Parallax View

Η θαυμαστή ιστορία της Ευβοϊκής Δρυός από τον Τρωικό Πόλεμο μέχρι σήμερα

Τα ερωτήματα που προκύπτουν περίπου 3150 χρόνια μετά τον Τρωικό πόλεμο εξετάζονται από την ερευνητική ομάδα του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής του Α.Π.Θ.

Parallaxi
η-θαυμαστή-ιστορία-της-ευβοϊκής-δρυός-1434947
Parallaxi

Λέξεις: Φίλιππος Α. Αραβανόπουλος

Την παρουσία της Εύβοιας στον Τρωικό Πόλεμο πρωταναφέρει ο Όμηρος στη Ραψωδία Β΄ της Ιλιάδας (στ. 540–544) «οἳ δ᾽ ἄρ᾽ Ἐλεφήνορος ὑπὸ κρατερὸν βασιλῆα Ἀβάντων ἕποντο, μενεπτόλεμοι, ὀξὺς ἄρηι, υἱὸς Χαλκώδοντος μεγαλήτορος·Ἀβάντες δ᾽ ἐκ τῆς Εὐβοίης ἑκατόμβοιο θαλάσσην», όπου μας λέει για τους «Άβαντες από την Εύβοια τη θαλασσοδαρμένη», που «ακολουθούσαν τον κραταιό βασιλιά τον Ελεφήνορα» (μεταφρ. Ν. Καζαντζάκη – Ι. Κακριδή).

Ο Ελεφήνωρας όμως δεν θα ξαναδεί την πατρίδα του: «Κι ο γιος του Αντήνορα … χτύπησε τον Ελεφήνορα·… με το βαρύχαλκο κοντάρι τον πλήγωσε … κι εκείνος σωριάστηκε» (Ραψωδία Δ, στ. 463–468, ibid.). Ούτε μπορεί να επέστρεψε η τέφρα του – στην εποχή του Χαλκού, οι νεκροί πολεμιστές δεν επιστρέφουν στην πατρίδα τους. Να έφεραν οι συμπολεμιστές και υπήκοοι του κάποιο μνημειακό δένδρο για να τον τιμούν και θυμούνται; Μάλλον απίθανο, καθώς η χρήση δένδρων σε τύμβους και κενοτάφια ανάγεται στην Κλασική Εποχή, 700 χρόνια μετά. Αν μετέφεραν σπέρματα, αυτή η μεταφορά θα ήταν τυχαία και όχι εκούσια.

Αυτά σκεφτόμουν κοιτάζοντας το πορτραίτο του Ιωάννη Κ. Παπαϊωάννου, Καθηγητή Δασικής Βοτανικής στο Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ., στην Αίθουσα Συνεδριάσεων του Τμήματος, έχοντας τελείως αφαιρεθεί από την εκδήλωση που (υποτίθεται ότι) παρακολουθούσα.

Ο Καθηγητής Παπαϊωάννου την περίοδο του μεσοπολέμου και μετέπειτα, γύρισε την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη, μελετώντας τη δασική βλάστηση. Κάποια στιγμή τα βήματα του τον έφεραν στην Εύβοια και στη συνάντηση του με ένα μικρό δένδρο δρυός που του κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον. Στην Εύβοια υπάρχουν άφθονες δρύες – πέντε διαφορετικά είδη – αλλά αυτό δεν ήταν ένα από αυτά. Ούτε ήταν κάποια από τις δρύες που είχε δει στην Κεντρική, ή στη Νότια Ελλάδα.

Ήταν μια σπάνια δρυς, βρισκόταν σε πολύ περιορισμένη έκταση, μόλις στο 1,4% της επιφάνειας της Εύβοιας. Φαντάζομαι την έκπληξη του, γιατί βέβαια θα κατάλαβε αμέσως με ποια έμοιαζε και μάλιστα αρκετά: με μια δρυ που αφθονεί στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, στη βορειοδυτική Μικρασία και της οποίας το επιστημονικό όνομα είναι Quercus trojana (Τρωική Δρυς).

Ο Παπαϊωάννου δημοσίευσε τη σχετική εργασία του το 1948 στα Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών και πρότεινε για το είδος το πλέον πρόσφορο επιστημονικό όνομα: Quercus euboica (Ευβοϊκή Δρυς). Το είδος αυτό σήμερα θεωρείται υποείδος της τρωικής δρυός (Q. trojana subsp. euboica), αν και πρόσφατα γενετικά δεδομένα συνηγορούν στη θεώρηση του ως ξεχωριστού είδους, όπως ήταν και η αρχική άποψη του Παπαϊωάννου. Αλλά αν είναι είδος ή υποείδος, λίγη σημασία έχει.

Ο Σαίξπηρ γράφει ότι «αυτό που λέμε ρόδο, όπως κι αν το πεις, το ίδιο θα μοσχοβολάει» (Ρωμαίος και Ιουλιέττα, μεταφρ. Β. Ρώτα). Αυτό που είναι πολύ πιο σημαντικό, είναι ότι στην Εύβοια έχουμε μια μοναδική δρυ, που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο, ένα ενδημικό φυτό δηλαδή, με ένα μοναδικό γενετικό υλικό.

Με την ανακάλυψη της περίπου 3150 χρόνια μετά τον Τρωικό πόλεμο, τα ερωτήματα ξεπηδούν από μόνα τους: Ποια είναι ακριβώς η σχέση της ευβοϊκής με την τρωική δρυ;

Προέρχεται η πρώτη από τη δεύτερη; Γιατί βρίσκεται μόνο εκεί, σ’ αυτή τη μικρή γωνιά της βορειο-ανατολικής Εύβοιας, να κοιτάει προς το Αιγαίο; Πως και πότε βρέθηκε εκεί; Γιατί δεν εξαπλώθηκε και αντίστροφα γιατί δεν εξαφανίστηκε; Πόσο κινδυνεύει από τις δασικές πυρκαγιές και ιδιαίτερα από την – δαντικών διαστάσεων – πυρκαγιά του 2021 που κατέκαψε το μεγαλύτερο μέρος της περιορισμένης φυσικής της εξάπλωσης;

Έχει επαρκή πληθυσμό και αρκετή γενετική ποικιλότητα για να διατηρηθεί και να ανακάμψει; Πρέπει να προστατευθούν οι γενετικοί της πόροι και με ποιον τρόπο; Συνάμα αναφύονται και σημαντικά επιστημονικά ζητήματα που σχετίζονται με βασικές έννοιες γενετικής και εξέλιξης: η φυλογενετική σχέση ευβοϊκής και υπολοίπων δρυών, η ειδογένεση, η γενετική εκτροπή, το δραστικό μέγεθος πληθυσμού και άλλα, ωστόσο δεν θα σας κουράσω με δυσνόητα ζητήματα που αφορούν μια εξειδικευμένη επιστημονική κοινότητα.

Τα παραπάνω ερωτήματα, βασικά και ειδικά, τα εξετάζουμε με την ερευνητική μας ομάδα του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής του Α.Π.Θ., μέσω ενός έργου που υλοποιείται στο πλαίσιο σχετικής Δράσης του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.), η οποία χρηματοδοτείται από τον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.). Ενώ η μορφομετρική και η γονιδιωματική ανάλυση μέσω αλληλούχισης DNA, βρίσκονται σε εξέλιξη, τα αρχικά νέα είναι χαρμόσυνα. Παρόλο που η πυρκαγιά του 2021 πέρασε και ξαναπέρασε από τα σημεία φυσικής εξάπλωσης της ευβοϊκής δρυός και αναπτύχθηκαν πολύ υψηλές θερμοκρασίες, το είδος πρεμνοβλαστάνει («πετάει» δηλαδή βλαστούς από τη βάση του καμένου κορμού) σε ικανοποιητικό βαθμό. Βέβαια, η σημερινή εικόνα δεν είναι αυτό που ο κόσμος σκέφτεται όταν ακούει για δρύες, ούτε μοιάζει με την περιγραφή του Παπαδιαμάντη: «ἐρρέμβαζον γλυκὰ, μὴ χορταίνων νὰ θαυμάζω, περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μιαν βασιλικὴν δρῦν».

Οι κορμοί της ευβοϊκής δρυός είναι πια αποκαΐδια. Το δένδρο είναι πλέον ένας έρπων θάμνος και πρέπει να ψάξει κάποιος μέσα στην παρεδάφια βλάστηση για να τη βρει. Πάντως επέζησε, όπως επιβίωσε και ποιος ξέρει από πόσες καταπονήσεις στο παρελθόν, κατά τον Παπαϊωάννου λόγω «ριζοβλαστικὴς δυνάμεως δι΄ης ἀντεπεξέρχεται εἰς τας ἐπανηλλημένας πυρκαϊᾶς τὴν ἀχαλίνωτον βοσκὴν καὶ τὰς ἀντικανονικὰς ὑλοτομίας».

Βέβαια, από τους 10 γνωστούς μικρούς πληθυσμούς που είχαν καταγραφεί το 2010, βρήκαμε επτά, στον 8ο μόνο 1-2 άτομα και δύο δεν τους βρήκαμε, ακόμη τουλάχιστον. Η εκτίμηση μας μέχρι στιγμής, είναι ότι δεν παρουσιάζεται σημαντική πληθυσμιακή συρρίκνωση, ωστόσο η πασιφανής έλλειψη ώριμων ατόμων είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Καθώς δεν υπάρχουν πλέον δένδρα-σπορείς, δεν υπάρχουν νέα φυτά και το είδος χάνει τη δυνατότητα να προσαρμόζεται στις περιβαλλοντικές πιέσεις της κλιματικής αλλαγής μέσα από την εναλλαγή των γενεών.

Ελπίζω να μπορούμε να πούμε περισσότερα μόλις έχουμε τις γονιδιωματικές αναλύσεις στα χέρια μας. Προς το παρόν θα προσυπογράψω πλήρως την κατακλείδα του Παπαϊωάννου στην εργασία του 1948: «Πρὸς προστασίαν της ὀσημέραν ἐκλιπούσης … δρυός … δέον νὰ ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα».

* O Φίλιππος Α. Αραβανόπουλος είναι Καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα