Η τάξη που μας κοιτάζει
Τι συμβαίνει όταν η πόρτα της τάξης κλείνει - Η Χρυσούλα Τσάπα γράφει ένα κείμενο για μια βαθύτερη πραγματικότητα που μας αφορά όλους και μας καλεί να τη δούμε κατάματα
Λέξεις: Χρυσούλα Τσάπα
Ένα κείμενο που αξίζει να διαβάσουμε όλοι γονείς, εκπαιδευτικοί, επαγγελματίες και κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας γιατί δεν μιλά απλώς για τη συμπεριφορά των εφήβων μαθητών στο σχολείο, αλλά για μια βαθύτερη πραγματικότητα που μας αφορά όλους και μας καλεί να τη δούμε κατάματα.
Η πόρτα της τάξης κλείνει.
Και για μια στιγμή, όλα μοιάζουν όπως θα έπρεπε: θρανία στη σειρά, βλέμματα στραμμένα μπροστά, μια υπόσχεση μάθησης να αιωρείται στον αέρα.
Και ύστερα, ο θόρυβος.
Όχι πάντα δυνατός. Μερικές φορές είναι ένα χαμόγελο ειρωνικό, ένα βλέμμα που αδιαφορεί, ένα σώμα που γέρνει βαριεστημένα πάνω στο θρανίο. Άλλες φορές γίνεται λέξη, ένταση, αντιπαράθεση. Και κάπου εκεί, μέσα σε λίγα λεπτά, η τάξη αλλάζει. Δεν είναι πια χώρος μάθησης.
Είναι πεδίο δοκιμής ορίων.
Δεν είναι όλοι. Ποτέ δεν είναι όλοι. Είναι εκείνοι οι λίγοι. τρεις, πέντε, ίσως επτά που αρκούν για να μετακινήσουν το κέντρο βάρους ολόκληρης της τάξης. Και το ερώτημα έρχεται αβίαστα, σχεδόν βασανιστικά:
Γιατί;
Και ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση είναι πως αυτό που βλέπουμε δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι ένα φαινόμενο που έχει απλωθεί σιωπηλά σε πολλές σχολικές αίθουσες. Ένα κοινωνικό φαινόμενο που καθρεφτίζει τις αλλαγές, τις ελλείψεις και τις αντιφάσεις της εποχής μας.
Είναι εύκολο να μιλήσουμε για «αδιαφορία», για «έλλειψη σεβασμού». Μα αν σταθούμε λίγο περισσότερο, θα δούμε κάτι πιο βαθύ. Θα δούμε παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς σταθερά όρια. Που δεν άκουσαν συχνά το «όχι» ή που το «όχι» δεν είχε συνέχεια. Που έμαθαν χωρίς να το καταλάβουν ότι μπορούν να επιβάλλονται αντί να συνυπάρχουν.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή μετατόπιση, έρχεται να προστεθεί μια νέα πραγματικότητα: οι οθόνες. Παιδιά και έφηβοι που περνούν αμέτρητες ώρες μπροστά σε κινητά, και υπολογιστές, συνηθίζουν σε έναν κόσμο άμεσης ικανοποίησης, γρήγορης εναλλαγής εικόνων και συνεχούς διέγερσης. Η σχολική τάξη, με τον ρυθμό και τις απαιτήσεις της, μοιάζει ξαφνικά αργή, σχεδόν ξένη. Η συγκέντρωση δυσκολεύει, η υπομονή μειώνεται και η ανάγκη για ένταση μεταφέρεται μέσα στο μάθημα.
Και οι γονείς;
Δεν είναι αδιάφοροι. Είναι όμως συχνά απομακρυσμένοι. Μέσα στην πίεση της καθημερινότητας, αναζητούν λίγες στιγμές ξεκούρασης και τις βρίσκουν, όλο και περισσότερο, μπροστά σε μια οθόνη. Τηλεόραση, κινητό, μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η επικοινωνία με τα παιδιά περιορίζεται, οι ουσιαστικές συζητήσεις λιγοστεύουν. Κι έτσι, χωρίς πρόθεση, δημιουργείται μια σιωπή μέσα στο ίδιο το σπίτι.
Η γενιά των γονέων, η λεγόμενη γενιά Χ, που μεγάλωσε σε έναν διαφορετικό κόσμο, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια νέα μορφή εξάρτησης. Όπως τα παιδιά, έτσι και οι ίδιοι έλκονται από την αμεσότητα και την ένταση των ψηφιακών μέσων. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ειδοποιήσεις και οθόνες, χάνεται ο χρόνος της επαφής. Ο χρόνος του «πώς πέρασες σήμερα;», του «σε ακούω», του «είμαι εδώ».
Φτάνουν στο σχολείο όταν οι βαθμοί πέσουν, όταν κάτι «μετρήσιμο» πάει στραβά. Μα η συμπεριφορά δεν γράφεται πάντα σε ελέγχους.
Χτίζεται αθόρυβα, μέρα με τη μέρα.
Και ο εκπαιδευτικός;
Στέκεται μπροστά. Επιμένει. Ξεκινά ξανά και ξανά. Προσπαθεί να κρατήσει την τάξη όρθια, ενώ γύρω του το έδαφος υποχωρεί. Δεν είναι μόνος από επιλογή είναι μόνος από συνθήκη.
Και οι υπόλοιποι μαθητές;
Εκείνοι που θέλουν να ακούσουν, να μάθουν, να προχωρήσουν; Σιωπούν. Προσαρμόζονται. Κάποιοι κουράζονται. Κάποιοι παραιτούνται λίγο λίγο.
Αυτή η τάξη, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια τάξη.
Είναι ένας καθρέφτης.
Μας δείχνει τι συμβαίνει όταν τα όρια γίνονται ασαφή. Όταν η ευθύνη μετατίθεται. Όταν περιμένουμε να διορθωθεί κάτι «αργότερα». Μόνο που το «αργότερα» έρχεται πάντα πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουμε.
Και εδώ δεν χωρούν εύκολες απαντήσεις.
Μόνο ευθύνη.
Ως κοινωνική λειτουργός, δεν μπορώ να δω αυτά τα παιδιά ως «πρόβλημα». Τα βλέπω ως σήμα. Ως ένδειξη ότι κάτι χρειάζεται να ακουστεί.
Ότι πίσω από κάθε πρόκληση υπάρχει μια ανάγκη για όρια, για προσοχή, για καθοδήγηση. Μα ταυτόχρονα, δεν μπορώ να αγνοήσω και εκείνα τα παιδιά που σιωπούν, που περιμένουν ένα περιβάλλον δίκαιο και ασφαλές.
Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ατομική.
Ούτε αποσπασματική.
Η οικογένεια χρειάζεται να ξαναβρεί τη δύναμη της παρουσίας. Να αφήσει για λίγο τις οθόνες και να ξαναχτίσει τη σύνδεση. Να θέσει όρια, όχι από αυστηρότητα, αλλά από φροντίδα.
Το σχολείο χρειάζεται στήριξη, χώρο και φωνή για να επιτελέσει τον ρόλο του ουσιαστικά.
Αλλά χρειάζεται και κάτι ακόμη: να επανεφεύρει τον εαυτό του. Η διαδικασία της μάθησης οφείλει να εκσυγχρονιστεί, τα βιβλία, ο τρόπος διδασκαλίας, η ίδια η φιλοσοφία της εκπαίδευσης. Να συνδεθεί με τη σύγχρονη πραγματικότητα, να μιλήσει τη γλώσσα των παιδιών, χωρίς να χάνει την ουσία της.
Και η πολιτεία οφείλει να είναι παρούσα όχι όταν η κρίση κορυφώνεται, αλλά πριν. Με πρόληψη, με δομές, με ανθρώπους μέσα στα σχολεία που μπορούν να ακούσουν, να στηρίξουν, να παρέμβουν.
Γιατί αν συνεχίσουμε να αγνοούμε αυτό που συμβαίνει μέσα στις τάξεις, δεν θα αργήσει η στιγμή που δεν θα μπορούμε να το αναγνωρίσουμε έξω από αυτές.
Η τάξη μας κοιτάζει.
Και, ίσως για πρώτη φορά, δεν ζητά απαντήσεις.
Ζητά να την ακούσουμε.
*Η Χρυσούλα Τσάπα είναι ΜSc Κλινική Κοινωνική Λειτουργός
