Η επιστροφή των νεκρών
Η νεκρολογική ρητορική του σύγχρονου πολιτισμού και η αδιάκοπη παραγωγή πολιτισμικών «θανάτων»
Κάθε καλοκαίρι, με αφορμή τις αναβιώσεις των κλασικών κειμένων στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, επανέρχεται σχεδόν τελετουργικά μια γνώριμη αντιπαράθεση. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι υπερασπίζονται την «αυθεντικότητα» του έργου και την ανάγκη να διατηρηθεί αλώβητο, σαν η αξία του να εδράζεται ακριβώς στην ανθεκτικότητά του απέναντι στον χρόνο. Από την άλλη, όσοι επιμένουν ότι ένα έργο που αναπαράγεται πιστά, χωρίς να επανερμηνεύεται, κινδυνεύει να απολιθωθεί· να μετατραπεί σε μουσειακό έκθεμα, δηλαδή, υπό μία έννοια, σε νεκρό αντικείμενο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι δύο αντίπαλες θέσεις, παρά τις διαφορές τους, μοιράζονται το ίδιο λεξιλόγιο. Και οι δύο μιλούν για τη ζωή και τον θάνατο των έργων. Διαφωνούν μόνο ως προς το τι τα κρατά ζωντανά: η ακεραιότητα της μορφής ή η διαρκής ιστορική τους επανενεργοποίηση;
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τη σκηνική πρακτική αλλά ένα ευρύτερο θεωρητικό ερώτημα: με ποιον τρόπο μια πολιτισμική μορφή (και ό,τι αυτή κομίζει) συνεχίζει να «ζει»; Η ζωή της ορίζεται από τη σταθερότητα ή από τη δυνατότητα μετασχηματισμού εντός της ιστορικής συνέχειας;
Με αφετηρία αυτό το ερώτημα θα ήθελα να σχολιάσω μια ευρύτερη παθολογία του σύγχρονου πολιτισμικού λόγου: την εμμονή του με τον θάνατο. Όχι τον βιολογικό θάνατο, αλλά τη σχεδόν αντανακλαστική ανάγκη να διακηρύσσει, με εντυπωσιακή ευκολία, τον θάνατο μορφών, εννοιών, ιδεών και παραδόσεων.
Η νεκρολογική ρητορική του πολιτισμού
Αν επιχειρήσουμε να χαρτογραφήσουμε τη σύγχρονη πολιτισμική ρητορική, θα διαπιστώσουμε ένα παράδοξο. Την ίδια στιγμή που οι τεχνολογίες της ζωής γνωρίζουν πρωτοφανή ανάπτυξη —η ιατρική λ.χ. παρατείνει το προσδόκιμο ζωής, η βιοτεχνολογία ανασχεδιάζει τα όρια του σώματος, η ψηφιακή τεχνολογία πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες μνήμης και αναπαραγωγής— ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για τον πολιτισμό οργανώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από το λεξιλόγιο του τέλους. Θάνατοι, λήξεις, εξαφανίσεις, «μετα-» και «post-» εποχές. Σχεδόν κάθε εβδομάδα αναγγέλλεται μια νέα κηδεία: της ιστορίας, της ιδεολογίας, του συγγραφέα, του έθνους, της λογοτεχνίας, της κριτικής, της ηθικής, της αλήθειας.
Δεν πρόκειται απλώς για πληθωρισμό μεταφορών του τέλους. Θα ονόμαζα αυτή την τάση νεκρολογική ρητορική, έναν τρόπο πολιτισμικής αυτοπεριγραφής σύμφωνα με τον οποίο κάθε νέα μορφή αποκτά νομιμοποίηση μόνο αφού προηγουμένως έχει αναγγείλει τον θάνατο εκείνης που αντικαθιστά
Το αξιοσημείωτο δεν είναι ότι αυτές οι διαγνώσεις διατυπώνονται. Είναι ότι έχουν καταστεί σχεδόν η προνομιακή ρητορική με την οποία ο πολιτισμός περιγράφει τις μεταβολές του. Σαν να δυσκολευόμαστε πλέον να μιλήσουμε για αλλαγή χωρίς να τη μεταφράσουμε σε θάνατο. Είναι σαν η αξία μιας νέας θεωρίας να μην κρίνεται μόνο από την ερμηνευτική της δύναμη και πειθώ, αλλά πιο πολύ από το μέγεθος της συμβολικής κηδείας που προηγείται της επίσημης εμφάνισής της.
Βεβαίως, αυτή η σχέση του δυτικού στοχασμού με το τέλος δεν είναι καινούρια. Από τον Ησίοδο και την παρακμή των γενών, έως την Αποκάλυψη του Ιωάννη και τις χιλιαστικές προσδοκίες του πρώιμου νεότερου κόσμου, η δυτική σκέψη γνώρισε μια μακρά παράδοση εσχατολογικών αφηγήσεων. Τον 19ο αιώνα η εσχατολογία εκκοσμικεύεται μέσα στις φιλοσοφίες της ιστορίας, ενώ τον 20ό αιώνα η γλώσσα του τέλους αποκτά κυρίως κριτική λειτουργία. Ο «θάνατος του συγγραφέα», ο «θάνατος του ανθρώπου», το «τέλος των μεγάλων αφηγήσεων» δεν διατυπώθηκαν ως νεκρολογίες αλλά ως θεωρητικές χειρονομίες αποσταθεροποίησης· επιχειρούσαν να δείξουν ότι όσα θεωρούσαμε φυσικά και αυτονόητα ήταν στην πραγματικότητα ιστορικές κατασκευές.
Ακόμη και εκεί όπου ο θάνατος αποκτά βαθύτερη φιλοσοφική σημασία, δεν λειτουργεί ως απλή λήξη. Στον Freud, φέρ’ ειπείν, η καταναγκαστική επανάληψη υπενθυμίζει ότι ο πολιτισμός δεν προχωρεί μόνο μέσα από τη συσσώρευση αλλά και μέσα από την επιστροφή. Στον Benjamin, αντίθετα, η ιστορία δεν ολοκληρώνεται σε κάποιο τελικό στάδιο, αλλά διακόπτεται από εκείνες τις στιγμές όπου το παρελθόν εισβάλλει αιφνιδιαστικά στο παρόν. Και στις δύο περιπτώσεις, ο θάνατος δεν περιγράφει ένα οριστικό τέλος. Λειτουργεί πιο πολύ ως μέσο απο-φυσικοποίησης του ιστορικού χρόνου.
Από την κριτική λειτουργία στη ρητορική συνήθεια
Σήμερα, όμως, κάτι έχει μετατοπιστεί. Και μάλιστα έντονα. Ο θάνατος δεν λειτουργεί πλέον ως κριτική κατηγορία αλλά ως ρητορική συνήθεια. Είναι πια μια μορφή κανονικότητας. Δεν σηματοδοτεί ρήξη, αλλά αναμενόμενο (προβλέψιμο) σχήμα. Ο «θάνατος της λογοτεχνίας» ή της κριτικής ή της αισθητικής επαναλαμβάνεται με τέτοια συχνότητα ώστε να μοιάζει λιγότερο με διάγνωση και περισσότερο με ύφος, φόρμουλα.
Η νεκρολογική αυτή ρητορική αποκτά ιδιαίτερη ένταση στον ακαδημαϊκό χώρο, όπου κυριαρχεί η γνωστή θέση που αφορά τις δημοσιεύσεις και την επιβίωση του ακαδημαϊκού: publish or perish. Μέσα σε αυτό το πνεύμα η πρωτοτυπία αποτελεί θεμελιώδες κριτήριο αναγνώρισης και αναρρίχησης. Όπως έδειξε ο Pierre Bourdieu, κάθε επιστημονικό πεδίο συγκροτεί τους δικούς του μηχανισμούς κύρους, διάκρισης και νομιμοποίησης. Η γνώση αναμφίβολα προχωρά μέσα από νέες ιδέες, όμως η πίεση της διαρκούς καινοτομίας μετατρέπει συχνά το «νέο» από διανοητική κατάκτηση σε επαγγελματική επιταγή.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι δεν αρκεί να ερμηνεύσεις διαφορετικά τον κόσμο· οφείλεις να εμφανιστείς ως εκείνος που εγκαινιάζει έναν νέο κόσμο. Και αυτό γίνεται ευκολότερο όταν έχει προηγηθεί η συμβολική κηδεία του προηγούμενου. Το γνώρισα και προσωπικά.
Ως νέος ακαδημαϊκός, και ένθερμος θιασώτης του μεταμοντερνισμού, πίστεψα ότι κάθε καινούρια θεωρία όφειλε να αποδείξει την αξία της ενταφιάζοντας την προηγούμενη. Με τον καιρό κατάλαβα ότι οι μεγάλες θεωρίες δεν επικρατούν επειδή θάβουν (αδέξια ή επιδέξια, δεν έχει σημασία) τους προγόνους τους, αλλά επειδή συνομιλούν μαζί τους, ακόμη και όταν διακηρύσσουν το ακριβώς αντίθετο.
Πολιτισμική οικονομία της προσοχής
Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην πανεπιστημιακή παραγωγή και κοινότητα. Αφορά ολόκληρη την οικονομία της προσοχής μέσα στην οποία κυκλοφορούν σήμερα οι ιδέες. Στην ψηφιακή εποχή, η καινοτομία δεν είναι απλώς αξία· είναι εμπόρευμα. Και, όπως κάθε εμπόρευμα, πρέπει να τραβήξει το βλέμμα. Και υπ’ αυτή την έννοια, το «τέλος» διαθέτει πολύ μεγαλύτερο επικοινωνιακό εκτόπισμα από τη συνέχεια, όπως και η ρήξη είναι σαφώς πιο ελκυστική από τη γενεαλογία. Τίτλοι και εξαγγελίες όπως «Πέθανε η λογοτεχνία», «τέλος της κριτικής», «μετά τον άνθρωπο», «μετά την αλήθεια», δεν περιγράφουν απλώς μια κατάσταση· λειτουργούν ως μηχανισμοί προσέλκυσης της προσοχής.
Ας μην ξεχνάμε ότι η ψηφιακή οικονομία βασίζεται στη διαρκή παραγωγή του καινούριου (το καλτ της νεότητας), στη λογική constant novelty, όπου κάθε ημέρα οφείλει να φέρνει ένα νέο «breaking news», μια νέα κρίση, μια νέα κατάρρευση, μια νέα ακύρωση, μια νέα τραγωδία, και μια «κηδεία». Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ακόμη και τα δελτία ειδήσεων ανοίγουν σχεδόν πάντοτε με την βροντώδη ανακοίνωση κάποιας πολύ δυσάρεστης είδησης, κάποιου θανάτου, πραγματικού, συμβολικού ή μεταφορικού. Ο θάνατος, όσο και να τον φοβόμαστε, πυροδοτεί το ενδιαφέρον μας (εφόσον φυσικά αφορά μόνο τους άλλους). Και αυτό το ενδιαφέρον μετατρέπεται σε κλικ, το κλικ σε δεδομένα και τα δεδομένα σε οικονομική αξία.
Θέλω να πω ότι η νεκρολογική ρητορική δεν είναι μόνο πολιτισμικό ύφος· είναι και ένας διόλου ευκαταφρόνητος οικονομικός πόρος.
Ιστορικότητα και ηθικοποίηση του παρελθόντος
Βέβαια πίσω από αυτό δεν βρίσκεται απλώς η εμπορευματοποίηση, αλλά μια βαθύτερη αγωνία: η ανάγκη να αποσπαστεί το παρόν από το βάρος της συνέχειας. Το παρελθόν δεν εμφανίζεται ως συνομιλητής αλλά ως επιβαρυμένο αντικείμενο που πρέπει να αποκηρυχθεί για να υπάρξει το νέο.
Έτσι συγκροτείται μια ιδιότυπη νεκρολογική οικονομία. Το νέο νομιμοποιείται όχι από όσα δημιουργεί αλλά από όσα υπόσχεται να θάψει. Κάπως έτσι το παρελθόν μετατρέπεται σε αρχείο ενοχών, ενώ η ιστορία παρουσιάζεται ως σειρά λαθών προς διόρθωση. Και η διαρκής αναγγελία του τέλους καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι η ιστορία μπορεί να ξαναρχίσει από μηδενική βάση.
Ίσως γι’ αυτό οι συνεχείς αναγγελίες «θανάτων» να αποκαλύπτουν λιγότερο την κατάσταση των τεχνών ή των ιδεών και περισσότερο το καθεστώς ιστορικότητας μέσα στο οποίο ζούμε. Ο François Hartog περιέγραψε εύστοχα την εποχή μας ως εποχή του «παροντισμού», ενός παρόντος τόσο διογκωμένου ώστε απορροφά τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον. Μέσα σε ένα τέτοιο «αγέραστο», διαρκές παρόν, η ευκολότερη σχέση με την ιστορία δεν είναι η συνομιλία αλλά η νεκρολογία. Αντί να εντάσσουμε το παρελθόν σε μια αλυσίδα μετασχηματισμών, το ανακηρύσσουμε λήξαν, ηθικά έκπτωτο και ιστορικά άκυρο και έτσι δεν μας απασχολεί. Μας «ηρεμεί».
Η νεκρολογική ρητορική δεν αποτελεί, επομένως, μια αθώα μεταφορά· λειτουργεί ως μηχανισμός οριοθέτησης. Όπως μας δίδαξαν, με διαφορετικούς τρόπους, ο Michel Foucault, ο Giorgio Agamben και ο Achille Mbembe, κάθε καθεστώς εξουσίας συγκροτείται καθορίζοντας ποιοι λογίζονται ως πλήρως «ζωντανοί» και ποιοι ωθούνται στις ζώνες της σιωπής ή του συμβολικού θανάτου. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στον πολιτισμό. Κάθε εποχή αποφασίζει όχι μόνο τι αξίζει να διαβαστεί ή να διασωθεί, αλλά και τι θεωρείται ακόμη «ζωντανό» και τι έχει ήδη καταδικαστεί στη λήθη.
Με αυτή την έννοια, η εν λόγω ρητορική θανάτου μετατρέπεται σε μηχανισμό αναδρομικής ενοχοποίησης, σύμφωνα με την οποία το παρελθόν δεν εγκαταλείπεται επειδή εξαντλήθηκε, αλλά επειδή κρίνεται με ηθικά μέτρα που ανήκουν σε μια εντελώς διαφορετική ιστορική στιγμή. Πάρτε ως παράδειγμα τις σύγχρονες καταγγελίες εναντίον των κλασικών συγγραφέων, καταγγελίες που εστιάζουν στη δουλεία, στην πατριαρχία ή άλλες μορφές ανισότητας της εποχής τους. Αντί να ερμηνεύσουμε ιστορικά τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν τα έργα, επιχειρούμε να τα δικάσουμε σαν να ήταν σύγχρονοί μας.
Η στάση αυτή θυμίζει, ως έναν βαθμό, εκείνο που ο Nietzsche διέκρινε στη «Γενεαλογία της Ηθικής», μια ηθική που συγκροτεί την ταυτότητά της περισσότερο μέσα από την καταδίκη του άλλου παρά μέσα από τη δική της δημιουργική κατάφαση. Το νέο δεν αρκείται να είναι διαφορετικό· αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει ότι είναι ηθικά ανώτερο από ό,τι προηγήθηκε (που συμβαίνει να είναι και το ευαγγέλιο όλων των πολιτικών).
Επιβίωση των μορφών
Ωστόσο, αυτή η επιθυμία καθαρότητας, που τόσο πολύ προωθείται στην εποχή μας, γνωστή άλλωστε και ως «εποχή της επανάστασης του συναισθήματος», είναι βαθιά παραπλανητική και ύπουλη, γιατί απλούστατα οι μορφές, και ό,τι τις συνοδεύει, εφόσον έχουν κάτι να πουν και να δείξουν, δεν εξαφανίζονται· μετασχηματίζονται. Δεν πεθαίνουν, όπως μας θέλουν οι επιτήδειοι να πιστεύουμε, αλλάζουν σημασία και όνομα. Και κάθε τομή που εμφανίζεται ως οριστική καταλήγει, αργά ή γρήγορα, να αποτελεί η ίδια αντικείμενο της ιστορίας.
Το είχε διατυπώσει υποδειγματικά ο T. S. Eliot στο δοκίμιό του «Tradition and the Individual Talent». Κάθε πραγματικά νέο έργο μεταβάλλει ολόκληρη τη διάταξη της παράδοσης, όχι επειδή τη διαγράφει αλλά επειδή την ανασυνθέτει. Το νέο δεν υπάρχει απέναντι στην παράδοση· υπάρχει μέσα της. Δεν επιλέγουμε αν θα έχουμε παράδοση. Επιλέγουμε μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα συνομιλήσουμε μαζί της. Ακόμη και η πιο ριζοσπαστική άρνησή της εξακολουθεί να μιλά τη γλώσσα που εκείνη της κληροδότησε.
Το ίδιο υπαινίσσεται, με τον δικό του παιγνιώδη τρόπο, ο Borges στον «Pierre Menard, συγγραφέα του Δον Κιχώτη». Το ίδιο ακριβώς κείμενο, αντιγραμμένο λέξη προς λέξη, γίνεται διαφορετικό έργο όταν αλλάζει η ιστορική στιγμή μέσα στην οποία διαβάζεται. Δεν χρειάζεται να αλλάξει το έργο για να αλλάξει η σημασία του· αρκεί να αλλάξει ο χρόνος που το περιβάλλει.
Κι όμως, η εποχή μας εξακολουθεί να προτιμά τη ρητορική της ρήξης. Από τα μανιφέστα των ιστορικών πρωτοποριών του 20ού αιώνα έως τις σύγχρονες πολιτικές και κοινωνιολογικές αφηγήσεις που υπόσχονται έναν κόσμο απαλλαγμένο από τις «παθογένειες» του παρελθόντος, επανέρχεται η ίδια δομή: ένα «πριν» που πρέπει να απορριφθεί και ένα «μετά» που εμφανίζεται ως καθαρό, πολλά υποσχόμενο και αμόλυντο. Το νέο μοιάζει να νομιμοποιείται όχι τόσο από όσα δημιουργεί όσο από όσα υπόσχεται να θυσιάσει και να ενταφιάσει. Και εδώ ακριβώς η λογική αυτή συναντά έναν πολύ παλαιότερο ανθρωπολογικό μηχανισμό.
Ο René Girard έδειξε ότι οι κοινωνίες συγκροτούν την ενότητά τους μέσα από τη θυσία ενός αποδιοπομπαίου θύματος. Στον σύγχρονο πολιτισμό δεν χρειάζεται πλέον πραγματικό θύμα. Αρκεί ένα συμβολικό πτώμα, ας πούμε ένας συγγραφέας, μια παράδοση, μια αισθητική, μια ιδεολογία, ένα έθνος, ακόμη και μια ολόκληρη ιστορική περίοδος. Η δημόσια αποκήρυξή τους λειτουργεί ως τελετουργία ηθικής αυτοεπιβεβαίωσης. Όπως είπαμε και πιο πάνω το νέο δεν γεννιέται απλώς· προηγείται πάντοτε μια συμβολική και όσο γίνεται πιο βαρύγδουπη και «ορατή» κηδεία.
Ιστορικότητα χωρίς διαγραφή
Αν κάτι αποκαλύπτει η αδιάκοπη παραγωγή πολιτισμικών «θανάτων», δεν είναι τόσο η εξάντληση των αντικειμένων που θρηνεί όσο η δυσκολία του παρόντος να σκεφτεί τη συνέχεια χωρίς αποκήρυξη. Μια εποχή που ανακηρύσσει διαρκώς τέλη ίσως δεν περιγράφει τον κόσμο της· προσπαθεί να τον ελαφρύνει από το βάρος της ιστορίας.
Κι όμως, η ιστορία των ιδεών δεν προχωρά με εκτελέσεις, αλλά, όπως είπαμε, με μεταμορφώσεις και μεταλλάξεις. Οι διακηρύξεις περί τέλους σπάνια επιβεβαιώνονται. Δείτε τι έγινε με το «τέλος της ιστορίας». Αποδείχθηκε η απαρχή μιας νέας εποχής άγριων γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Το «τέλος του βιβλίου» δεν ήρθε ποτέ· το βιβλίο άλλαξε θέση μέσα σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα ανάγνωσης. Η εκκοσμίκευση δεν εξαφάνισε τη θρησκεία. Ο «θάνατος της ζωγραφικής» δεν εμπόδισε τη ζωγραφική να επιστρέψει ξανά και ξανά. Ακόμη και το βινύλιο, που είχε ανακηρυχθεί οριστικά νεκρό, επανήλθε ως πολιτισμική μορφή. Είτε αρέσει είτε όχι, η ιστορία μοιάζει να διαθέτει μια ειρωνική συνήθεια: διαψεύδει συστηματικά τους νεκρολόγους της.
Ίσως κανείς δεν κατανόησε βαθύτερα αυτή την ιδιότυπη αντοχή από τον Aby Warburg. Με την έννοια του Nachleben, της μεταθανάτιας ζωής των μορφών, μας υπενθύμισε ότι οι εικόνες, οι μύθοι και οι ιδέες δεν πεθαίνουν όταν πάψουν να κυριαρχούν. Περιπλανώνται μέσα στον χρόνο, λανθάνουν, επανεμφανίζονται, μεταμφιέζονται σε νέα αισθητικά σώματα. Με άλλα λόγια, η ιστορία της τέχνης δεν είναι νεκροταφείο μορφών ή θέσεων αλλά ιστορία επίμονων επιβιώσεων.
Η θεατρική πράξη, για παράδειγμα, δεν «ανακαλύπτει» ξανά και ξανά τη σχέση με τον χώρο και την κοινότητα· την επαναδιαπραγματεύεται διαρκώς, από το αρχαίο δράμα έως τις σύγχρονες συμμετοχικές πρακτικές. Μας λένε ότι η σύγχρονη θεατρική σκηνή ανακάλυψε την έξοδο της τέχνης προς τον λαό μέσα από το συμμετοχικό θέατρο, το θέατρο-ντοκουμέντο ή τις site specific πρακτικές. Μα το μεσαιωνικό δράμα αυτό ακριβώς έκανε: βγήκε από τους κλειστούς χώρους της λόγιας παράδοσης και απευθύνθηκε στις πλατείες, στις κοινότητες και στις αγορές.
Μας λένε ότι ο Ιονέσκο και το Θέατρο του Παραλόγου αποκάλυψαν την ασυνέχεια της ύπαρξης και την κατάρρευση της λογικής. Μα ο Αριστοφάνης είχε ήδη γεμίσει τη σκηνή με πουλιά που συνομιλούν με ανθρώπους, με πόλεις κρεμασμένες στον ουρανό και με κόσμους όπου η λογική αυτοαναιρείται διαρκώς. Το ίδιο, με διαφορετικούς τρόπους, ο Βοκάκιος, ο Σαίξπηρ, ο Μπεν Τζόνσον και αμέτρητοι άλλοι.
Ακόμη και η αφήγηση περί ριζικής τομής στο θέατρο του 20ού αιώνα παραβλέπει ότι ήδη ο Antonin Artaud είχε επαναφέρει τη σωματικότητα και τη βία της σκηνής με όρους που αντλούσαν από πολύ παλαιότερες τελετουργικές μορφές.
Τι θέλω να υπογραμμίσω με όλα αυτά; Κάτι απλό. Αυτό που αλλάζει δεν είναι η ύπαρξη των μορφών, αλλά το καθεστώς της αναγνωρισιμότητάς τους. Το ζήτημα με τη σύγχρονη ρητορική των «θανάτων» δεν είναι ότι περιγράφει απλώς τον πολιτισμό, επιχειρεί να τον οργανώσει. Όταν ανακηρύσσεται ένας θάνατος, δεν κλείνει απλώς ένας κύκλος συζήτησης· ανοίγει ένας άλλος, όπου η προηγούμενη παράδοση έχει ήδη τεθεί, όπως σημειώνουμε πιο πάνω, , εκτός διαπραγμάτευσης.
Αυτό εξηγεί και τη γοητεία της «θανατερής» φόρμουλας (που έχει γίνει σχεδόν λογοτεχνικό είδος): απαλλάσσει από την υποχρέωση της αναμέτρησης. Είναι πιο εύκολο να κηρύξεις τον «θάνατο της κριτικής», λόγου χάρη, παρά να περιγράψεις τις νέες, διάσπαρτες και ασταθείς μορφές της κριτικής πρακτικής στο ψηφιακό περιβάλλον. Είναι πιο εύκολο να πεις ότι η λογοτεχνία «τελείωσε» παρά να αναλύσεις τις μετατοπίσεις της ανάγνωσης, της διάχυσης και της υλικότητας του κειμένου.
Όταν κάθε λίγο και λιγάκι ακούμε από παντού ξανά και ξανά το ίδιο «θανατερό» μοτίβο, ίσως το πρόβλημα να μην είναι η αντοχή του νεκρού αλλά η αδυναμία του νεκροθάφτη να βρει νέο θέμα που να μη μυρίζει θάνατο.
Ο Jacques Derrida μίλησε για μια ιστορία κατοικημένη από φαντάσματα. Δεν συνομιλούμε μόνο με τους ζωντανούς, γράφει, αλλά και με όσα διακηρύσσουμε ότι έχουμε ήδη ξεπεράσει. Οι μεγάλες μορφές του παρελθόντος δεν εξαφανίζονται· αλλάζουν τρόπο παρουσίας. Επιστρέφουν εκεί ακριβώς όπου πιστεύαμε ότι είχαν οριστικά εκλείψει.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας να μην είναι η δυσκολία της καινοτομίας αλλά η δυσκολία της κληρονομιάς. Δεν ξέρουμε πια πώς να κληρονομήσουμε. Έτσι, είτε αγιοποιούμε το παρελθόν είτε το οδηγούμε στο εδώλιο. Το μετατρέπουμε είτε σε μουσείο είτε σε δικαστήριο. Ξεχνάμε ότι η παράδοση δεν είναι ούτε λατρεία ούτε καταδίκη. Είναι συνομιλία. Είναι μια αδιάκοπη διαδικασία επιλογών, παρανοήσεων, μετασχηματισμών και δημιουργικών προδοσιών.
Ίσως αυτό να μας υπενθυμίζει κάθε καλοκαίρι και η Επίδαυρος. Όχι ότι οι τραγωδίες είναι αθάνατες ούτε ότι κινδυνεύουν να πεθάνουν. Μας υπενθυμίζει ότι ζουν επειδή δεν έπαψαν ποτέ να αλλάζουν αναγνώστες, θεατές, ορίζοντες προσδοκιών, και εποχές. Δεν επιστρέφουν ποτέ ίδιες, όπως ακριβώς δεν επιστρέφουμε ίδιοι ούτε εμείς, οι θεατές και αναγνώστες τους. Και το γεγονός ότι η εποχή μας και οι σύγχρονοι θεωρητικοί τις «πυροβολούν» (όπως πυροβολούν και το παρελθόν) δεν είναι επειδή τις μισούν, αλλά επειδή δεν αντέχουν την ιδέα ότι αυτές δεν πεθαίνουν.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα της ιστορίας, θεατρικής και όχι μόνο : οι νεκροί επιστρέφουν. Όχι επειδή η ιστορία αρνείται την αλλαγή, αλλά επειδή η αλλαγή δεν συντελείται ποτέ μέσω της λήθης. Συντελείται μέσω της μεταμόρφωσης.
Και γι’ αυτό, στο τέλος, δεν είναι οι νεκροθάφτες που έχουν τον τελευταίο λόγο. Είναι οι νεκροί που επιστρέφουν για να τους διαψεύσουν.
Υστερόγραφο: πολιτική και νεκρολογική ρητορική
Έστω και σε μορφή υστερόγραφου προσθέτω στα παραπάνω και το εξής, σχετικό και με το πολιτικό κλίμα που ζούμε. Η λογική της νεκρολογικής ρητορικής δεν περιορίζεται μόνο στον πολιτισμικό ή ακαδημαϊκό λόγο· επεκτείνεται με ιδιαίτερη ένταση και επιμονή και στον πολιτικό χώρο, όπου κάθε νέα πολιτική συγκρότηση τείνει να αυτονομιμοποιείται μέσω της ρητορικής αποκήρυξης του παρελθόντος. Νέα κόμματα ή ηγετικές ομάδες εμφανίζονται συχνά ως ριζική ρήξη με ένα προηγούμενο σύστημα που περιγράφεται ως εγγενώς διεφθαρμένο ή ανεπανόρθωτα παθολογικό.
Αυτό το σχήμα παράγει μια χαρακτηριστική ιστορική τοποθέτηση: το πολιτικό υποκείμενο δεν εντάσσεται στη συνέχεια της ιστορίας αλλά παρουσιάζεται ως εκείνο που βρίσκεται εκτός της, ως παρατηρητής και κριτής της Η πολιτική ταυτότητα συγκροτείται έτσι όχι μόνο μέσω προγραμμάτων ή θεσμικών προτάσεων, αλλά μέσω μιας πράξης συμβολικής «αποστασιοποίησης» (όπως θα έλεγε ο Μπρεχτ) από την ίδια την ιστορικότητα και τα τεκταινόμενά της.
Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική ρήξη δεν λειτουργεί απλώς ως στρατηγική διαφοροποίησης, αλλά ως μορφή νεκρολογικής αφήγησης. Το παρελθόν δεν μετασχηματίζεται ούτε ανασχηματίζεται, αλλά καταγγέλλεται ως σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή η γέννηση ενός «καθαρού» παρόντος. Το αποτέλεσμα είναι μια παράδοξη χρονικότητα, στην οποία η ιστορία δεν βιώνεται ως συνέχεια πρακτικών και αντιφάσεων, αλλά ως αλληλουχία προς ηθική ακύρωση.
