Η Συμφωνία Τραμπ – Μαμντάνι για τη στέγη στη Νέα Υόρκη
Ένα σχέδιο-μαμούθ 21 δισεκατομ. δολ. με επίκεντρο την προσιτή κοινωνική κατοικία
Λέξεις: Μάριος Μπουνγκέρης
Η συνάντηση του Δημάρχου της Νέας Υόρκης Ζοράν Μαμντάνι με τον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη ομοσπονδιακή παρέμβαση στο στεγαστικό της πόλης εδώ και πάνω από μισό αιώνα (από το 1973).
Στο τραπέζι βρίσκεται ένα πακέτο χρηματοδότησης άνω των 21 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την κάλυψη του Sunnyside Yard στο Κουίνς – ενός από τους μεγαλύτερους σιδηροδρομικούς κόμβους της Βόρειας Αμερικής – ώστε να δημιουργηθεί νέος αστικός χώρος που θα φιλοξενήσει 12.000 κατοικίες προσιτού κόστους, εκ των οποίων περίπου οι μισές θα είναι τύπου Mitchell-Lama, μαζί με σχολεία, πάρκα, δομές υγείας και περίπου 30.000 καλά αμειβόμενες συνδικαλιζόμενες θέσεις εργασίας. Ναι, συνδικαλιζόμενες.
Η σημασία του σχεδίου δεν βρίσκεται μόνο στο μέγεθος, αλλά και στο μοντέλο κατοικίας που προωθεί. Η αναφορά σε κατοικίες «τύπου Mitchell-Lama» δείχνει μια στρατηγική επιστροφής σε ένα ιστορικό εργαλείο στεγαστικής πολιτικής της Νέας Υόρκης. Το πρόγραμμα Mitchell-Lama, που θεσπίστηκε το 1955, βασίζεται στη δημόσια χρηματοδότηση και ρύθμιση για την παραγωγή κατοικιών με χαμηλότερο κόστος για νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλότερου εισοδήματος – δασκάλους, δημοσίους υπαλλήλους, εργαζόμενους υπηρεσιών, συνταξιούχους. Δεν πρόκειται για κλασική κοινωνική κατοικία, όπως στη Βιέννη, αλλά για ένα υβριδικό σύστημα. Σχεδιάστηκε για να καλύψει το κενό ανάμεσα στη δημόσια κοινωνική κατοικία και την ελεύθερη αγορά.
Το κράτος προσέφερε στους κατασκευαστές χαμηλότοκα δάνεια και φορολογικές απαλλαγές, με αντάλλαγμα τη δέσμευση ότι τα ενοίκια ή τα κοινόχρηστα των συνεταιριστικών διαμερισμάτων θα παραμένουν σε προσιτά επίπεδα για μια συγκεκριμένη περίοδο – συνήθως 20 έως 35 χρόνια. Με αυτό το μοντέλο δημιουργήθηκαν, από το 1955 έως το 1981, πάνω από 66.000 επιδοτούμενα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα και 69.000 συνεταιριστικά στη Νέα Υόρκη, δηλαδή ένα τεράστιο απόθεμα κατοικίας για τη μεσαία και την εργαζόμενη τάξη. Με αυτό τον τρόπο συγκρατείται η άνοδος των τιμών και αποτρέπεται ο εκτοπισμός των εργαζόμενων στρωμάτων από την πόλη.
O Esping-Andersen βοηθά να κατανοήσουμε γιατί το σχέδιο έχει δομική σημασία και δεν είναι απλώς ένα μεγάλο έργο υποδομής. Στη θεωρία των «τριών κόσμων του καπιταλισμού της πρόνοιας», (The Three Worlds of Welfare Capitalism), το κρίσιμο ερώτημα είναι ο βαθμός αποεμπορευματοποίησης (decommodification) των βασικών αγαθών – δηλαδή κατά πόσο η πρόσβαση σε αυτά εξαρτάται από την αγορά ή αποτελεί κοινωνικό δικαίωμα. Η κατοικία στις ΗΠΑ είναι από τα πιο εμπορευματοποιημένα αγαθά. Το Mitchell-Lama λειτουργεί ακριβώς ως ένας μηχανισμός μερικής αποεμπορευματοποίησης μέσα σε ένα κατά βάση φιλελεύθερο καθεστώς πρόνοιας: δεν καταργεί την αγορά, αλλά δημιουργεί έναν θεσμικά προστατευμένο τομέα κατοικίας που επιτρέπει στα νοικοκυριά να ζουν χωρίς να εξαρτώνται πλήρως από τις διακυμάνσεις της.
Με όρους Esping-Andersen, πρόκειται για μια παρέμβαση που ενισχύει την κοινωνική πολιτότητα (social citizenship) των εργαζόμενων στρωμάτων στην πόλη. Η στέγη παύει να είναι αποκλειστικά ατομικό εμπόρευμα και γίνεται προϋπόθεση συμμετοχής στον αστικό κοινωνικό και οικονομικό βίο. Και αυτό εξηγεί γιατί τέτοιου τύπου πολιτικές δεν είναι απλώς στεγαστικές, αλλά ταξικές: καθορίζουν ποιος μπορεί να παραμείνει στην πόλη και ποιος εκτοπίζεται.
Πολιτικά, για τον Λευκό Οίκο το σχέδιο σημαίνει μεγάλες υποδομές, θέσεις εργασίας και ορατή ομοσπονδιακή παρουσία σε μια πόλη-σύμβολο, που ο Τραμπ εξακολουθεί να θεωρεί βάση του και «δική του».
Για τον Μαμντάνι και τη δημοτική αρχή αποτελεί τη μοναδική ρεαλιστική δυνατότητα μαζικής παραγωγής προσιτής κατοικίας σε κλίμακα που η αγορά από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει. Στην πράξη συνιστά την εκπλήρωση της δεύτερης μεγάλης προεκλογικής δέσμευσης μετά τη δρομολόγηση των δωρεάν παιδικών σταθμών. Δηλαδή, από τα «ανέφικτα» περάσαμε στα «χρηματοδοτημένα» από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία μέχρι μια μέρα πριν από τις εκλογές έλεγε θα “κόψει” τη χρηματοδότηση εάν εκλεγεί ο “κομμουνιστής”.
Θυμίζω ακόμα ότι είχαν γραφτεί πάνω από εκατό άρθρα για τον ουτοπισμό της «κομμουνιστικής» υπόσχεσης για τη στέγαση. Όλο το φάσμα: από τη σοβαρή ανησυχία των New York Times και της Washington Post μέχρι την υπαρξιακή αγωνία της New York Post για το επικείμενο σοβιέτ. Η βασική γραμμή ήταν γνωστή: δεν υπάρχουν λεφτά, δεν υπάρχει γη, δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται, θα φύγουν οι επενδυτές, θα πέσει ο ουρανός. Τελικά, ούτε ο ουρανός έπεσε, ούτε οι επενδυτές έφυγαν.
Σε αντάλλαγμα, τι πήρε ο Τραμπ; Λίγη από τη γοητεία και τη λάμψη ενός δημάρχου που εμφανώς θαυμάζει – ίσως να είναι και ο μόνος– και, κυρίως, τη φωτογραφία-τρόπαιο στο Οβάλ Γραφείο. Εκεί όπου ο Μαμντάνι ποζάρει δίπλα σε έναν πλατιά χαμογελαστό Τραμπ, ο οποίος κρατά μια «μαϊμού» εκδοχή της ιστορικής πρώτης σελίδας της New York Daily News με το «FORD TO CITY: DROP DEAD» – το σύμβολο της ομοσπονδιακής εγκατάλειψης της πόλης το 1975 (οι απαρχές του νεοφιλελευθερισμού για την πόλη και τις ΗΠΑ). Ενώ στο άλλο χέρι κρατά τη δική του, διορθωμένη εκδοχή: με τη φωτογραφία του και τον τίτλο «TRUMP TO CITY: LET’S BUILD».
