Η μάχη του Μίσιγκαν
Στις 4 Αυγούστου το πραγματικό διακύβευμα θα είναι: Στροφή προς το Κέντρο ή Αριστερά
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google
Λέξεις: Ν. Μπουνγκέρης
Μετά τη Νέα Υόρκη και το Ντένβερ, η επόμενη μεγάλη μάχη της αμερικανικής Αριστεράς είναι στο Μίσιγκαν:
Στροφή προς το Κέντρο ή προς τα Αριστερά;
Μετά τη νίκη του Ζόραν Μαμντάνι στις προκριματικές για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης και τις επόμενες τρεις νίκες για το Κογκρέσο, η κυρίαρχη εξήγηση ήταν σχεδόν καθησυχαστική για το κατεστημένο των Δημοκρατικών: «Αυτά συμβαίνουν μόνο στη Νέα Υόρκη». Μια βαθιά δημοκρατική μεγαλούπολη, με υψηλά ποσοστά νέων, μεταναστών και ενοικιαστών, θεωρήθηκε η μοναδική περίπτωση όπου ένας δημοκρατικός σοσιαλιστής μπορούσε να επικρατήσει.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, η νίκη της 29χρονης Melat Kiros στο Ντένβερ έδειξε ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον στη Νέα Υόρκη.
Το πραγματικό τεστ, όμως, βρίσκεται περίπου 1.000 χιλιόμετρα δυτικότερα.
Στις 4 Αυγούστου διεξάγονται οι Δημοκρατικές προκριματικές για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν και ο 41χρονος γιατρός και επιδημιολόγος Abdul El-Sayed βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις σημαντικότερες εσωκομματικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών. Αν κερδίσει τόσο τις προκριματικές όσο και τις εκλογές του Νοεμβρίου, θα καταρρεύσει ίσως η ισχυρότερη πολιτική παραδοχή των τελευταίων τριών δεκαετιών: ότι οι λεγόμενες «μωβ» (κοκκινομπλε) πολιτείες μπορούν να κερδηθούν μόνο από μετριοπαθείς, κεντρώους υποψηφίους.
Ο Επιδημιολόγος Abdul El-Sayed
Ο Abdul El-Sayed απέχει πολύ από το στερεότυπο του επαγγελματία πολιτικού. Είναι γιατρός, επιδημιολόγος, κάτοχος διδακτορικού στη Δημόσια Υγεία και υπότροφος Rhodes, μία από τις υψηλότερες ακαδημαϊκές διακρίσεις στον αγγλόφωνο κόσμο. Δίδαξε επιδημιολογία στο Πανεπιστήμιο Columbia, ενώ το επιστημονικό του έργο αριθμεί σήμερα σε πάνω από 4.000 βιβλιογραφικές αναφορές (citations) στο Google Scholar.
Είναι συν-συγγραφέας του Medicare for All, που κυκλοφόρησε από τις Oxford University Press, καθώς και συν-επιμελητής του πανεπιστημιακού συγγράμματος Systems Science and Population Health. Πριν εισέλθει στην κεντρική πολιτική σκηνή διετέλεσε διευθυντής Δημόσιας Υγείας τόσο στην πόλη του Ντιτρόιτ όσο και στην κομητεία Wayne, όπου ανέπτυξε πρακτικές πολιτικές πρόληψης και δημόσιας υγείας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι οι προτάσεις του για τη μεταρρύθμιση του αμερικανικού συστήματος υγείας βασίζονται όχι μόνο σε ιδεολογικές πεποιθήσεις αλλά και σε πολυετή επιστημονική και διοικητική εμπειρία.
Γιατί το Μίσιγκαν έχει τόσο μεγάλη σημασία
Το Μίσιγκαν δεν είναι μια οποιαδήποτε πολιτεία. Με πληθυσμό περίπου 10,1 εκατομμυρίων κατοίκων, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της σύγχρονης Αμερικής. Είναι η ιστορική καρδιά της αυτοκινητοβιομηχανίας και του εργατικού κινήματος, η πολιτεία της United Auto Workers (UAW), αλλά και μία από τις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο από την αποβιομηχάνιση και την αναδιάρθρωση της οικονομίας.
Είναι επίσης μια πολιτεία που έχει ψηφίσει Barack Obama, Donald Trump, Joe Biden και ξανά Donald Trump. Με άλλα λόγια, αποτελεί πραγματικό εκλογικό βαρόμετρο. Αν μια προοδευτική υποψηφιότητα μπορεί να κερδίσει εδώ, δύσκολα θα μπορεί κάποιος να υποστηρίζει ότι η Αριστερά είναι καταδικασμένη να περιορίζεται στα μεγάλα φιλελεύθερα αστικά κέντρα.
Η αραβοαμερικανική ψήφος και η σκιά της Γάζας
Παράλληλα, το Μίσιγκαν φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση Αραβοαμερικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περίπου 220.000–230.000 κάτοικοι, δηλαδή το 2,2% του πληθυσμού, έχουν αραβική καταγωγή, ενώ αν συμπεριληφθούν όλες οι κοινότητες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής (MENA), το ποσοστό προσεγγίζει το 3,1%. Οι μουσουλμάνοι υπολογίζονται σε περίπου 230.000–250.000 άτομα, δηλαδή περίπου στο 2,4% του συνολικού πληθυσμού.
Τα ποσοστά αυτά μπορεί να φαίνονται μικρά. Ωστόσο, η πολιτική τους σημασία είναι πολύ μεγαλύτερη, επειδή οι κοινότητες αυτές είναι έντονα συγκεντρωμένες γεωγραφικά. Περίπου το 38% των Αραβοαμερικανών του Μίσιγκαν κατοικεί στο Dearborn και στο Dearborn Heights, ενώ μεγάλες κοινότητες υπάρχουν επίσης στο Hamtramck και στο δυτικό Ντιτρόιτ. Στο Ντίρμπορν, οι κάτοικοι καταγωγής από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική αποτελούν πλέον πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού της πόλης.
Για δεκαετίες, οι Αραβοαμερικανοί ψήφιζαν συντριπτικά τους Δημοκρατικούς. Την περίοδο 2018–2020 περισσότερο από το 80% στήριζε το Δημοκρατικό Κόμμα, ενώ το 2018 είχαν στηρίξει μαζικά και την πρώτη υποψηφιότητα του ίδιου του El-Sayed για κυβερνήτη.
Ο πόλεμος στη Γάζα, όμως, άλλαξε δραματικά το πολιτικό τοπίο. Στις προεδρικές εκλογές του 2024, ένα σημαντικό μέρος αυτών των ψηφοφόρων εγκατέλειψε τους Δημοκρατικούς. Κάποιοι στράφηκαν προς τον Τραμπ, αρκετοί απείχαν, ενώ πολλοί επέλεξαν τη Jill Stein του Green Party ως ψήφο διαμαρτυρίας απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης Biden–Harris.
Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά. Σε ολόκληρο το Μίσιγκαν η Stein έλαβε μόλις 0,79%, αλλά στο Dearborn συγκέντρωσε 18,4% και στο Dearborn Heights 15,1%.
Το φιλοϊσραηλινό λόμπι AIPAC έχει μετατρέψει την αναμέτρηση στο Μίσιγκαν σε μία από τις ακριβότερες εσωκομματικές εκλογές στην ιστορία των Δημοκρατικών. Μέσω του super PAC United Democracy Project και άλλων συνδεδεμένων οργανώσεων έχουν δαπανηθεί συνολικά πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια υπέρ της Haley Stevens και εναντίον του Abdul El-Sayed, ενώ μόνο το ίδιο το UDP έχει επενδύσει περίπου 19 εκατομμύρια δολάρια σε τηλεοπτικές και ψηφιακές διαφημίσεις. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες εκστρατείες εξωτερικής χρηματοδότησης που έχουν καταγραφεί ποτέ εναντίον προοδευτικού υποψηφίου σε προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών
Περισσότερο από μια αραβοαμερικανική υποψηφιότητα
Θα ήταν, όμως, λάθος να πιστέψει κανείς ότι η υποψηφιότητα του El-Sayed στηρίζεται αποκλειστικά στην αραβοαμερικανική ή στη μουσουλμανική κοινότητα. Οι Άραβες και οι μουσουλμάνοι αποτελούν μόλις το 2–3% του πληθυσμού της πολιτείας. Δεν μπορούν από μόνοι τους να εκλέξουν έναν γερουσιαστή.
Η πραγματική δυναμική της καμπάνιας του βρίσκεται αλλού.
Ο El-Sayed επιχειρεί να οικοδομήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία που ενώνει νέους ψηφοφόρους, εργαζόμενους, συνδικαλιστές, προοδευτικούς, υποστηρικτές του Bernie Sanders και της Alexandria Ocasio-Cortez, αλλά και πολλούς παραδοσιακούς Δημοκρατικούς που έχουν απογοητευθεί από την πορεία του κόμματος. Η στρατηγική του θυμίζει έντονα εκείνη του Μαμντάνι: λιγότερη έμφαση στις πολιτισμικές αντιπαραθέσεις και περισσότερη στις υλικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων.
Μια διαφορετική πολιτική πρόταση
Τα βασικά του συνθήματα είναι χαρακτηριστικά:
«Χρήματα στις τσέπες.»
«Χρήματα έξω από την πολιτική.»
«Medicare for All.»
Η έμφαση βρίσκεται στην οικονομία της καθημερινότητας: δημόσια υγεία, ενίσχυση των συνδικάτων, φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και περιορισμός της επιρροής των Super PACs και των μεγάλων εταιρικών χρηματοδοτών.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι η πραγματική ασθένεια της αμερικανικής δημοκρατίας αλλά το πιο ακραίο σύμπτωμά της. Η πραγματική ασθένεια, όπως λέει, είναι ένα πολιτικό σύστημα που επιτρέπει σε μεγάλες επιχειρήσεις, δισεκατομμυριούχους και λόμπι να αγοράζουν πολιτική επιρροή.
Το πραγματικό διακύβευμα: Στροφή προς το Κέντρο ή Αριστερά
Η υποψηφιότητα του Abdul El-Sayed δεν δοκιμάζει απλώς τις αντοχές μιας ακόμη προοδευτικής καμπάνιας. Δοκιμάζει μια ολόκληρη πολιτική θεωρία που κυριάρχησε στο Δημοκρατικό Κόμμα μετά τη δεκαετία του 1990: ότι για να κερδίσουν οι Δημοκρατικοί τις αμφίρροπες πολιτείες πρέπει να μετακινούνται προς το πολιτικό κέντρο, να αποφεύγουν τις καθαρές ιδεολογικές συγκρούσεις και να καθησυχάζουν τόσο τις επιχειρηματικές ελίτ όσο και τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους των προαστίων.
Αυτή η λογική διαμόρφωσε την πολιτική στρατηγική του κόμματος για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Σύμφωνα με αυτήν, υποψήφιοι όπως ο Μπέρνι Σάντερς, ο Μαμντάνι ή σήμερα ο Abdul El-Sayed θεωρούνται «μη εκλόγιμοι» (unelectable), όχι επειδή δεν είναι δημοφιλείς, αλλά επειδή υποτίθεται ότι οι θέσεις τους είναι υπερβολικά αριστερές για την αμερικανική κοινωνία και ιδιαίτερα για τις πολιτείες της Ζώνης της Σκουριάς και της Μεσοδυτικής Αμερικής.
Μια νίκη του El-Sayed στο Μίσιγκαν θα αμφισβητούσε ευθέως αυτή την παραδοχή. Και μάλιστα όχι στη Νέα Υόρκη ή στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά σε μια πολιτεία που αποτελεί ίσως το σημαντικότερο εκλογικό βαρόμετρο της χώρας. Μια πολιτεία που έχει εκλέξει Barack Obama, Donald Trump, Joe Biden και ξανά Donald Trump. Μια πολιτεία όπου η εργατική τάξη, τα συνδικάτα, οι λευκοί ψηφοφόροι χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, οι Αφροαμερικανοί, οι Αραβοαμερικανοί και οι νεότερες γενιές συνυπάρχουν σε μια εξαιρετικά σύνθετη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Αν ένας υποψήφιος που υπερασπίζεται το Medicare for All, τη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων, την ενίσχυση των συνδικάτων, τη μείωση της επιρροής των Super PACs και μια σαφή φιλοπαλαιστινιακή στάση κατορθώσει να κερδίσει σε αυτό το περιβάλλον, τότε θα είναι πολύ πιο δύσκολο για την ηγεσία των Δημοκρατικών να συνεχίσει να υποστηρίζει ότι μόνο ο πολιτικός συμβιβασμός και η μετατόπιση προς το κέντρο οδηγούν στη νίκη.
Γι’ αυτό οι προκριματικές της 4ης Αυγούστου έχουν εθνική σημασία. Δεν θα κρίνουν μόνο ποιος θα είναι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία. Θα αποτελέσουν ίσως το σημαντικότερο πολιτικό πείραμα μετά τις προεδρικές εκστρατείες του Μπέρνι Σάντερς για το αν μια ανοιχτά οικονομικά αριστερή και αντισυστημική στρατηγική μπορεί να οικοδομήσει πλειοψηφικό ρεύμα στην καρδιά της βιομηχανικής Αμερικής.
Μετά τη νίκη του Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, μετά τη νίκη της Melat Kiros στο κατά πλειονότητα λευκό Ντένβερ και μετά τις συνεχείς επιτυχίες υποψηφίων που υποστηρίχθηκαν από τους Democratic Socialists of America (DSA), το Μίσιγκαν αποτελεί τον επόμενο μεγάλο σταθμό αυτής της πολιτικής διαδρομής.
Αν ο Mamdani απέδειξε ότι ένας δημοκρατικός σοσιαλιστής μπορεί να κατακτήσει τη μεγαλύτερη πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών και η Kiros ότι το ίδιο ρεύμα μπορεί να κερδίσει σε μια πόλη της Δυτικής Αμερικής, ο El-Sayed επιχειρεί κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο: να αποδείξει ότι η νέα αμερικανική Αριστερά μπορεί να επικρατήσει σε μια αμφίρροπη πολιτεία της Ζώνης της Σκουριάς, εκεί όπου κρίνονται οι προεδρικές εκλογές και όπου διαμορφώνονται οι εθνικοί πολιτικοί συσχετισμοί.
Αν αυτό συμβεί, δεν θα αλλάξει μόνο η σύνθεση της Γερουσίας. Θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια της «εκλογιμότητας». Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί η σημαντικότερη πολιτική συνέπεια αυτών των εκλογών.
Σχετικά Αρθρα
