ιθάκης-31-ένα-αξιομνημόνευτο-homecoming-στην-1493942

Parallax View

Ιθάκης 31: Ένα αξιομνημόνευτο “HOMECOMING” στην οικία του Οδυσσέα Ελύτη

Και σκέφτομαι πόσο ωραίο θα ήταν εάν ακολουθούσαμε, με κάποιον τρόπο, ένα τέτοιο παράδειγμα κι εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη

Ανδρέας Νεοκλέους
Ανδρέας Νεοκλέους
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Ο μεγάλος (90) και Μεγάλος Κεν Λόουτς αποδεικνύει για άλλη μια φορά, με την ταινία του «The Old Oak» (2023), ότι διατηρεί πεισματικά την αντιθετική του –λόγω ηλικίας– διαλογή με το παρόν και τις ανησυχίες που μετατοπίζονται μες τον χρόνο. Ανησυχίες που πολλές φορές εμφανίζονται με διαφορετικό τίτλο —και δικαίως, αφού μορφώνονται υπό τη σκεπή διαφορετικών βιωμάτων και γεγονότων.

Όμως –και καθόλου δεδομένο δεν είναι– το γεγονός της σύνδεσης, ή έστω της προσπάθειας ανάδειξης του τελευταίου συνδικαλιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’80 ως ένα βαθύ τραύμα, γεννά μια αιωρούμενη ελπίδα: ότι οι θύμισες από το μοίρασμα ενός κοινού τραπεζιού, όταν επί προεδρίας Θάτσερ οι κοινοτικές κουζίνες των απεργών του ’84 κράτησαν όρθιες τις υπό κατάρρευση πόλεις και τον αγώνα τους, μπορούν τελικά να λειτουργήσουν ξανά.

«When you eat together, you stick together» γράφει κάτω από μια ασπρόμαυρη κρεμάμενη λήψη. Με το βλέμμα καρφωμένο σε έναν κλειδαμπαρωμένο πλέον χώρο, η Γιάρα —που μετά την προσφυγιά και τον ξεριζωμό της οικογένειάς της (πλην του πατέρα της) από τη Συρία, κατέληξε σε αυτό το χωριό— διαβάζει την επιγραφή και λέει:

«Κι εμείς το ίδιο κάναμε πριν φύγουμε από τη Συρία. Μαγειρεύαμε μαζί με τους γείτονές μας. Και κοιμόμασταν κάτω από τις σκάλες μήπως μας βομβαρδίσουν»

Συμπυκνώνει ή δεν συμπυκνώνει τη γεωγραφία του πόνου; Η οποία, το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν γνωρίζει σύνορα, ενώ μετατρέπεται σε μια παγκόσμια σταθερά επιβίωσης σε μια προσπάθεια εξευμενισμού του ίδιου αυτού αισθήματος: του πόνου.

Το τραύμα του ξεριζωμού της και η ερήμωση των ανθρακωρύχων συναντιούνται σε έναν φυσικό χώρο που θα στεγάσει το παρόν και θα λειτουργήσει τελικώς (ναι μεν βραχυπρόθεσμα) ως ένα καταφύγιο μνήμης για τους με και για τους δε. Έτσι ώστε αυτός ο διαχωρισμός να πάψει να υφίσταται.

Κάπου εδώ, επιτρέψτε μου να κάνω μια σύνδεση με μια παρόμοια αίσθηση που συνάντησα τον περασμένο μήνα στην Αθήνα: ένα εν δυνάμει ανοιχτό καταφύγιο, όπου οι διαχωρισμοί λειαίνουν και οι εποχές συνομιλούν, στεγασμένο στην πρώην κατοικία του Οδυσσέα Ελύτη, του νομπελίστα ποιητή που έζησε και εργάστηκε στο κτίριο μεταξύ 1940 και 1957.

Ιστορία, Γενιά του ’30 και το τοτέμ μιας άλλης εποχής και μιας συγκεκριμένης, σχεδόν μνημειακής ελληνικότητας. Ιθάκης 31, ένα τριώροφο κτήριο με έντονα στοιχεία Art Deco, χτισμένο γύρω στο 1930 – γεωμετρία έξω, Ελύτης μέσα.

Εκεί λοιπόν, συντελείται σήμερα ένα ιδιότυπο «HOMECOMING». Ο ιδιωτικός χώρος τέχνης που δημιούργησε ο Γερμανός συλλέκτης και σύμβουλος τέχνης Matthias Arndt με την οικογένειά του, μετατρέπει το ιστορικό αυτό διαμέρισμα της Κυψέλης σε ένα ζωντανό “studio-salon”, έναν χώρο κατοικίας, φιλοξενίας, συνάντησης και, κυρίως, διαλόγου.

Η πρώτη αυτή έκθεση, που φέρει τον τίτλο Homecoming, οργανώνεται με άξονα την προσωπική πορεία και τη συλλογή αυτού του κοσμοπολίτη ταξιδιώτη.

Η μακρόχρονη, βαθιά σχέση του Arndt με την Ελλάδα τον οδήγησε να επιλέξει την Αθήνα όχι απλώς ως ένα ακόμα σημείο στον χάρτη, αλλά ως τόπο κατοικίας, εργασίας και επιστροφής.

Έτσι, η έκθεση αντηχεί διαισθητικά τον μυθικό νόστο του ομηρικού Οδυσσέα — μια σχεδόν ειρωνική, αλλά απόλυτα ποιητική σύμπτωση, που εγγράφεται στο ίδιο το όνομα της οδού Ιθάκης.

Πόρτα ανοιχτή, σπίτι φιλόξενο, εγχείρημα πρωτάκουστο για τα ελληνικά δεδομένα και τολμηρό. Αλήθεια σκεφτείτε αυτό: «κάποτε αφήναμε ανοιχτές τις πόρτες μας, ξεκλείδωτες». Που στον δρόμο έχετε τελευταία φορά συναντήσει κάτι τέτοιο να συμβαίνει; Εντύπωση μου προκαλεί διπλή ότι αυτό, το συγκεκριμένο σπίτι είναι ευάλωτο.

Σαν περνάς το κατώφλι της εισόδου, πριν ανέβεις τις κυκλικές σκάλες που οδηγούν στο σπίτι, στα αριστερά ο πρώτος πίνακας:

Διαβάζω βιαστικά πριν μπω στο σπίτι την περιγραφή και παραθέτω ένα μέρος της:

*Ενεργοποιώντας αυτό το διαμέρισμα ως έναν χώρο καλλιτεχνικής δημιουργίας και ανταλλαγής, ο Arndt αναγνωρίζει τα στρώματα των ιστοριών που κουβαλάει, ενώ παράλληλα το ανοίγει προς το παρόν.

Σχεδιασμένο σε συνεργασία με την επιμελήτρια Πολίνα Κοσμαδάκη, το HOMECOMING εγκαινιάζει τον χώρο ως ένα ζωντανό περιβάλλον για την τέχνη και τον διάλογο – προσκαλώντας μια ομάδα Ελλήνων και διεθνών καλλιτεχνών να οικειοποιηθούν το άδειο διαμέρισμα.

Η έκθεση λειτουργεί ως μια πράξη κατοίκησης, προσθέτοντας μια καλλιτεχνική παρουσία πάνω σε έναν τόπο που ήδη αντηχεί από Ιστορία. Προτείνει το σπίτι όχι ως έναν στατικό, ιδιωτικό εσωτερικό χώρο, αλλά ως μια πορώδη δομή: ταυτόχρονα οικεία και στοχαστική, εσωτερική και ανοιχτή*

Η αίσθηση με το που μπαίνεις;

Σαν ο προηγούμενος ένοικος να τα μάζεψε βιαστικά, να έφυγε, αφήνοντας πίσω του μερικά πράγματα — ίσως χρήσιμα, ίσως και σημαντικά για την αισθητική που θα ήταν ωραίο να διατηρήσει ο επόμενος, αν μιλάμε για εμάς, «ένοικος».

Πράσινες ταπετσαρίες με σχέδια σαν αυτά που συναντά κανείς σε κτίρια της Αργεντινής· μοιάζουν με παλιά πόστερ που ανεμίζουν από το ανοιχτό παράθυρο, καθώς το μικρό αεράκι δίνει την εντύπωση ενός ξεφυλλίσματος. Σαν να ξεφυλλίζεις ένα αγαπημένο βιβλίο που είχες για καιρό ξεχασμένο στη βιβλιοθήκη να σκονίζεται. Ψάχνεις να βρεις εκείνο το σημείο όπου θυμάσαι ότι είχες τσακίσει μια σελίδα.

Μα τελικά οι τσακίσεις αποδεικνύονται πολλές, και αντί να πέφτεις πάνω σε εκείνες που εσύ σημείωσες, καταλήγεις να κοιτάς εκείνες που άθελά σου προσπέρασες, γιατί άλλα νόμιζες πως χρειαζόσουν τότε.

Ένα μικρό σημείωμα, επάνω σε ένα παλιό έπιπλο γράφει:

«Κοίτα μας, πετάμε σαν άγγελοι / γλιστρώντας πάνω στις αχτίδες του ηλίου»

Σε ένα άλλο δωμάτιο, εγκαταστάσεις στέκονται απέναντι από μεγάλους, χρωματικά ποικίλους πίνακες και μπρούντζινες κομψοτεχνίες, που ενίοτε δύσκολα εντοπίζεις μέσα στο σπίτι. Άλλοτε κρύβονται σαν κέρατα ταύρου ή κριαριού, λειτουργώντας ως πόμολα κρυφών δωματίων, αφού δένουν τόσο αρμονικά με τα σημεία των τοίχων όπου τοποθετήθηκαν.

Μια καρέκλα ριζώνει και, μετέωρη, ψηλώνει προς μια κατεύθυνση αντίθετη από αυτήν που θα κοιτούσε κανονικά κάποιο έργο τέχνης. Μια τιμωρία σιωπηλή ή ένας Γολγοθάς· η αφιέρωση στη μοναξιά του ανθρώπου που δημιουργεί.

Χωρίς να βρίσκομαι για πολλή ώρα μέσα στο σπίτι αυτό —σχεδόν 15 με 20 λεπτά, καθώς έκλεινε και η ευγενική κοπέλα μάς επέτρεψε χαριστικώς να μείνουμε εντός του— κατάλαβα πολύ εκ των υστέρων ότι αυτό σήμαινε κάτι. Εικάζω πως το να πας στο σπίτι κάποιου φίλου ή ακόμα και ενός γνωστού δεν είναι γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας… αλλά κάτι συμβαίνει εδώ.

Και σκέφτομαι πόσο ωραίο θα ήταν εάν ακολουθούσαμε, με κάποιον τρόπο, ένα τέτοιο παράδειγμα κι εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη. Γιατί εκεί στον Νότο, απέναντι από τις Στήλες του Ολυμπίου Διός στέκει η προτομή της Μελίνας Μερκούρη, στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου «κάθεται» ο Καβάφης, ενώ την ίδια ώρα το μαρμάρινο πρόσωπο του Χατζιδάκι βρίσκεται κάπου στο Άλσος Παγκρατίου.

Τι συμβαίνει όμως στη δική μας πόλη; Που είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και άλλοι τόσοι..

Και πόσο πιο ζωντανή γίνεται, όμως, η μνήμη όταν αποκτά πραγματική στέγη, όταν μετατρέπεται  σε ένα ξεκλείδωτο σπίτι στην Κυψέλη ή σε ένα κοινό τραπέζι στη Βόρεια Αγγλία; Βήμα, βήμα τη φορά.

Άδεια κτίρια που ρημάζουν, κλειδωμένα ντουβάρια που κουβαλούν ιστορία και περιμένουν – αλίμονο αν δεν έχουμε και εδώ, στη Θεσσαλονίκη, χώρους για τέτοια εγχειρήματα…

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα