Κάθε Κυριακή του Πάσχα έβλεπε έναν από τους φίλους του, νεκρό και σουβλισμένο

Ο Δήμος Τσορμπατζόγλου σε μια πασχαλινή ιστορία με την οποία πολλοί μπορεί να ταυτιστούν

Parallaxi
κάθε-κυριακή-του-πάσχα-έβλεπε-έναν-από-1458441
Parallaxi

Λέξεις: Δήμος Τσορμπατζόγλου

Δεν υπήρξε ποτέ vegan ή vegetarian. Μέχρι τα πέντε δεν ακουμπούσε το φαγητό του αν δεν είχε κρέας, ψάρι ή κοτόπουλο. Παρόλα αυτά παιδικές μνήμες τον έκαναν να μη μπορεί να φάει κατσικίσιο κρέας εκτός και αν κάποιος τον είχε ξεγελάσει και δεν του έλεγε τι κρέας είναι αυτό που του πάσαρε, όπως μια φορά στα δεκατέσσερα του που έφαγε κρεατόσουπα από γίδα νομίζοντας οτι τρώει μοσχάρι.

Είχε δει πολλά στο πατρικό. Ακέφαλα κοτόπουλα να τρέχουν με τελευταία εντολή του μικρού τους εγκεφάλου τη φυγή. Κουνέλια που με μια σφαλιάρα στον αυχένα έμεναν σύξυλα και γίνονταν στιφάδο. Ορτύκια ζουμερά να ψήνονται στο φούρνο όταν μέχρι πριν λίγες ώρες έτρεχαν ανέμελα στο μεγάλο κλουβί του κτήματος.

Αυτό με το κατσίκι όμως ήταν το μόνο που κάθε χρόνο τέτοιες μέρες τον έκανε να μελανιάζει από το κλάμα και να έχει αναφιλητά μέχρι και την επόμενη μέρα.

Με τα κατσικάκια που γεννούσαν οι δύο κατσίκες του κτήματος δενόταν συναισθηματικά κάθε χρόνο. Περνούσε άπειρες ώρες μαζί τους. Τα τάιζε στο στόμα φλούδες φρούτων και λαχανικών, χόρτα και ξηρούς καρπούς.

Κάθε χρόνο όμως, ένα όνομα, κάποιο βράδυ, λίγες ημέρες πριν το Πάσχα του τάραζε τα σωθικά. Το ανέφερε ο πατέρας του στη φράση : “Αύριο θα έρθει ο Σαββατιανός”.

Η γη, ο κόσμος ολόκληρος γκρεμιζόταν μονομιάς.

Έφευγε κρυφά, κατέβαινε κάτω, πήγαινε να αγκαλιάσει για τελευταία φορά τα δύο κατσικάκια και τους ζητούσε συγνώμη.

Την πρώτη φορά που το έζησε, η μάνα του άργησε επίτηδες να τον ξυπνήσει για να μην καταλάβει κάτι. Ξυπνώντας όμως, δεν βρήκε κανέναν στο σπίτι και βγήκε στο μπαλκόνι. Το θέαμα που αντίκρισε ήταν σοκαριστικό και ακατανόητο. Το κατσίκι νεκρό, κρεμασμένο ανάποδα στη μεγάλη ελιά του κήπου και η τρομαχτική μορφή του Σαββατιανού να το φουσκώνει από το πόδι με το στόμα, σαν το μπαλόνι.

Από κάτω ένας κουβάς γεμάτος αίμα. Σκηνικό βγαλμένο σαν από ταινία των αδερφών Κοέν. Τα αδέρφια του αν και μεγαλύτεροι, φανερά σοκαρισμένοι παρακολουθούσαν το αποτρόπαιο θέαμα λίγο παραδίπλα μαζί με τους μεγάλους. Μαρμαρωμένος, άφωνος, κοίταζε από ψηλά όλη τη διαδικασία. Ένιωσε τα βρακιά του μούσκεμα. Ήταν αδύνατο να κάνει βήμα, ούτε μπρος, ούτε πίσω.

Μονάχα τη στιγμή που ο Σαββατιανός με μια αστραπιαία κίνηση τράβηξε το δέρμα από το σώμα του ζώου η πνιγμένη του φωνή ξέσπασε και σήκωσε όλη τη γειτονιά στο πόδι.

«Το παιδί!» είπε η μάνα του τρομαγμένη πετώντας τα ταψιά που είχε στα χέρια και σα να είχε φτερά ήταν ήδη δίπλα του και τον είχε αγκαλιά. Ο οδυρμός του κράτησε μέχρι την επόμενη μέρα και επαναλήφθηκε για πέντε ή έξι χρόνια. Κάθε Κυριακή του Πάσχα έβλεπε έναν από τους φίλους του, που μέχρι πριν λίγες μέρες τάιζε στο στόμα και του έδινε κρυφά σιτάρι με τη χούφτα, νεκρό και σουβλισμένο να στριφογυρίζει πάνω σε πυρωμένα κάρβουνα. Το κακό ήταν πως όσο μεγάλωνε τόσο πιο επώδυνο γινόταν γι’αυτόν. Στο εμπάργκο για το κατσικίσιο κρέας παρέσυρε τελικά και τους δυο μεγάλους του αδερφούς και το πράγμα τράβηξε ακόμη περισσότερο όταν έπαψαν και οι τρεις να τρώνε ακόμη και τυρί ή και γάλα από τις κατσίκες αυτές. Έτσι, χωρίς πρακτικό λόγο ύπαρξης, αποφασίστηκε οι δύο κατσίκες να πουληθούν.

Το κλάμα σταμάτησε. Κόπηκε για πολλά χρόνια. Κόπηκε ακόμη και σε στιγμές που ήταν αναγκαίο και λυτρωτικό. Έγινε πρόβλημα, έγινε κόμπος, που λύθηκε πολλά χρόνια μετά όταν έκλαψε για έναν έρωτα και θεραπεύτηκε.

*Ο Δήμος Τσορμπατζόγλου είναι αρχαιολόγος

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα