τραβήξτε ! Τραβήξτε! Ο ήλιος της Ακρόπολης ! Κάντε το αυτό αγαπητέ Ζαν». Ο Ρενάν, συνεχίζει ο Ψυχάρης, ακόμη και την ημέρα του θανάτου του, είχε στη σκέψη του την Ακρόπολη, που στα μάτια του αντιπροσώπευε τη λογική και την ομορφιά». 3
Στην περιγραφή εκείνης της στιγμής, ο Ψυχάρης μάς δείχνει τον Γάλλο ιστορικό και συγγραφέα Ρενάν, να στρέφεται, στο κατώφλι του θανάτου, όχι προς τον Θεό, αλλά προς την πνευματικότητα. Η Ακρόπολη αντιπροσώπευε για εκείνον την διαύγεια της γνώσης και το ιδεώδες της απόλυτης ομορφιάς και της συμμετρίας. Αυτή η χειρονομία — να ζητήσει να τραβηχτούν οι κουρτίνες για να δει τον ήλιο — συνοψίζει ολόκληρη τη σκέψη του : ο θάνατος ως ύστατη πράξη γνώσης, ως βλέμμα στραμμένο προς το φως.
Ας γυρίσουμε λίγα χρόνια πίσω, στον Φεβρουάριο του 1865, όταν ο Ερνέστος Ρενάν πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στην Αθήνα, συνοδευόμενος από την αγαπημένη του σύζυγο, Κορνελί. Τους υποδέχτηκε θερμά στο σπίτι του στην οδό Σταδίου ο Αρτύρ Ντε Γκομπινώ, μαζί με τη σύζυγό του και τις δύο τους κόρες τους Νταϊάν και Κριστίν. Στην οικία τους αυτή σύχναζαν εκείνη την εποχή πολλοί διανοούμενοι και άνθρωποι των γραμμάτων και του πολιτισμού. Την ίδια περίοδο, στο ίδιο πνευματικό και φιλικό περιβάλλον, βρίσκονται και άλλες εξέχουσες προσωπικότητες, όπως ο Σαρλ ντε Σεμπάχ (Charles de Seebach), Γάλλος διπλωμάτης και αρχαιολόγος, ο κόμης Ζουλιέν ντε Ροσεσουάρ (Julien de Rochechoart), Γάλλος αριστοκράτης με πάθος για την αρχαιολογία που ταξίδεψε επανειλημμένα στην Ελλάδα και συνέβαλε στην τεκμηρίωση των αρχαιολογικών χώρων, καθώς και ο κύριος και η κυρία Φουκιέ (Fouquier), Γάλλοι διπλωμάτες που υπηρετούσαν στην Αθήνα. Οι συναντήσεις και οι συνομιλίες μεταξύ αυτών των προσωπικοτήτων αναδεικνύουν τις πνευματικές ανταλλαγές και τους πολιτιστικούς δεσμούς μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας στον 19ο αιώνα.
Ο Ρενάν, ωστόσο, δεν θα σταθεί στους ανθρώπους, στη σύγχρονη ζωή ή στις κοινωνικές συναναστροφές. Όταν φεύγει για το ταξίδι του στην Αθήνα, παίρνει μαζί του, ανάμεσα στα μπαγκάζια του, τη Βίβλο της Ανθρωπότητας του Ζυλ Μισελέ 4 και την Ακρόπολη των Αθηνών του Ερνέστ Μπελέ 5, που είχε εκδοθεί το 1853. Είχε, επομένως, ήδη μέσα στο μυαλό του — όπως παρατηρεί η συγγραφέας Σιμόν Φρες — μια προκαθορισμένη εικόνα της Αθήνας, διαμορφωμένη μέσα από τον Μπελέ και ήταν αυτή την ιδεατή πόλη που πήγαινε να συναντήσει 6.
Πέρα όμως από τον Μπελέ και τον Μισελέ, ο Ρενάν έχει «στις αποσκευές του» και τον Απόστολο Παύλο, μαζί με τις Πράξεις των Αποστόλων. Ήδη από το 1861, όταν επισκέφτηκε την Παλαιστίνη 7, ο Ρενάν είχε αρχίσει ένα είδος προσωπικού οδοιπορικού στα ίχνη του Παύλου, στους τόπους της βιβλικής παράδοσης, αναζητώντας — μέσα από την ιστορία και τη μνήμη — τα ίχνη του ιερού στον ανθρώπινο λόγο.
Ο Γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός της φιλοσοφίας, Ζαν Φρανσουά Ματέι (Jean-François Mattéi), αναλύει τη σχέση του Ερνέστ Ρενάν με την Ακρόπολη και την Αθήνα, εστιάζοντας στον τρόπο που ο Ρενάν «βλέπει» την πόλη μέσα από το βλέμμα του αποστόλου Παύλου, και πώς αυτή η αρχική θεώρηση αναστρέφεται από τον ίδιο τον Ρενάν, δημιουργώντας μια νέα πνευματική και αισθητική αντίληψη του χώρου. Γράφει σχετικά : «Ως κάθε μεγάλος ιστορικός, ο Ρενάν είναι οραματιστής. Είναι βέβαιο ότι ήθελε να δει την Αθήνα, από την πρώτη στιγμή, μέσα από τα μάτια του Παύλου. Αλλά αμέσως μετά αναδιαμορφώνει την εικόνα σύμφωνα με το δικό του βλέμμα. Διότι όλα ξεκινούν με τον Παύλο για να στραφούν εναντίον του Παύλου». 8
Πράγματι, ο Ερνέστ Ρενάν αναφέρεται στον Απόστολο Παύλο τόσο στην Προσευχή στην Ακρόπολη, όσο και στο βιβλίο του που αφιέρωσε στον Άγιο Παύλο. Γράφει λοιπόν σ αυτό το τελευταίο ότι η αυστηρή θρησκευτική προκατάληψή τον εμπόδιζε να δει την αισθητική αξία των έργων τέχνης : « Τα αγάλματα δεν τα βλέπει ως τέχνη, αλλά ως «είδωλα» : « (…) πήρε αυτές τις ανεπανάληπτες εικόνες για είδωλα». « Η πλαστική ομορφιά των έργων τον τύφλωσε». 9
Κατά τον Ρενάν, μπορεί να μην στάθηκε πραγματικά ο Απόστολος Παύλος στα γλυπτά αριστουργήματα του Παρθενώνα, παρ’ όλα αυτά, περιηγούμενος μόνος στην πόλη – και όχι όπως συνήθιζε με συνοδοιπόρους –, παρατήρησε δύο κύρια χαρακτηριστικά της Αθήνας και των κατοίκων της : πρώτον, την έντονη θρησκευτικότητα των Αθηναίων, η οποία εκδηλωνόταν μέσα από την πληθώρα ναών, βωμών και ιερών, και που μαρτυρούσε μια πλουραλιστική αντίληψη απέναντι στο θείο · δεύτερον, την ύπαρξη ανώνυμων βωμών ή αφιερωμένων σε «άγνωστους θεούς», η οποία υποδήλωνε ένα άνοιγμα στη θρησκευτική αναζήτηση και μια επιθυμία προσέγγισης του θεϊκού πέρα από το γνωστό.
Αλλά ας πάμε τώρα στην Προσευχή στην Ακρόπολη του Ρενάν που αρχικά, όπως εξηγεί η ακαδημαϊκός Σοφί Μπας 10, ήταν μέρος του ογκώδους έργου των Παιδικών και νεανικών αναμνήσεων (Souvenirs d’enfance et de jeunesse), έργο που δημοσιεύτηκε το 1883, από το οποίο η προσευχή αποκόπηκε, αποκτώντας πολύ γρήγορα μια τεράστια απήχηση στο κοινό. Το 1892, χρονιά του θανάτου του Ρενάν, το κείμενο της προσευχής είχε ήδη αποκτήσει μυθικές διαστάσεις 11 .
« Κι όμως, τί παράξενο ! στην Αθήνα ήταν, στα 1865, που δοκίμασα για πρώτη φορά μια ζωηρή αίσθηση επιστροφής κάτι σαν αύρα δροσερή, διαπεραστική, που ερχόταν από πολύ μακριά. Η εντύπωση που μου προξένησε η Αθήνα είναι η πιο δυνατή, κατά πολύ απ’ όσες έχω νιώσει μέχρι τώρα. Ένας είναι ο τόπος όπου υπάρχει η τελειότητα · δεν υπάρχει δεύτερος : είναι αυτός. Ποτέ δεν είχα φανταστεί κάτι παρόμοιο. Αυτό που αντίκρυζα ήταν το ιδεώδες, αποθανατισμένο σε πεντελικό μάρμαρο. Μέχρι τότε πίστευα ότι η τελειότητα δεν είναι του κόσμου τούτου · μία μόνο αποκάλυψη μου φαινόταν ότι πλησίαζε το απόλυτο. Εδώ και πολύν καιρό δεν πίστευα πια στο θαύμα, με την κύρια έννοια της λέξης (…). Ιδού λοιπόν, που δίπλα στο εβραϊκό θαύμα ερχόταν για μένα να σταθεί το ελληνικό θαύμα (…)».12
Το «θαύμα» εδώ έχει την παραδοσιακή χριστιανική ή θρησκευτική χροιά — κάτι που συνδέεται με το θείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Ρενάν, αν και δεν πιστεύει πλέον σε Θεό με την παραδοσιακή έννοια, χρησιμοποιεί τον όρο «θαύμα» μεταφορικά, για να δηλώσει κάτι εξαιρετικό, μοναδικό, που προκαλεί δέος.
«Όταν είδα την Ακρόπολη, μου αποκαλύφθηκε το θείο, όπως τότε που ένιωσα για πρώτη φορά να ζει το Ευαγγέλιο, αντικρύζοντας την κοιλάδα του Ιορδάνη από τα υψώματα του Κασίου όρους. Ολόκληρος ο κόσμος τότε μου φάνηκε βάρβαρος». 13
Όλα όσα έχει διαβάσει ή δει μέχρι τότε, μπροστά στο θέαμα της Ακρόπολης μεταμορφώνονται σε « οπτικές απάτες ». Το θαύμα, το θείο, είναι για τον Ρενάν « ο ορθός λόγος », γιατί μόνο μέσα από τον ορθό λόγο το θείο αποκαλύπτεται μπροστά στον προσκυνητή. Ωστόσο, αυτή η ομορφιά ενός απόλυτα ορθολογικού ιδεώδους αποκαλύπτεται χάρη στις εντυπώσεις in situ, αλλά αναπόφευκτα και στα στερεότυπα, στις πηγές που κουβαλά, στις λογοτεχνικές του αποσκευές. Μήπως τελικά είναι αναπόφευκτο να υποπέσει ο συγγραφέας ταξιδιώτης-αφηγητής στην παγίδα του «παλίμψηστου», όπου η προσωπική εμπειρία υπαγορεύεται και οροθετείται μέσα από προηγούμενες καταγραφές;
Στην Προσευχή, ο Ρενάν, αναφερόμενος στον Απόστολο Παύλο και στην επίσκεψή του στην Αθήνα (Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 17), τον παρουσιάζει ειρωνικά, ως ξένο προς την ελληνική αισθητική και πνευματικότητα, που « δεν κατάλαβε τίποτα » από την πόλη που έβλεπε : « Αυτός ο μικρός Εβραίος κέρδισε. Για χίλια χρόνια σε αποκαλούσαν είδωλο, ω Αλήθεια · για χίλια χρόνια ο κόσμος ήταν έρημος όπου δεν φύτρωνε κανένα λουλούδι. Όλο αυτό το διάστημα σιωπούσες, ω Σάλπιγγα, κήρυκα της σκέψης. Θεά της τάξεως, εικόνα της ουράνιας σταθερότητας, ήταν ένοχος όποιος σ αγαπούσε». 14
Κρίνοντας όμως ο Ρενάν τον « άσχημο κοντό Εβραίο» Παύλο (sic) που δεν κατανοεί το ελληνικό πνεύμα εξαιτίας του θρησκευτικού δογματισμού, υποπίπτει και ο ίδιος σε στερεότυπα, καθώς χρησιμοποιεί ρατσιστικούς και υποτιμητικούς προσδιορισμούς, ενώ παράλληλα, η περιγραφή του Μεσαίωνα ως τόπου «έρημου», « άχαρου » και « άκομψου, » αποκαλύπτει την υπερβολή της απόρριψης που ακολουθεί την εξιδανίκευση του ελληνικού ιδεώδους, το οποίο, κατά τον ίδιο, αποκαλύφθηκε αργά : « Ω ευγένεια ! ω απλή κι αληθινή ομορφιά ! (…) φτάνω αργά στο κατώφλι των μυστηρίων σου (…) » 15. Σ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει πια πολιτεία ελεύθερων ανθρώπων, παρά « βασιλείς από κατώτερο αίμα, μεγαλειότητες που θα σ έκαναν να χαμογελάσεις ». 16
Ο Γάλλος προσκυνητής στρέφει επίσης την κριτική του εναντίον μιας άλλης μορφής τύφλωσης: εκείνης του δήθεν ανώτερου , πολιτισμένου Ευρωπαίου, που ο ίδιος κρίνει ως « βάρβαρη ». Μάλιστα απευθύνεται στην θεά της ομορφιάς και της συμμετρίας, προσωποποιώντας την, και τη ρωτά αν θυμάται αυτόν που την «τραυμάτισε» : «Θυμάσαι εκείνον τον Καληδόνιο που, εδώ και πενήντα χρόνια, έσπασε με σφυριές τον ναό σου με για να τον πάρει στη Θούλη;» 17. Eδώ αναφέρεται ειρωνικά στον Λόρδο Έλγιν, τον Σκωτσέζο που αφαίρεσε τα γλυπτά του Παρθενώνα στις αρχές του 19ου αιώνα και τα μετέφερε στη Βρετανία — τη «Θούλη», δηλαδή το άκρο του Βορρά, σύμβολο του μακρινού και ψυχρού κόσμου της Δύσης. Με αυτήν την αναφορά, ο Ρενάν απομακρύνεται από το στερεότυπο του «ανώτερου Δυτικού», το οποίο συναντάμε δυστυχώς ακόμη στις μέρες μας, και θέτει τα όρια της ιεροσυλίας και της βεβήλωσης σε μια εποχή που η κλοπή αρχαιοτήτων θεωρούνταν συχνά μια καθόλα αποδεκτή πρακτική.
Ποια στάση κρατά ο διανοητής αφηγητής-ταξιδιώτης στη μετά Ρενάν εποχή; Είναι η Αθήνα και η Ακρόπολη μια « περίπτωση too good to be true », όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Σίγκμουντ Φρόυντ 18 με αφορμή την επίσκεψή του εκεί το 1904, μαζί με τον αδερφό του Αλεξάντερ ; « Όλα αυτά υπάρχουν πραγματικά, όπως τα μάθαμε στο σχολείο ; » αναρωτιέται ο Φρόυντ. « Είναι το ίδιο να βλέπει κανείς κάτι με τα ίδια του τα μάτια με το να το γνωρίζει μέσω αναγνώσεων ή από στόμα σε στόμα; ».
Τελικά, γράφει, το ταξίδι στην Αθήνα και η επίσκεψη στην Ακρόπολη, από μια αιφνίδια ευτυχής στιγμή – την οποία παραλληλίζει με την τύχη να κερδίσει κανείς το λαχείο-, μετατρέπεται σε ψυχολογικό φαινόμενο σκεπτικισμού.
Ο Φρόυντ περιγράφει μια εμπειρία αποπροσανατολισμού και διχασμού του εαυτού κατά την επίσκεψή του στην Ακρόπολη. Το γεγονός ότι βρέθηκε σε έναν τόπο που μέχρι τότε υπήρχε μόνο ως ιδέα ή γνώση από τα σχολικά του χρόνια, του προκάλεσε ένα συναίσθημα αποξένωσης.
Είναι ακριβώς αυτός ο διχασμός και αυτό το αίσθημα αποξένωσης που γίνεται η κύρια θεματική της αφήγησης « Στην Ακρόπολη », μια από τις 17 ιστορίες του βιβλίου Η Σέιμπο πέρασε από εκεί κάτω (εκδ. Πόλις, 2019) του βραβευμένου με Νόμπελ Ούγγρου συγγραφέα Λάζλο Κρασναχορκάι. Ο αφηγητής είναι ένας τουρίστας που περιγράφει την ανάβασή του στον ιερό βράχο, ταξίδι που ονειρευόταν όλη του τη ζωή.
Όμως τελικά, όταν φτάνει επιτέλους στην Ακρόπολη – μετά από διάφορες περιπέτειες μέσα στην πολύβουη σύγχρονη γεμάτη τουρίστες πόλη-, καθώς περιδιαβαίνει ανάμεσα στα ιερά μνημεία και τα γλυπτά, δεν καταφέρνει να δει απολύτως τίποτα. Είναι τυφλωμένος από το σκληρό φως της καλοκαιρινής ζέστης, τόσο που τα μάτια του δακρύζουν. Ο αφηγητής τουρίστας όμως δεν κλαίει από συγκίνηση, αλλά από πόνο. Εδώ η αφήγηση λειτουργεί ως σύγχρονη εκδοχή του ίδιου φιλοσοφικού ερωτήματος : μπορεί κανείς να δει πραγματικά έναν τόπο που έχει φανταστεί ατέλειωτες φορές μέσα στο μυαλό του και μέσα από αναφορές, εικόνες κι εμπειρίες τρίτων ή μήπως η εμπειρία του είναι καταδικασμένη να καλυφθεί από το βάρος όλων αυτών των επιρροών;
Αυτή βέβαια είναι η μία από τις πιθανές αιτίες που μπορεί να εμποδίσουν έναν τουρίστα να δει « πραγματικά » ένα μνημείο ή έργο. Ο Λάζλο Κρασναχορκάι δεν αποκαλύπτει τη μόρφωση του αφηγηματικού του ήρωα, ώστε να ξέρει ο αναγνώστης αν έρχεται έχοντας στη βαλίτσα του λογοτεχνικά μπαγκάζια. Το αφήνει λοιπόν ως μια ανοιχτή υπόθεση.
Η άλλη αιτία είναι το οξύμωρο και η αντίφαση, δύο στοιχεία που διατρέχουν έντονα το έργο του συγγραφέα. Ο Κρασναχορκάι κινείται ανάμεσα στο ιδεατό, την ομορφιά και το όνειρο από τη μία και την ασχήμια της σύγχρονης πραγματικότητας από την άλλη. Και η σύγχρονη πραγματικότητα της Αθήνας παρουσιάζεται εδώ με τον πιο καυστικό κι αποκαλυπτικό τρόπο, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Η ανάβαση αυτή παίρνει τη μορφή ιλαροτραγωδίας με αναφορές στον Κάφκα και στο παράδοξο του Μπέκετ. Οι ταξιτζήδες κάνουν άσκοπους γύρους επίτηδες για να πάρουν περισσότερα χρήματα από τους τουρίστες. Οι οδηγοί των αυτοκινήτων στο Σύνταγμα μετακινούνται συνεχώς ,αλλά χωρίς σκοπό (ο αφηγητής αναρωτιέται πού πηγαίνουν), ενώ οδηγούν τόσο επικίνδυνα που οι πεζοί φοβούνται να διασχίσουν το δρόμο — και όπως θα ανακαλύψει στο τέλος ο αναγνώστης, δεν έχουν και τόσο άδικο να φοβούνται… Οι νέοι της πόλης ξοδεύουν το χρόνο τους βολοδέρνοντας και πίνοντας μπίρες στα καφέ του κέντρου και μάλιστα παραξενεύονται – ένας από αυτούς τους αργόσχολους των καφέ, ο « Jorgo », τον κοιτά μάλιστα σουφρώνοντας τα χείλη του με απογοήτευση – όταν μαθαίνουν ότι ο αφηγητής θέλει να ανέβει στην Ακρόπολη επειδή αυτή η ανάβαση είναι για κείνον ένα όνειρο ζωής από την παιδική του ηλικία.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, αν στη σύγχρονη Ελλάδα ο τουρίστας που αναζητά το «ελληνικό θαύμα» πέφτει στις παγίδες της καθημερινότητας — τα ταξί, τους άλλους τουρίστες, την πολυκοσμία, τη μόλυνση, τους νέους που περνούν τη μέρα τους στα καφέ, και τις τσουχτερές τιμές εισιτηρίων μουσείων —, ο ταξιδιώτης του 19ου αιώνα αντιμετώπιζε άλλες μορφές απογοήτευσης :
«Ο φόβος του κλέφτη», που επιτιθόταν στα καραβάνια για λίγα λάφυρα ή στους πειρατές, ήταν ένα συχνό λογοτεχνικό μοτίβο στα ταξιδιωτικά κείμενα του 19ου αιώνα. Προσέθετε δυναμική και περιπέτεια, κι έτσι αναπαραγόταν ως στερεότυπο. Παράλληλα, ο ταξιδιώτης απογοητευόταν από την εικόνα των «μίζερων» Ελλήνων, ντυμένων με στολές αρβανίτη, που κάπνιζαν ναργιλέ και έτρωγαν βραστά αυγά και αρνί — πολύ μακριά δηλαδή από την ιδεατή εικόνα του ευγενούς αρχαίου. (Ο Φλωμπέρ, για παράδειγμα, παραπονιόταν ότι στα χάνια, που μύριζαν από τα αναμμένα τζάκια, σέρβιραν μόνο βραστά αυγά και ψητό αρνί). 19
Το στερεότυπο αυτό του « φόβου του κλέφτη », το αναφέρει για παράδειγμα η Κορνελί Ρενάν σε ένα γράμμα της που στέλνει από την Αθήνα στην φίλη της Σοφί Μπερτελό : « Έχει γύρω από την πόλη, της γράφει στο γράμμα της, κλέφτες που κάνουν τα ταξίδια αδύνατα. Λένε ότι θέλουν να κερδίσουν την αμνηστία και γι αυτό ψάχνουν να ληστέψουν όσο περισσότερους γίνεται και κυρίως ξένους, ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια να διαπραγματευτούν με την κυβέρνηση. Αυτό δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και χρειάζεται να λάβουμε τα μέτρα μας ακόμα και για να πάμε ένα ταξίδι ως την Ελευσίνα. Αυτή είναι η άλλη όψη του νομίσματος αυτού του γοητευτικού τόπου ». 20
Από την πλευρά του όμως ο Ερνέστ Ρενάν δεν αναφέρει κάτι αντίστοιχο, πχ σε γράμμα που στέλνει στη μητέρα του στις 23 Μαρτίου του 1865 21, δεν ασχολείται με στερεότυπα για να προκαλέσει αίσθηση. Το δικό του ενδιαφέρον είναι ιστορικό, ερευνητικό και φιλοσοφικό, περνώντας μέσα από την προσωπική μαρτυρία, ακολουθώντας τα βιβλικά χνάρια, προσπαθεί να χτίσει τη δική του εκδοχή, μα φυσικά χωρίς να αποφεύγει κι εκείνος κάποια στερεότυπα, όπως είδαμε πιο πάνω.
Ο αφηγηματικός ήρωας του Λάζλο Κρασναχορκάι — ο αδαής, λίγο γραφικός τουρίστας — απογοητεύεται στην κορυφή της Ακρόπολης. Ίσως τελικά η απογοήτευσή του να μην πηγάζει αποκλειστικά από την πολυκοσμία ή τη σύγχρονη ασχήμια, αλλά από το ότι το ταξίδι του είναι ένα φαντασιακό όνειρο των παιδικών του χρόνων, χωρίς όμως να συνοδεύεται από ένα συγκεκριμένο στόχο, μια ακαδημαϊκή, ή επιστημονική σπουδή για παράδειγμα, ή την αναζήτηση έμπνευσης που ψάχνει ο ποιητής, ο λογοτέχνης, ο καλλιτέχνης, όπως συνέβαινε με πολλούς ταξιδιώτες του 19ου αιώνα που δεν ήταν απλώς τουρίστες μαζικού τουρισμού.
Σε όλες τις ιστορίες της Σέιμπο, η τύχη του ήρωα συνδέεται με την ένταση του προσωπικού του πάθους : όσοι έχουν σκοπό, γνώση, μια βαθιά αφοσίωση « διασώζονται » κατά κάποιο τρόπο, παρά την ασχήμια γύρω τους, – όπως πχ ο επισκέπτης της Scuola Grande di San Rocco στη Βενετία που φτάνει μέχρι την προσωπική πνευματική υπέρβαση, καθώς στέκεται εκστατικός και έντρομος, μπροστά σε έναν πίνακα του Τιντορέτο, με τίτλο « Cristo Morto ». Άλλοι ζούνε εγκλωβισμένοι μέσα στον δικό τους εσωτερικό πνευματικό κόσμο, όπως οι βουδιστές στην ιαπωνική πόλη Ιναζάβα – και τέλος υπάρχουν κι εκείνοι που, τυφλωμένοι από το επιφανειακό, περιδιαβαίνουν άσκοπα χωρίς τελικά να βλέπουν τίποτα.
Έτσι, η αφήγηση του ήρωα του Κρασναχορκάι μετατρέπεται σε μια κριτική του μαζικού τουρισμού: η απλή παρουσία στον τόπο δεν αρκεί αν δεν υπάρχει πάθος, σκέψη, εμβάθυνση. Από την άλλη, δεν πρέπει να κυριαρχείται κανείς από σνομπισμό και απαξίωση, ή περιφρόνηση για τους γύρω του.
H προσευχή του Ρενάν φτάνει στ’ αυτιά μας σαν ηχώ από το υπερπέραν : « Δημοκρατία, εσύ που έχεις για θεμελιώδες δόγμα ότι κάθε καλό προέρχεται από τον λαό, και πως όπου δεν υπάρχει λαός για να θρέψει και να εμπνεύσει το πνεύμα, δεν υπάρχει τίποτα, δίδαξέ μας πώς να εξάγουμε το διαμάντι μέσα από τα ακάθαρτα πλήθη» 22. « Οι Ροδίτες ήταν πλούσιοι, γράφει λίγο παρακάτω, αλλά οι Αθηναίοι είχαν το πνεύμα». 23
Σήμερα υπάρχει άραγε κάποιος που να επιθυμεί να διατηρήσει την πνευματικότητα αποκηρύσσοντας τη βαρβαρότητα του εύκολου κέρδους; Ποιος μπορεί σήμερα να αντικρύσει την ομορφιά χωρίς να την βλέπει ως προϊόν προς κατανάλωση ; Ποιος μπορεί να αγαπήσει τον πολιτισμό χωρίς να τον εμπορευματοποιεί, αλλά και χωρίς να απομακρύνεται επικίνδυνα από το ανθρώπινο ή πάλι να απογοητεύεται λόγω της φούσκας που δημιούργησε για έναν τόπο που « γνωρίζει » πριν καν τον δει ; Οι ισορροπίες δύσκολες, εύθραυστες, αλλά ας κρατήσουμε την πίστη μας ότι δεν είναι πάντα ανέφικτες…
1 Με το έργο του «Vie de Jésus» (Η ζωή του Ιησού, 1863) προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους συντηρητικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, γιατί σ ’αυτό παρουσίαζε τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο της εποχής, και όχι ως θρησκευτικό, τονίζοντας μάλιστα την ανθρώπινη διάστασή του. Έτσι, θεωρήθηκε βλάσφημο, γιατί υποβάθμιζέ το υπερφυσικό στοιχείο, κάτι που τον έφερε σε αντίθεση με την προσέγγιση του εκκλησιαστικού δόγματος. Παράλληλα, σ ένα από τα πιο σημαντικότερα πολιτικά και φιλοσοφικά του έργα, στο Qu’est-ce qu’une nation? (Τι είναι έθνος; 1882 ), όρισε την έννοια του έθνους όχι ως φυλετική ή γλωσσική κοινότητα, αλλά ως πνευματική και ιστορική ένωση ανθρώπων. Στους εθνικιστικούς κύκλους της εποχής θεωρήθηκε προκλητικό, επειδή ο Ρενάν αρνήθηκε να ορίσει το έθνος με βάση τη φυλή, τη γλώσσα ή τη θρησκεία. Υπό αυτήν την έννοια, παραμένει και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρο.
2 Η αείμνηστη καθηγήτρια γαλλικής φιλολογίας Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, -nτης οποίας η διδακτορική διατριβή και στη συνέχεια το ερευνητικό και μεταφραστικό έργο, επικεντρώθηκε στον ιστορικό και συγγραφέα Ερνέστ Ρενάν- , μετέφρασε την Προσευχή στην Ακρόπολη. Η δίγλωσση αυτή έκδοση κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Στερέωμα. Οι αναφορές μου εδώ βασίζονται πάνω σ ’αυτήν την έκδοση. Το απόσπασμα για τον « στυλίτη » βρίσκεται στη σελ. 50. Μέσα από το άρθρο αυτό, μου δίνεται η ευκαιρία να αποτίσω ένα φόρο τιμής, -ως ένα μικρό δείγμα ευγνωμοσύνης – στο σημαντικό της έργο της Ιφ. Μποτουροπούλου, αλλά και στους φιλικούς δεσμούς και στην επικοινωνία που είχαμε από τα χρόνια της συγγραφής του διδακτορικού μου πάνω στους Γάλλους συνταξιδευτές στην Ελλάδα του 19ου αι. (Ioanna Vasilakopoulou, « Les voyageurs-compagnons français en Grèce au XIXe siècle : une écriture particulière ? », Sorbonne Paris IV, 2005, sous la direction de François Moureau. Membres de jury : Sophie Basch et Sarga Moussa).
3Jean Psichari, Ernest Renan, jugements et souvenirs, Paris, Les éditions du monde moderne, 1925, σελ. 101
4 Jules, Michelt La Bible de l’humanité (1864) / Ο Ρενάν θαυμάζει βαθιά τον Μισελέ, τόσο ως ιστορικό όσο και ως αφηγητή, παρόλο που δεν συμμερίζεται όλες του τις θέσεις. Τον θεωρεί ένα πρότυπο κοσμικής πίστης, αν και ο ίδιος παραμένει δεμένος με τα βιβλικά κείμενα, καθώς και με μια εικόνα του Ιησού απογυμνωμένη από το θείο στοιχείο — γεγονός που του στοίχισε τον αποκλεισμό του από το Collège de France μετά τη δημοσιοποίηση του έργου του Η ζωή του Χριστού( La Vie de Jésus,1863).
5 Το έργο Η Ακρόπολη των Αθηνών (L’Acropole d’Athènes )του ιστορικού και αρχαιολόγου Ερνέστ Μπελέ που εκδόθηκε το 1853 ήταν αναφορά για πολλούς ταξιδιώτες της εποχής. Ο Μπελέ έβλεπε την Ακρόπολη ως σύμβολο πνευματικότητας και νίκη του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα και αυτή η εξιδανικευμένη θέση είχε επιρροή και στο Ρενάν.
6Simone Fraisse, Renan au pied de l’Acropole. Du nouveau sur la « Prière ». Éd. A.G. Nizet, Paris, 1979.
7 Το ταξίδι το στην Παλαιστίνη διήρκησε από τις 20 Απριλίου ως τις 23 Μαΐου του 1861. Στο ταξίδι τον συνόδευε η αδερφή του Ενριέτ που δυστυχώς αρρώστησε και πέθανε στις 24 Σεπτεμβρίου 1859 στο Amchit, πιθανότατα από πυρετό ή χολέρα. Σ εκείνην αφιέρωσε το έργο «Vie de Jésus» (Η ζωή του Ιησού), που δημοσίευσε λίγα χρόνια αργότερα (1863), με τη φράση: «Στην αγαπημένη και ιερή μνήμη της αδελφής μου Ενριέτ, που πέθανε στη Βύβλο, στις 24 Σεπτεμβρίου 1859, μέσα στα χέρια του αδελφού της, κατά τη διάρκεια των ερευνών που είχε μοιραστεί μαζί του.»
8 Aux sources de la « Prière sur l’Acropole » ou la prière impossible, σελ. 93-102 : https://books.openedition.org/pur/33496?lang=fr
9 Από το πρωτότυπο : « Les préjugés du juif iconoclaste, insensible aux beautés plastiques, l’aveuglèrent ; il prit ces incomparables images pour des idoles : « Son esprit, dit son biographe, s’aigrissait en lui-même, quand il voyait la ville remplie d’idoles. » Ah ! belles et chastes images, vrais dieux et vraies déesses, tremblez ; voici celui qui lèvera contre vous le marteau. Le mot fatal est prononcé : vous êtes des idoles ; l’erreur de ce laid petit Juif sera votre arrêt de mort ». Ernest Renan, Saint Paul, Michel Lévy, 1869, Chapitre VII, 172.
10 H ερευνήτρια και ακαδημαϊκός Sophie Basch επικεντρώνει μεγάλο μέρος των μελετών της πάνω στον οριενταλισμό, αλλά και στις μετατοπίσεις του φιλελληνισμού, κινήματος που πυροδότησε συγγραφείς και καλλιτέχνες σε όλη την Ευρώπη από την εξέγερση των Ελλήνων κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1821 και μετά. Γνωστή, ανάμεσα σε άλλα, για το έργο της Le mirage grec (…), Paris-Athènes, Hatier-Kauffmann, 1995.
11 Από ομιλία της Sophie Basch στο Collège de France : https://www.college-de-france.fr/fr/agenda/grand-evenement/hommage-ernest-renan/la-fortune-de-la-priere-sur-acropole?utm_source=chatgpt.com
12 Το έργο Souvenirs d’enfance et de jeunesse (1883) δημοσιεύθηκε αρχικά στo περιοδικό « Revue des deux mondes » το 1876. Ernest Renan, Prière sur L’Acropole, Illustrations en couleur de Serge de Solomko, Paris, A. et F. Ferroud, 1920. Εδώ παραθέτουμε το απόσπασμα στη μετάφραση της Ιφιγένειας Μποτουροπούλου, op.cit., σελ. 16 και 18.
13 Προσευχή, Ιφ. Μποτ. op.cit., σελ 20.
14Προσευχή, Ιφ. Μποτ. op.cit., σελ. 40 και 42.
15 Προσευχή, Ιφ. Μποτ. op.cit., σελ.28.
16Ibid. σελ.36.
17 Ibid., σελ. 38.
18 Ελληνικός τίτλος : «Μια διαταραχή της μνήμης στην Ακρόπολη». Οι αναφορές εδώ είναι μεταφρασμένες στα ελληνικά από τη γαλλική μετάφραση : Un trouble de mémoire sur l’Acropole. Lettre à Romain Rolland, 1936.
19Ο Γκυστάβ Φλωμπέρ δεν έγραψε ταξιδιωτικό βιβλίο για τα δυο ταξίδια του στην Ανατολή ή για το πέρασμά του από την Ελλάδα. Το 1910, τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, οι σημειώσεις του συμπεριλήφθηκαν, μετά από συμφωνία με την ανιψιά του και με τον εκδότη στα άπαντά του. Το απόσπασμα που παραθέτουμε εδώ, από την επίσκεψή του στο χάνι είναι από μεταγενέστερη έκδοση : Gustave Flaubert, Voyages, éd. Arlea, Paris, 1998. Ο Φλωμπέρ βρέθηκε στην Ελλάδα μαζί με τον καλό του φίλο Μαξίμ Ντυ Καμ μεταξύ Δεκεμβρίου 1850 και Φεβρουαρίου 1851, κατά τη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού τους στην Ανατολή. Ο Ντυ Καμπ είχε γράψει χαρακτηριστικά για τον Φλωμπέρ ότι μόλις έπεφτε το μάτι του πάνω σε ένα κιτρινισμένο εξώφυλλο, που είχε στον τίτλο το γράμμα g από την λέξη Ελλάδα (στα γαλλικά Grèce), τον έπιανε χτυποκάρδι. (Maxime Du Camp, Souvenirs littéraires, Paris, Aubier, 1994, σελ.189). Αντιμετωπίζοντας όμως την πραγματικότητα στο ταλαιπωρημένο, νεοσύστατο ελληνικό κράτος, που βρισκόταν πλέον υπό την ηγεμονία του Βαυαρού βασιλιά Όθωνα, και μετά από την μακροχρόνια περίοδο της τουρκοκρατίας και των επαναστατικών αγώνων για την ελευθερία και την ανεξαρτησία, ο Φλωμπέρ ένιωσε απογοήτευση και όλο το φαντασιακό του ιδεατού που είχε φτιάξει στο μυαλό του μέσα από την κλασσική του παιδεία γκρεμίστηκε. Άλλωστε, και η Ανατολή είχε απογοητεύσει τον Φλωμπέρ εξαιτίας της επιρροής από τη Δύση. (Ένας σκιτσογράφος της εποχής εκείνης, o Bertall, είχε φτιάξει μια καρικατούρα, όπου επέκρινε τις κοινωνικές ανισότητες στη Γαλλία, παρουσιάζοντας το Παρίσι ως « πολυκατοικία πέντε ορόφων » με τους θυρωρούς να μένουν στο ισόγειο, τους αστούς στον πρώτο, τη μεσαία τάξη στον 2ο και 3ο και τους φτωχούς εργάτες στον 4ο και 5ο : Le diable à Paris, 1845 ). Ο Φλωμπέρ λοιπόν, απογοητευμένος, έβλεπε την διάβρωση της Ανατολής από την σύγχρονη ζωή της και τα πρότυπα της Δύσης κι αναρωτιόταν : « Orient où est-tu”, « Ανατολή πού είσαι; » (Gustave Flaubert Correspondance, γράμμα στον Louis Bouilhet, 19 Δεκεμβρίου 1850, σελ. 727.
20 « Cornélie Renan στην Sophie Berthelot », Αθήνα 1η Μαρτίου 1865, Cent lettres de Cornélie Renan à Sophie Berthelot,Paris, CNRS, 1992.
21 Ernest Renan στη μητέρα του, Αθήνα 23 Μαρτίου 1865, in : Œuvres complètes d’Erets Renan, t. IX, « Lettres de famille ».
22Ernest Renan, Prière sur L’Acropole, σελ. 28.
23 Σελ. 32
*Η Ιωάννα Λου (πατρώνυμο Βασιλακοπούλου) Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Ζει στη Γαλλία από το 1998 όπου αρχικά έκανε μεταπτυχιακά και διδακτορική διατριβή πάνω στην ταξιδιωτική φιλολογία του 19ου αι. Στην τριμελή επιτροπή παρουσίασης είχαν λάβει μέρος ο επιβλέποντας καθηγητής κος François Mourreau, η Sophie Basch και ο Sarga Moussa (SNRS) . Les voyageurs-compagnons français en Grèce au XIXe siècle : une écriture particulière? | Theses.fr
Γράφει ποίηση καθώς και πεζά κείμενα. Το 2024 δημοσιεύθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή Άνθη του καλού από τις εκδ. Κέδρος Σύντομα θα κυκλοφορήσει η δεύτερη ποιητική της συλλογή από τις εκδόσεις Ιωλκός. Έχει μόλις ολοκληρώσει μια συλλογή από νουβέλες κι ελπίζει να βρει τον δρόμο της έκδοσης. Γράφει και στα ελληνικά και στα γαλλικά.
