«Η Μεγάλη Χίμαιρα»: Μια τολμηρή και βαθιά ψυχολογική τηλεοπτική διασκευή

Η σειρά των Μαρινάκη – Ιωσηφέλη τιμά τον Καραγάτση, εμβαθύνει στον εσωτερικό κόσμο της Μαρίνας και ξεχωρίζει για την αισθητική και τη δραματουργική της συνέπεια

Γιάννης Γκροσδάνης
η-μεγάλη-χίμαιρα-μια-τολμηρή-και-βαθ-1419511
Γιάννης Γκροσδάνης

Η τηλεοπτική διασκευή της Η Μεγάλη Χίμαιρα είναι αναμφίβολα μια από τις πλέον πολυσυζητημένες και αναμενόμενες προτάσεις της φετινής τηλεοπτικής σεζόν.

Κι αυτό ίσως γιατί ο Μ. Καραγάτσης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πεζογράφους της γενιάς του ’30, συνεχίζοντας να απασχολεί το αναγνωστικό κοινό μέχρι και σήμερα με τεράστιο ενδιαφέρον και προκαλώντας έντονες συζητήσεις γύρω από το έργο του.

Το στοίχημα που είχαν αναλάβουν ο Βαρδής Μαρινάκης σκηνοθετικά και ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης σεναριακά ήταν αρκετά δύσκολο και απαιτητικό.

Και όπως αποδεικνύουν τα δύο πρώτα επεισόδια (από τα έξι συνολικά της μίνι – σειράς), που παρακολουθήσαμε (στην πλατφόρμα του ERTFLIX), η διασκευή και η ματιά που επέλεξαν όχι μόνο σέβεται το εμβληματικό μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτσης, αλλά το προσεγγίζει με τόλμη, ψυχολογικό βάθος και σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα αισθητική συνέπεια.

Από τις πρώτες κιόλας σκηνές γίνεται σαφές ότι η σειρά δεν ενδιαφέρεται για μια απλή αφηγηματική μεταφορά της πλοκής, όπως συνέβη σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις λογοτεχνικών έργων, που μεταφέρθηκαν στην μικρή οθόνη κάπως διεκπεραιωτικά. Αντίθετα, επιλέγει να βυθιστεί στον εσωτερικό κόσμο της Μαρίνας, αποδίδοντας με ακρίβεια το ψυχικό ρήγμα που διατρέχει την ηρωίδα.

Η Ιταλίδα (με ελληνικές ρίζες) Φωτεινή Πελούζο δείχνει να έχει εξαιρετικό ταλέντο καθώς ενσαρκώνει τη βασική πρωταγωνίστρια με εντυπωσιακή ωριμότητα και ευαισθησία, αποδίδοντας όχι μόνο τη διαδρομή της από την Ευρώπη προς τη Σύρο του Μεσοπολέμου, αλλά κυρίως τη διαρκή σύνθεση και αποδόμηση του εσωτερικού κόσμου της.

Η Μαρίνα εύστοχα δεν παρουσιάζεται ως στατικός χαρακτήρας, καθώς είναι μια γυναίκα που διαρκώς επαναπροσδιορίζεται, μέσα από τραύματα, επιθυμίες και αντιφάσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχει η σεναριακή επιλογή να μετατραπεί η Μαρίνα από Γαλλίδα –όπως είναι στο βιβλίο– σε Ιταλίδα.

Η αλλαγή αυτή δεν λειτουργεί ως αυθαίρετη παρέκκλιση, αλλά ως μια εύστοχη προσαρμογή που εμπλουτίζει τη δραματουργία, χωρίς να προδίδει το πνεύμα του Καραγάτση. Ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης επιδεικνύει συνολικά αξιοθαύμαστη ισορροπία: παραμένει πιστός στον ψυχολογικό πυρήνα του έργου, ενώ ταυτόχρονα το επανερμηνεύει με τόλμη, σύγχρονη ματιά και αξιοθαύμαστη αφηγηματική οικονομία.

Η γνωριμία της Μαρίνας με τον γοητευτικό νεαρό καπετάνιο του πλοίου «Χίμαιρα», Γιάννη Ρεΐζη, λειτουργεί όχι μόνο ως αφηγηματικός καταλύτης, αλλά και ως ισχυρός συμβολισμός. Η «Χίμαιρα» γίνεται το όχημα της φυγής, της ελευθερίας, αλλά και της ουτοπίας που αναζητά η ηρωίδα.

Πρόκειται για μια επιλογή που ενισχύει τη μεταφυσική και ψυχαναλυτική διάσταση του έργου, καθώς η Μαρίνα επιχειρεί να ξορκίσει ένα βαρύ οικογενειακό παρελθόν και ένα προσωπικό αδιέξοδο με έντονες φροϋδικές προεκτάσεις, το οποίο την καταδιώκει αδιάκοπα.

Η αφήγηση, δομημένη σε ένα συνεχόμενο φλας μπακ που προσπαθεί να ερμηνεύσει την ηρωϊδα και τον χαρακτήρα της, με επίκεντρο το παρόν της στη Σύρο, εστιάζει στα δύο πρώτα επεισόδια, σταδιακά, στα γεγονότα που την οδήγησαν στην απόφαση να εγκαταλείψει την Τεργέστη και να εγκατασταθεί στο σπίτι των Ρεϊζηδων.

Το στοίχημα για τον Βαρδή Μαρινάκη σκηνοθετικά ήταν αναμφίβολα υψηλό. Ο ίδιος βέβαια έχει γνώση του πως γίνεται μια προσαρμογή στα δεδομένα μιας εποχής και από την κινηματογραφική του εμπειρία. Πρόκειται άλλωστε για την πρώτη τηλεοπτική –και κινηματογραφική– διασκευή της «Μεγάλης Χίμαιρας», ενός έργου με ισχυρό λογοτεχνικό αποτύπωμα.

Ωστόσο, η αισθητική του εγχειρήματος αποδεικνύεται αντάξια της πρόκλησης. Έτσι σε επίπεδο προετοιμασίας και παραγωγής η τηλεοπτική Χίμαιρα δεν απογοητεύει τους θεατές της καθώς έχει τα υλικά και την συνέπεια που χρειάζεται. Τα κοστούμια εποχής του Αντώνη Δαγκλίδη αποδίδουν με ακρίβεια την κοινωνική και ψυχολογική ταυτότητα των χαρακτήρων, ενώ η ατμοσφαιρική μουσική του Ted Regklis λειτουργεί ως ένας υπόγειος συναισθηματικός οδηγός.

Κομβικής σημασίας εδώ είναι η κινηματογράφηση του Γιώργου Βαλσαμή : η φωτογραφία και οι φωτισμοί υπηρετούν άψογα αφηγηματικά την ψυχολογική σύνθεση της Μαρίνας: Αργά, επιβλητικά πλάνα, έντονοι κόντρα φωτισμοί που «τυφλώνουν» τον θεατή, σκιές που παραμορφώνουν τα πρόσωπα – ειδικά στις ερωτικές σκηνές – και εντείνουν το μυστήριο, όλα συνθέτουν μια οπτική γλώσσα που αφηγείται εξίσου δυνατά με τον λόγο. Πέρα από την Πελούζο, αξιόλογες σε αυτά τα πρώτα επεισόδια είναι και οι ερμηνείες των Ανδρέα Κωνσταντίνου και Δημήτρη Κίτσου.

Φυσικά η «Μεγάλη Χίμαιρα» δεν είναι –και δεν φιλοδοξεί να γίνει– μια εύκολη, ψυχαγωγική σειρά με αυτοαναφορικότητα στις ίντριγκες και στις ανατροπές όπως συμβαίνει με αρκετές από τις ανάλογες σειρές που τρέχουν παράλληλα στο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Κι αυτό γιατί, όπως ήδη σημειώσαμε, δεν βασίζεται στην επιφανειακή αγωνία της πλοκής, αλλά απαιτεί από τους τηλεθεατές προσοχή, σκέψη και συναισθηματική εμπλοκή.

Οι πολλές – και δύσκολες ενδεχομένως πόσο μάλλον όταν μιλάμε για μια σειρά που αφορά σε επίπεδο παραγωγής και προβολής την ΕΡΤ – ερωτικές σκηνές στα δύο πρώτα επεισόδια, που μπορεί να ξενίσουν κάποιους, δεν είναι αναίτιες και δεν πρέπει να προβληματίσουν καθώς λειτουργούν ως μια ορθή επιλογή που βοηθάει στο να διεισδύσουμε στον εσωτερικό κόσμο της Μαρίνας.

Η Μεγάλη Χίμαιρα άλλωστε είναι μια σειρά που καταπιάνεται με τον πόθο, την ενοχή, την ταυτότητα και την ανεξέλεγκτη έλξη του σώματος, χωρίς εκπτώσεις ή ευκολίες. Και ακριβώς γι’ αυτό, δείχνει να αποτελεί μια από τις πιο ουσιαστικές και φιλόδοξες τηλεοπτικές προτάσεις των τελευταίων ετών.

*Τα δυο πρώτα επεισόδια της σειράς έχουν ανέβει στο ERTFLIX και από 4/1 κάθε επεισόδιο θα μεταδίδεται από την ΕΡΤ1

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα