Κόντρα στην Πολιτική της Εγκατάλειψης: Γη, Κατοικία και Εξουσία στην Περιφερειακή Ελλάδα
Η έλλειψη κατοικίας δεν είναι απλώς αποτέλεσμα κακής διαχείρισης. Είναι πολιτική μηχανική. Το παράδειγμα της Νάουσας
1. Αντιδράσεις
Τον Νοέμβριο του 2019, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος «Φιλοξενία», το Υπουργείο Μετανάστευσης αποφάσισε να μετακινήσει οικογένειες προσφύγων αιτούντων άσυλο από τα υπερκορεσμένα camps σε ξενοδοχεία μικρών πόλεων ανά την Ελλάδα. Σε πολλές από αυτές τις πόλεις, η αντίδραση ήταν άμεση και εχθρική. Οι τοπικές αρχές, εγκλωβισμένες ανάμεσα στις προκαταλήψεις και την πολιτική παράλυση, αναπαρήγαγαν το τετριμμένο επιχείρημα της «περιορισμένης χωρητικότητας» για να αποφύγουν την ευθύνη. Όμως το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ ο χώρος. Ήταν ο φόβος.
Η Νάουσα, ένας μικρός δήμος στη βόρεια Ελλάδα, ήταν μία από αυτές τις πόλεις. Περίπου 200 οικογένειες προσφύγων αναμενόταν να φτάσουν. Αυτό που ακολούθησε ήταν εξίσου φαρσοκωμωδία και βία. Μια ομάδα τοπικών αντιδραστικών σκηνοθέτησε μια γελοία παράσταση «αντίστασης»: έτρεξαν να μπλοκάρουν τις συμβολικές εισόδους της πόλης, προσπαθώντας να σταματήσουν τα λεωφορεία. Όταν απέτυχαν εισέβαλαν στα ξενοδοχεία όπου είχαν τοποθετηθεί οι πρόσφυγες, εκτοξεύοντας ύβρεις και χτυπώντας τους νεοαφιχθέντες και σε όσους στάθηκαν δίπλα τους. Το δημοτικό συμβούλιο συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση. Οι εκλεγμένοι επανέλαβαν τα ξενοφοβικά επιχειρήματα που ήδη κυκλοφορούσαν στον τύπο και στους δρόμους: η Νάουσα δεν έχει δυνατότητες. Δεν υπάρχουν σπίτια. Δεν υπάρχουν πόροι. Δεν υπάρχει χώρος.
Τότε ήταν που μερικοί από εμάς—άνθρωποι γεννημένοι στη Νάουσα, κάποιοι με ερευνητικό υπόβαθρο—αποφασίσαμε να παρέμβουμε. Ξεκινήσαμε με μια απλή παραδοχή: ο ισχυρισμός ότι «δεν υπάρχουν σπίτια» δεν ήταν απλώς αναληθής, ήταν προσβλητικός. Τη ξέραμε την πόλη. Είχαμε περπατήσει τους δρόμους της. Είχαμε δει τα σφραγισμένα παράθυρα, τα εγκαταλελειμμένα διαμερίσματα, τα άδεια σπίτια που μάζευαν σκόνη.
Ο στόχος μας ήταν απλός: να αποκαλύψουμε το ψέμα που βρίσκεται στον πυρήνα της πολιτικής της σπάνης. Η άρνηση να στεγαστούν οι αιτούντες άσυλο δεν ήταν γραφειοκρατική αποτυχία. Ήταν πολιτική απόφαση. Και ήταν μια απόφαση που καταδίκαζε στην εγκατάλειψη όλους όσοι ζούν σε στεγαστική επισφάλεια—πρόσφυγες, φτωχές οικογένειες, ηλικιωμένοι, υπο-απασχολούμενοι.
Πιστεύαμε τότε, και εξακολουθούμε να πιστεύουμε, ότι μια τοπική στεγαστική πολιτική που βασίζεται στην ενεργοποίηση της αχρησιμοποίητης αγροτικής γης και των κενών σπιτιών μπορούσε να εξυπηρετήσει τόσο τους νεοαφιχθέντες όσο και τους παλιούς κατοίκους. Αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν ο φόβος, αλλά η αλληλεγγύη. Κι έτσι ξεκινήσαμε, με μια μέθοδο, έναν χάρτη και μια δέσμευση να πούμε την αλήθεια. Ονομάσαμε την ομάδα μας HARTA.
2. Ρωγμές στο Μύθο της Ιδιοκατοίκησης
Η πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγη έχει εδώ και δεκαετίες αναγνωριστεί ως θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΟΗΕ, 1948) μέχρι τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (Συμβούλιο της Ευρώπης, 1996), το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό θεσμικό οικοδόμημα είναι γεμάτο διακηρύξεις που ορίζουν τη στέγη ως βασικό δικαίωμα. Όμως τα δικαιώματα στο χαρτί σπάνια μεταφράζονται σε στέγη στην πράξη.
Το ελληνικό μοντέλο κατοικίας ακολούθησε εξαρχής διαφορετική πορεία από τα κρατικά συστήματα στέγασης της μεταπολεμικής Βόρειας Ευρώπης. Αντί να επενδύσει στη δημόσια κατοικία, το ελληνικό κράτος επέλεξε μια «στρατηγική έμμεσης παρέμβασης». Ανέθεσε το καθήκον της στέγασης στην οικογένεια, η οποία μετατράπηκε σε φορέα πρόνοιας. Η ιδιοκτησία έδινε την ψευδαίσθηση της σταθερότητας. Όμως ήταν εύθραυστη—χτισμένη πάνω σε απλήρωτη εργασία, πατριαρχικές κληρονομιές και το φάντασμα ενός οικογενειακού «δικτύου ασφαλείας». Δούλευε μόνο αν ήσουν εντός της οικογενειακής δομής. Η ιδιοκτησία δεν είναι απλώς περιουσιακό στοιχείο. Είναι ηθικό χρέος που σε δένει με τον κομφορμισμό, την πίστη, και το όνειρο της κληρονομημένης στέγης.
Όμως η ψευδαίσθηση κατέρρευσε το 2008. Η οικονομική κρίση κατέρριψε την ικανότητα της οικογένειας να απορροφά τους κραδασμούς. Τα εισοδήματα κατέρρευσαν, οι συντάξεις συρρικνώθηκαν, οι φόροι πολλαπλασιάστηκαν. Και υπό τη λιτότητα, το κράτος όχι μόνο εγκατέλειψε τα νοικοκυριά, αλλά άνοιξε τις πόρτες στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Αυτό που ακολούθησε ήταν η μεγαλύτερη μεταβίβαση ιδιοκτησίας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Σήμερα, περίπου 700.000 ακίνητα έχουν περάσει στα χέρια εταιρειών διαχείρισης κόκκινων δανείων. Αυτό που κάποτε λειτουργούσε ως ασπίδα κατά της φτώχειας έχει γίνει μηχανισμός αποστράγγισης. Η στεγαστική ανασφάλεια δεν είναι πια υπόθεση μόνο των φτωχών. Έχει καταπιεί τη μεσαία τάξη, τη νεολαία, τις γυναίκες, τους ηλικιωμένους.
Παρά ταύτα, η δημόσια πολιτική παραμένει παραλυμένη. Το Άρθρο 21, Παράγραφος 4 του Συντάγματος διακηρύσσει την υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει στέγη, αλλά δεν υπάρχει θεσμική μνήμη άμεσης παροχής. Το κοινωνικό κράτος κατοικίας δεν υπήρξε ποτέ. Αντί αυτού, το κράτος προσφέρει επιδόματα στέγασης και βραχυπρόθεσμες λύσεις—μια βιτρίνα για ένα σύστημα που καταρρέει.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της EU-SILC, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ε.Ε. ως προς την επιβάρυνση από το κόστος στέγασης. Σε περιφερειακές πόλεις όπως η Νάουσα, η κρίση είναι πιο αφανής, αλλά εξίσου βίαιη: σιωπηλές εξώσεις, αόρατη αστεγία, ζωές που εξαφανίζονται από τα πολιτικά ραντάρ. Ταυτόχρονα, ολόκληρα τμήματα κατοικιών παραμένουν άδεια. Η αντίφαση ανάμεσα σε αφθονία και στέρηση δεν είναι απλώς αποτυχία πολιτικής. Είναι στρατηγική διακυβέρνησης μέσω διαχείρισης της επισφάλειας.
Οι κυρίαρχες αφηγήσεις το ενισχύουν. Δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί περιγράφουν την αγροτική Ελλάδα ως στάσιμη, αδιάφορη, «επαρχία». Αλλά αυτή δεν είναι απλώς περιγραφή, είναι μια κατασκευή με συνέπειες. Διώχνει τους νέους, τους μορφωμένους, τους πολιτικά ανήσυχους. Όσοι μένουν, εγκλωβίζονται σε πελατειακές σχέσεις, γραφειοκρατική αδράνεια και μια βραδυφλεγή διάλυση κάθε προοπτικής.
Ξέραμε ότι η «ανθεκτικότητα» δεν θα μας σώσει. Ούτε μια ακόμη επίκληση στην οικογένεια. Αυτοί οι μύθοι έχουν στερέψει. Αυτό που χρειαζόμασταν ήταν ρήξη: ένα νέο στεγαστικό παράδειγμα βασισμένο στην αναδιανομή και τα δικαιώματα. Ένα παράδειγμα που θα επαναδιεκδικούσε το κενό απόθεμα κατοικίας και θα διέλυε τον κύκλο του κληρονομημένου αποκλεισμού. Αλλά για να χτίσουμε κάτι καινούργιο, έπρεπε πρώτα να καταλάβουμε πάνω σε τι πατάμε.
3. Γη, Εργασία και η Φαντασίωση της Φέρουσας Ικανότητας
Η ιστορία της Νάουσας δεν είναι μοναδική, αλλά είναι αποκαλυπτική. Όπως πολλοί περιφερειακοί δήμοι στην Ελλάδα, η Νάουσα στηρίχθηκε σε μια εύθραυστη τριάδα: μικροϊδιοκτήτες, πολυσθενείς εργάτες (ανάμεσα σε δημόσιο, μαύρη εργασία και οικογενειακή αγροτική παραγωγή), και εργάτες εργοστασίων. Αυτό το σχήμα κράτησε μέχρι να κλείσουν τα εργοστάσια. Και τότε δεν ήρθε απλώς η ανεργία. Ήρθε η αποσύνθεση.
Η μικρή αγροτική παραγωγή, κάποτε καταφύγιο για τις κρίσεις, έγινε μη βιώσιμη. Τα μαθηματικά της επιβίωσης έπαψαν να βγαίνουν. Η καλλιέργεια μικρών χωραφιών απαιτεί πια δυσανάλογη προσπάθεια για πενιχρές απολαβές. Μηχανήματα, καύσιμα, λιπάσματα, νερό, έχουν γίνει απαγορευτικά. Και οι επιδοτήσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) δεν βοηθούν. Είναι σχεδιασμένες για μεγάλη κλίμακα, όχι για την επιβίωση. Η ΚΑΠ πληρώνει με βάση τα στρέμματα, όχι την καλλιέργεια. Οι βιομηχανικές φάρμες κερδίζουν. Οι μικροί αγρότες πνίγονται.
Μεταξύ 2007 και 2021, οι μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 37%. Το μερίδιό τους στο αγροτικό εισόδημα έπεσε από 87% σε 65%, ενώ οι βιομηχανικές μονάδες αυξήθηκαν κατά 59%. Την ίδια περίοδο, το εισόδημα των μικρών αγροτών μειώθηκε κατά 29%. Κάποιοι έγιναν εργάτες στη γη που κάποτε τους ανήκε. Οι περισσότεροι απλώς έφυγαν—Θεσσαλονίκη, Αθήνα, εξωτερικό. Άφησαν πίσω κλειστά σπίτια, άδεια χωριά, μια ύπαιθρο γεμάτη σιωπηλή αποτυχία. Στη Νάουσα, η συγκέντρωση της γης έχει επιταχυνθεί. Οι πεδινές εκτάσεις απορροφούνται από τη μηχανοποιημένη μονοκαλλιέργεια. Τα βουνά, πολύ απότομα για μηχανήματα και πολύ σκληρά για ανθρώπους, εγκαταλείπονται. Οι «μεγάλοι» παραμονεύουν. Οι τιμές πέφτουν. Η γη αγοράζεται. Όλο και λιγότερα χέρια ελέγχουν όλο και περισσότερα στρέμματα. Καθώς οι πληθυσμοί μειώνονται, το κράτος υποχωρεί. Νοσοκομεία κλείνουν. Σχολεία συγχωνεύονται. Υπηρεσίες μαραίνονται. Το μήνυμα είναι σαφές: κάποιοι τόποι δεν αξίζουν πια την επένδυση. Κι όταν έρχεται χρηματοδότηση, έρχεται λοξά: προγράμματα που ευνοούν τους δικτυωμένους, τους πιστοποιημένους, τους ιδιοκτήτες. Οι υπόλοιποι μένουν με τα απομεινάρια και τα δελτία τύπου.
Η κατοικία δεν αποτελεί εξαίρεση. Παρά τις εκατοντάδες κενές κατοικίες, δεν υπάρχει τοπικός μηχανισμός καταγραφής ή ενεργοποίησής τους. Καμία πολιτική κοινωνικοποίησης της στέγασης. Κανένα σχέδιο για ντόπιους σε ανάγκη—πόσω μάλλον για αιτούντες άσυλο.
Η οργή του 2019 για την εγκατάσταση προσφύγων δεν ήταν μόνο ρατσιστική. Ήταν η κραυγή μιας πόλης ξεκοιλιασμένης από τη σπανιότητα. Η πολιτική οικονομία μας βοηθά να δούμε πώς λειτουργεί ο ρατσισμός: στην παραγωγή, ο ρατσισμός προσφέρει φθηνή εργασία μέσα από τη βία και την ανασφάλεια· στη διανομή, καθορίζει ποιοι πόροι πάνε πού· στην καθημερινότητα, δομεί τις άνισες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους· στην κατανάλωση, υποβαθμίζει τη ζωή—τη στέγη, την υγεία, το φαγητό. Ο ρατσισμός δεν είναι παρέκκλιση. Είναι σύστημα. Διασπά και πειθαρχεί την εργασία, φρουρεί σύνορα, μετατρέπει το άγχος σε πίστη στο κράτος.
Στη συνεδρίαση του Νοεμβρίου 2019, οι αξιωματούχοι επικαλέστηκαν το γνώριμο πια επιχείρημα: “φέρουσα ικανότητα”. «Φέρουσα ικανότητα. Είναι μια φράση που θα ξανακούσουμε και στο αυριανό συμβούλιο. Πόσο μπορεί να αντέξει αυτή η κοινωνία; Ας μην ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Ερντογάν, υπάρχουν 4 εκατομμύρια απέναντι στην Τουρκία και ποιος ξέρει πόσοι ακόμη θα έρθουν αύριο, μεθαύριο, αν κρατάμε ανοιχτές τις αγκάλες και δεν κάνουμε τίποτα από τώρα για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα—από την Αφρική και από άλλες χώρες επίσης.»—Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου, Αρ. 24/13-11-19
Όσο ασαφής κι αν είναι, η «φέρουσα ικανότητα» βρήκε απήχηση γιατί άγγιξε κάτι πραγματικό: η συλλογική ζωή στη Νάουσα μοιάζει εξαντλημένη. Οι υπηρεσίες είναι λίγες. Οι δουλειές σπανίζουν, όπως και η αξιοπρέπεια. Αλλά η σπάνη εδώ δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι κατασκευασμένη. Η ενοχοποίηση των προσφύγων αποκρύπτει το πραγματικό μηχανισμό κατασκευής. Η έλλειψη κατοικίας δεν είναι απλώς αποτέλεσμα κακής διαχείρισης. Είναι πολιτική μηχανική. Έτσι λειτουργεί η διακυβέρνηση στην εποχή της λιτότητας: σου κόβουν τους πόρους, μετά σε αποκλείουν με τη γλώσσα της ανεπάρκειας. Το κράτος δεν μας κυβερνά όλους το ίδιο. Κυβερνά διαφορετικές ομάδες με διαφορετικά ηθικά λεξιλόγια. Ανταμείβει κάποιους. Αποκλείει άλλους. Ανταμείβει άνισα. Αποκλείει άνισα. Μια οικογένεια αιτούντων άσυλο απορρίπτεται ως «απολίτιστη». Ένας ιδιοκτήτης που χάνει το σπίτι του, αντιμετωπίζεται ως αποτυχημένος και ανάξιος. Δεν είναι μόνο οικονομική λογική. Είναι ηθική διαλογή.
Η Νάουσα δεν είναι κορεσμένη. Στερείται πολιτικής βούλησης να αντιμετωπίσει τη στέγαση ως δικαίωμα. Στερείται συντονισμού, φαντασίας και υποδομών για να συνδέσει την κενότητα με την ανάγκη. Και ίσως πάνω απ’ όλα, στερείται μιας ιστορίας που να αξίζει να μείνεις γι’ αυτήν.
4. Ο Φόβος Έχει Διεύθυνση
Ξεκινήσαμε αποδομώντας τους στενούς ορισμούς—ακαδημαϊκούς, γραφειοκρατικούς ή απλώς λάθος. Ο πρώτος μύθος που έπρεπε να συντρίψουμε ήταν ότι οι μικρές πόλεις όπως η Νάουσα δεν έχουν στεγαστικό πρόβλημα. Ότι υπάρχουν υπερβολικά πολλά σπίτια, πολλή γη, υπεραφθονία πόρων. Ότι η μόνη κρίση είναι του «άλλου». Ότι η επισφάλεια είναι εισαγόμενη. Εμείς ξέραμε καλύτερα.
Αρνηθήκαμε αυτή τη λογική και τα δίπολα που παράγει: άξιοι–ανάξιοι, πρόσφυγες–ντόπιοι, έξω–μέσα. Αυτές οι διακρίσεις δεν προστατεύουν τις κοινότητες. Τις διασπούν. Απομονώνουν ανθρώπους, διαλύουν δεσμούς, αφήνουν όλους πιο ευάλωτους. Αντί να αναπαράγουμε την πολιτική της σπανιότητας και της ενοχής, στραφήκαμε στις ρωγμές που διατρέχουν κάθε μορφή επισφαλούς κατοίκησης.
Θέλαμε να χτίσουμε μια κοινή γλώσσα. Μια αφήγηση που δεν ξεχωρίζει τη στεγαστική δυσχέρεια του πρόσφυγα ως “εξαίρεση”, αλλά τη συμπλέκει με μια ευρύτερη ιστορία δομικής εγκατάλειψης. Μια πολιτική που διαβάζει τον ξεριζωμό του αιτούντα άσυλο δίπλα στον αργό, αθόρυβο εκτοπισμό του συνταξιούχου, του άνεργου νέου, του μονογονέα.
Αυτό σήμαινε επαναπροσδιορισμό του ίδιου του νοήματος της στεγαστικής αποστέρησης. Διεύρυνση της έννοιας. Βάθυνση του πλαισίου. Πολύ συχνά, η αποστέρηση κατοικίας ταυτίζεται με την αστεγία. Και η αστεγία, με τη σειρά της, με την πιο ακραία και ορατή μορφή: ανθρώπους που κοιμούνται στον δρόμο. Αυτό είναι η παρανόηση. Η αστεγία του δρόμου είναι μόνο η κόψη ενός πολύ μακρύτερου, πριονισμένου λεπιδιού.
Αυτή η στενή ερμηνεία τροφοδοτεί ένα δυαδικό σχήμα: ή έχεις σπίτι ή είσαι άστεγος. Εντός ή εκτός. Άξιος ή αόρατος. Και το αποτέλεσμα είναι πολιτικές που αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα αλλά αγνοούν τις αιτίες. Παρεμβάσεις που απαντούν στην κρίση αλλά παραβλέπουν το σύστημα που τη γεννά.
Όμως η στεγαστική αποστέρηση είναι πολύ πιο ύπουλη. Δεν είναι μόνο η απουσία στέγης. Είναι η παρουσία της αστάθειας, της ανασφάλειας, του συγχρωτισμού, του φόβου, της σιγανής βίας. Είναι η απειλή έξωσης που αιωρείται. Η απουσία νομικού συμβολαίου. Ο καθημερινός μόχθος μέσα σε ένα σπίτι που δεν νιώθεις ποτέ δικό σου.
Για να στηρίξουμε την ανάλυσή μας, στραφήκαμε στο ETHOS: την Ευρωπαϊκή Τυπολογία της Αστεγίας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού από την FEANTSA. Το ETHOS δεν ορίζει τη στέρηση στέγης ως μία κατάσταση, αλλά ως συνεχές αποκλεισμού.
Καταγράφει δώδεκα μορφές: • Διαβίωση στο δρόμο (χωρίς καταφύγιο) • Διαμονή σε έκτακτη φιλοξενία • Διαμονή σε καταφύγια ή στέγες προσφύγων • Αποχώρηση από θεσμούς χωρίς κατοικία • Μακροχρόνια φροντίδα χωρίς κατοικία • Χωρίς νομική μίσθωση ή τίτλο • Υπό την απειλή έξωσης ή βίας • Σε μεταβατική ή ανεπαρκή στέγη • Σε υπερσυνωστισμένα σπίτια
Αυτό το πλαίσιο μας έδωσε γλώσσα για να μιλήσουμε στην πολυπλοκότητα της αποστέρησης σε μέρη όπως η Νάουσα. Με αυτό, ξεκινήσαμε μια ομάδα εργασίας—κάτοικοι και πρόσφυγες μαζί—για να χαρτογραφήσουμε πώς εκδηλώνεται εδώ η στεγαστική επισφάλεια. Και τη βρήκαμε παντού.
Σε κρύα διαμερίσματα που περνούν από γενιά σε γενιά χωρίς καμία επισκευή. Σε σπίτια όπου ζουν τρεις γενιές κάτω από μια σάπια στέγη. Σε τεράστια διαμερίσματα γεμάτα μοναχικούς ηλικιωμένους. Στον αόρατο φόβο, που κυνηγά ακόμα κι εκείνους που κρατούν τα κλειδιά στο χέρι.
Η αποστέρηση κατοικίας δεν είναι απλώς έλλειψη στέγης. Είναι διάβρωση της σταθερότητας. Ατομικοποίηση της ζωής. Κανονικοποίηση του φόβου. Για να την πολεμήσουμε, έπρεπε πρώτα να τη χαρτογραφήσουμε. Να της δώσουμε όνομα. Να καταλάβουμε ποιος την κουβαλάει—και γιατί.
5. Αυτά που οι Αριθμοί Δεν Δείχνουν
Έπειτα έπρεπε να δούμε τους αριθμούς. Όμως από την εμπειρία μας, οι επίσημοι αριθμοί συχνά κρύβουν περισσότερα απ’ όσα αποκαλύπτουν. Γι’ αυτό τους προσεγγίσαμε όχι με άρνηση, αλλά με καχυποψία. Τα δεδομένα κάτι λένε. Όχι τα πάντα, αλλά κάτι που άξιζε να ξεδιπλωθεί.
Η Νάουσα είναι η εικόνα μιας περιοχής σε υποχώρηση—δημογραφικά, οικονομικά, κοινωνικά. Από το 2001 ως το 2021, ο πληθυσμός του δήμου έπεσε από 34.154 σε 30.054. Η αποβιομηχάνιση έστρωσε το έδαφος, αλλά η πραγματική κατάρρευση ήρθε μετά το 2008 και τη δημοσιονομική συντριβή της Ελλάδας.
Κι αυτό δεν ήταν απλώς αριθμητική μεταβολή. Ήταν γενεαλογική εκκένωση. Ο νεανικός πληθυσμός (15–34) μειώθηκε δραστικά. Οι ηλικιωμένοι αυξήθηκαν. Ο πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία έπεσε κατά χιλιάδες. Οι αγροτικές και βιομηχανικές εργασίες εξαφανίστηκαν. Τι τις αντικατέστησε; Επισφαλής, χαμηλόμισθη δουλειά στον τομέα των υπηρεσιών. Οι νέοι έφυγαν—Θεσσαλονίκη, Αθήνα, εξωτερικό. Άφησαν πίσω φαντάσματα διαμερισμάτων, έρημα χωράφια, συρρικνωμένη δημόσια ζωή. Η απογραφή του 2021 κατέγραψε 15.749 κατοικίες στον δήμο Νάουσας, με 4.200 να δηλώνονται επίσημα ως κενές. Στα χαρτιά, το 83% των νοικοκυριών (9.586) δηλώνει ότι ζει σε ιδιόκτητο σπίτι, ενώ το 17% (1.452) νοικιάζει ή έχει άλλη διευθέτηση. Αλλά αυτά τα νούμερα ψεύδονται. Η κατηγοριοποίηση της κατοικίας στην Ελλάδα είναι προβληματική. Πολλοί δηλώνονται ως ιδιοκτήτες απλώς και μόνο επειδή ζουν σε ακίνητο συγγενών—ακόμα κι αν αυτή η συμβίωση είναι ασταθής, πιεστική, ή εντελώς καταναγκαστική. Αυτό που φαίνεται ως ιδιοκατοίκηση μπορεί να είναι εξάρτηση. Ή αποκλεισμός. Ή αόρατη αστεγία. Η πλειονότητα του στεγαστικού αποθέματος χτίστηκε μεταξύ 1961 και 1991, σε μια εποχή πολυμελών οικογενειών. Όμως η σύνθεση των νοικοκυριών έχει αλλάξει. Σήμερα αυξάνονται τα μονοπρόσωπα και τα μικρά νοικοκυριά, ενώ οι πολυμελείς οικογένειες μειώνονται. Το αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα που δεν ταιριάζει: πάρα πολλά μεγάλα, δυσλειτουργικά και ενεργειακά ανεπαρκή σπίτια για έναν πληθυσμό γήρανσης και συρρίκνωσης. Και πολύ λίγες μικρότερες, κατάλληλες, προσιτές κατοικίες. Παρά την πληθώρα άδειων σπιτιών, σχεδόν τίποτα δεν φτάνει στην αγορά. Τον Νοέμβριο του 2021, μόλις 11 διαμερίσματα ήταν αναρτημένα για ενοικίαση και 77 για πώληση σε ολόκληρο τον δήμο. Την ίδια ώρα, ο δήμος έχει οικόπεδα, αναξιοποίητη δημοτική γη—πόρους που σαπίζουν.
Το 2019, η Νάουσα κατέγραψε 3.058 ανέργους. Ο αριθμός αυξήθηκε κατά την πανδημία. Ως τον Φεβρουάριο του 2021, 719 άτομα λάμβαναν το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, κυρίως άνεργοι με δευτεροβάθμια εκπαίδευση ή λιγότερο. Άλλοι 1.492 λάμβαναν το Επίδομα Στέγασης. Το Κέντρο Κοινότητας Νάουσας κατέγραψε τουλάχιστον οκτώ άτομα να κοιμούνται στον δρόμο. Δεν υπάρχει δημοτική στέγη. Ούτε δομή επείγουσας φιλοξενίας. Μόνο 57 άτομα βασίζονται σε φίλους ή γνωστούς για να στεγαστούν.
Οι αριθμοί μας είπαν μια ιστορία. Οι δρόμοι, μια άλλη.
Βγήκαμε. Ακούσαμε. Ρωτήσαμε. Και αυτό που βρήκαμε δεν ήταν ένα κύμα ορατής αστεγίας, αλλά η πιο ντροπιασμένη, αόρατη αδελφή της: η σιωπηλή επισφάλεια. Τα συσσίτια των ενοριών ανέφεραν πάνω από 100 γεύματα την ημέρα. Όχι μόνο σε πρόσφυγες. Όχι μόνο σε ηλικιωμένους. Αλλά σε ανθρώπους σαν τον Τέλη. Άνδρες που δεν θα τους υποψιαζόσουν με την πρώτη. Ο Τέλης ζει πέντε χρόνια σε ένα εγκαταλελειμμένο δωμάτιο, στην άκρη της πόλης. Το κτίριο είναι παρατημένο. Το βρήκε αφού πρώτα κοιμήθηκε σε παγκάκια. Αφού έχασε και δουλειά και σπίτι. Η γυναίκα του, ιδιοκτήτρια του κοινού σπιτιού, τον έδιωξε. Η επιχείρηση όπου εργαζόταν και έμενε ταυτόχρονα, έκλεισε το 2010.
«Το βρήκα τυχαία,» μας είπε. «Μου είπε ένας φίλος. Μετά ρώτησα τον ιδιοκτήτη αν είναι εντάξει να μείνω. Μου είπε: “Αν μπορείς να ζήσεις εκεί μέσα, μείνε.” Το μέρος στάζει. Ντρέπομαι. Ούτε ο γιος μου δεν το ‘χει δει.» Ο Τέλης ζήτησε βοήθεια από τον δήμο. Ξανά και ξανά. Ζήτησε να μείνει στο θέατρο, εκεί όπου άλλοι βρήκαν άτυπη στέγη. Του αρνήθηκαν. «Γιατί άλλους τους άφησαν και εμένα όχι; Τι θέλουν; Να αυτοπυρποληθώ στην πλατεία για να νιώσουν κάτι;» Το θέατρο είναι συνήθως άδειο. Ελάχιστες παραστάσεις. Λιγοστό κοινό. Αλλά τρεις άνδρες ζουν στα καμαρίνια του. • Ο κύριος Βαγγέλης, πρώην ταξιθέτης, εγκαταστάθηκε όταν δεν μπορούσε πια να πληρώσει το νοίκι. • Ο κύριος Μάριος, πρώην οικοδόμος, έχασε τα πάντα—δουλειά, μητέρα, σπίτι—και βρέθηκε στο ύπαιθρο, μέχρι που του ψιθύρισαν για τα καμαρίνια. • Ο κύριος Στέλιος, άνεργος από το 2001, πέρασε από όλα τα ολιγόμηνα «προγράμματα» του δήμου. Τελικά, ένας αντιδήμαρχος τον άφησε να μπει το 2020.
Αυτοί οι χώροι δεν ανήκουν σε κανένα επίσημο πλαίσιο στέγασης. Είναι πολιτικές χάρες. Προσωρινές. Ανακλητές. Άνισες. Όταν έρθει θίασος, οι άνθρωποι αυτοί πετιούνται πάλι σε παγκάκια, χωράφια ή δανεικά πατώματα. Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική. Είναι πελατειακό καθεστώς. Η ευγνωμοσύνη γίνεται χρέος. Και καμία διαρθρωτική λύση δεν προσφέρεται. Αν η Νάουσα θέλει να πάρει στα σοβαρά τη στεγαστική επισφάλεια, χρειάζεται κάτι περισσότερο από οίκτο. Χρειάζεται συγκεκριμένη πολιτική. Τοπική στρατηγική στέγασης. Όχι χάρες. Όχι σιωπή. Όχι καμαρίνια. Όχι μια πολιτική φιλανθρωπίας. 6. Να βρούμε τα Άδεια Σπίτια
Ύστερα από μήνες έρευνας και επιτόπιας δουλειάς, δημοσιεύσαμε την πρώτη ολοκληρωμένη μελέτη για τη στεγαστική αποστέρηση στη Νάουσα. Αλλά κάναμε αυτό που καμία μελέτη από μόνη της δεν μπορεί να κάνει: τη βγάλαμε στον δρόμο—και μέσα στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου. Και εκεί καταθέσαμε τις απαιτήσεις μας, καθαρές. • Να γίνει πλήρης απογραφή των δημόσιων και δημοτικών ακινήτων—γη, κτίρια, υποδομές. • Να αξιοποιηθεί ό,τι μένει ανενεργό, για να καλυφθεί ό,τι είναι επείγον. • Να μετατραπεί το κενό σε κατοικία.
Είπαν όχι. Οπότε το κάναμε μόνοι μας. Ξεκινήσαμε μια ανεξάρτητη πρωτοβουλία χαρτογράφησης. Ο δήμος χωρίστηκε σε δώδεκα τομείς. Κάθε τομέας ανατέθηκε σε ομάδα 1 έως 3 ατόμων. Πήγαμε τετράγωνο το τετράγωνο, πόρτα την πόρτα, ρωτώντας γείτονες, παρατηρώντας ενδείξεις, διασταυρώνοντας, εκτιμώντας για πόσο καιρό τα σπίτια ήταν εκτός χρήσης. Η διαδικασία ήταν αργή. Επίμονη. Βαθιά διαπροσωπική. Απαιτούσε ακρόαση, εμπιστοσύνη, χρόνο. Τα αποτελέσματα ήταν αδιαμφισβήτητα: χιλιάδες άδειες κατοικίες μέσα στα διοικητικά όρια της Νάουσας—χωρίς καν να υπολογίσουμε τα χωριά (εικόνα 1).
Μετατρέψαμε τα δεδομένα σε όπλο. Όχι ενάντια σε ιδιώτες, αλλά ενάντια στα ψέματα που χτίζουν την τοπική πολιτική. Γκρεμίσαμε τον μύθο της «περιορισμένης φέρουσας ικανότητας»—την ιδέα ότι η Νάουσα δεν μπορεί να στεγάσει κανέναν. Ότι το πρόβλημα είναι υλικό, όχι πολιτικό. Ότι η σπανιότητα είναι πραγματική. Δεν ήταν. Η σπανιότητα ήταν βολικό άλλοθι. Αυτό που υπήρχε, ήταν αφθονία κακοδιαχειρισμένη. Κενό δημόσιας φαντασίας. Ένα σύστημα δομημένο έτσι ώστε να αφήνει σπίτια να σαπίζουν, ενώ άνθρωποι κοιμούνται στα χαλάσματα.
Με τη χαρτογράφηση, το επιχείρημά μας έγινε πιο αιχμηρό: η απουσία κρατικής στήριξης στους πρόσφυγες δεν δικαιολογούσε την αδράνεια. Έκανε ακόμα πιο επείγον το να δράσουμε από τα κάτω. Τα εργαλεία τα είχαμε: άδεια σπίτια, τοπική γνώση, συλλογική βούληση.
Προτείναμε κάτι απλό αλλά ριζοσπαστικό: να επαναδιεκδικήσουμε τα κενά σπίτια για όλους όσοι βιώνουν επισφάλεια—είτε είναι μετανάστες, είτε συνταξιούχοι, είτε άνεργοι νέοι, είτε ντόπιοι χαμένοι στη σιγή της κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα επιταχύνθηκαν. Όχι γιατί το σύστημα μας άνοιξε χώρο, αλλά γιατί εμείς τον ανοίξαμε με το ζόρι. Οργανώσαμε συμβολικές καταλήψεις κενών κτιρίων, μετατρέποντας την κενότητα σε σκάνδαλο. Κάναμε το κενό ορατό. Το σπρώξαμε στην κεντρική πολιτική ατζέντα.
Παράλληλα με αυτές τις δράσεις, συντάξαμε μια συγκεκριμένη πρόταση: έναν δημόσιο φορέα με σαφή εντολή, επιφορτισμένο με την ανακαίνιση και ανακατανομή του κενού οικιστικού αποθέματος που ανήκει στον δήμο και σε άλλους δημόσιους φορείς. Ίσως να ακούγεται ως μετριοπαθές αίτημα, αλλά αναγκαίο. Και δεν σταματήσαμε εκεί.
Ζητήσαμε την αναδιανομή της δημοτικής γης — όχι σε μεγαλοϊδιοκτήτες, αλλά σε ανθρώπους πρόθυμους να χτίσουν συλλογικά την τροφική μας αυτονομία. Ξεκινήσαμε μια πρωτοβουλία νομικής υποστήριξης, προσφέροντας δωρεάν συμβουλές σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν έξωση ή επισφάλεια στέγασης. Και αρχίσαμε να υφαίνουμε τη δουλειά μας σε ευρύτερα δίκτυα, συνδεόμενοι με άλλες αυτοοργανωμένες συλλογικότητες σε μικρές πόλεις που αντιμετωπίζουν τις ίδιες συνθήκες. Γιατί αυτό που αντιμετωπίζαμε δεν ήταν μια τοπική δυσλειτουργία. Ήταν συστημικός σχεδιασμός.
Η έρευνά μας, οι χάρτες, οι μέθοδοι, τα ευρήματα, έγιναν δημόσια. Όχι ως ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά ως εργαλεία, ως όπλα, ως σχέδια για να τα προσαρμόσουν, να τα αναπαράγουν, να τα επεκτείνουν άλλοι. Για να προωθήσουμε τα αιτήματά μας, ξεκινήσαμε μια καμπάνια συλλογής υπογραφών, διεκδικώντας μια τοπική στεγαστική πολιτική. Όχι φιλανθρωπία. Όχι αποσπασματικές χειρονομίες. Μια πραγματική στρατηγική, με λογοδοσία, θεσμική, εφαρμόσιμη. Γιατί αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι προϊόν πολιτικής πρόθεσης. Και οι πολιτικές επιλογές μπορούν να αμφισβητηθούν, να τεθούν υπό κρίση, να αλλάξουν.
7. Από την Ταυτότητα στη Στρατηγική
Ήταν ακριβώς οι ρωγμές του παλιού μοντέλου που μας ώθησαν να δράσουμε. Ξέραμε ότι οποιαδήποτε σοβαρή παρέμβαση έπρεπε να αποφύγει τις παγίδες της θεωρητικολογίας και της αφαίρεσης. Δεν χρειαζόμασταν συνθήματα που να απευθύνονται σε “όλους”. Χρειαζόμασταν μια πολιτική στρατηγική στραμμένη προς την κοινωνική πλειοψηφία· σε αυτούς που πλήττονται περισσότερο από την στεγαστική επισφάλεια, αλλά παραμένουν εντός της εμβέλειας της συλλογικής δράσης. Ναι, η ταυτότητα είναι υπαρκτή. Αντικατοπτρίζει το πώς το κράτος μάς διαμορφώνει σε άτομα, πώς εσωτερικεύουμε την υποταγή μέσα από τη θέση μας στις κοινωνικές σχέσεις. Αλλά η ταυτότητα είναι επίσης μια αφαίρεση. Δεν μας λέει ποιος επιβάλει άνισα τον πόνο και με ποια κριτήρια. Μια υλιστική προσέγγιση πρέπει να ξεκινά από το αφηρημένο και να πηγαίνει στο συγκεκριμένο. Πρέπει να γειώσει αυτές τις αφαιρέσεις—μέσα στη λάσπη της ιστορίας, της εξουσίας και των υλικών συνθηκών. Στη Νάουσα ξεκινήσαμε αρνούμενοι να δημιουργήσουμε διαιρέσεις εκεί όπου μπορούσαμε να ενωθούμε. Αυτό παραμένει αρχή μας. Η προσέγγισή μας ήταν συνειδητά αντιηγεμονική. Απορρίψαμε τα δυαδικά σχήματα που θρυμματίζουν πιθανές συμμαχίες: ανάμεσα σε γηγενείς και μετανάστες, εργαζόμενους και άνεργους, στεγασμένους και άστεγους. Αντί γι’ αυτό, μελετήσαμε τις υπαρκτές κοινωνικές κατηγορίες και εντοπίσαμε κοινές ευαλωτότητες.
Όταν οι γυναίκες επιβαρύνονται δυσανάλογα από άνισα καθεστώτα ιδιοκτησίας και παγιδεύονται σε αόρατη αστεγία, δεν απομονώνουμε την περίπτωσή τους· την ενισχύουμε. Την εντάσσουμε σε ευρύτερες στεγαστικές διεκδικήσεις, συνδέοντας τους αγώνες τους με αγώνες άλλων ομάδων που βιώνουν διαφορετικές αλλά αλληλένδετες μορφές επισφάλειας. Γιατί η σπάνη γεννά ανταγωνισμό. Και όταν οι πόροι είναι λίγοι, οι άνθρωποι ωθούνται να μετατρέπουν τις ταυτότητές τους σε όπλα, η κάθε ταυτοτική ομάδα διεκδικεί και θεωρεί πως αξίζει περισσότερα από την άλλη. Αλλά ποιος κάνει τη διανομή; Και ποιο απόθεμα διανέμεται;
Αυτό ήταν το ρήγμα: επιμείναμε στην δημιουργία μιας υλικής βάσης αφθονίας. Γιατί υπάρχει. Και ψιθυρίσαμε το αδιανόητο: την κοινωνικοποίηση της παραγωγής και της διανομής της στέγασης. Όχι ως ουτοπία, αλλά ως στρατηγική. Γιατί η αλληλεγγύη δεν είναι φιλανθρωπία. Και η στεγαστική δικαιοσύνη πρέπει να έρθει μέσα από συμμαχίες στη διαφορά—όχι παρά τη διαφορά. Αλλά η πρώτη πρόκληση δεν ήταν η θεωρία. Ήταν η εξουσία. Το δημοτικό συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το κόμμα που το ελέγχει, απέρριψε κάθε αίτημά μας να παρουσιάσουμε τα ευρήματά μας. Μας αρνήθηκαν θέση στο τραπέζι, την ώρα που η κρίση ξεδιπλωνόταν έξω από τις πόρτες τους. Πρόκειται για μια εξουσία που δεν κυβερνά παρά την περιφρόνησή της για τον λαό της, αλλά μέσω αυτής. Μια πολιτική τάξη που διαχειρίζεται τη φτώχεια και την ενόχληση που προκαλεί.
Ήρθαμε προετοιμασμένοι, με δεδομένα, ανάλυση, τεκμηρίωση. Αλλά μάθαμε γρήγορα: το πρόβλημα δεν ήταν η έλλειψη αποδείξεων. Ήταν μια στημένη ισορροπία δυνάμεων. Μια ισορροπία που πάντα ευνοεί τους ιδιοκτήτες και τους ισχυρούς, όσο αδιάσειστα κι αν είναι τα επιχειρήματά σου. Και τι κάνουν οι επισφαλείς; Πολλοί στρέφονται στο γραφείο του βουλευτή, σε έναν δημοτικό σύμβουλο, στην εκκλησία. Όχι για να αμφισβητήσουν το σύστημα, αλλά για να επιβιώσουν από αυτό. Όχι για να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους, αλλά για να παρακαλέσουν για μια χάρη. Ο πιο υπάκουος μπαίνει πρώτος στη σειρά. Η αστεγία γίνεται μάθημα υποταγής, όχι σπίθα οργής.
Αυτές δεν είναι απλώς σχέσεις. Είναι πολιτικές τεχνολογίες, τρόποι διακυβέρνησης της ίδιας της επισφάλειας που παράγουν οι κρατούντες. Οπότε όχι, το πραγματικό μας καθήκον δεν ήταν να τελειοποιήσουμε τα αποδεικτικά μας στοιχεία. Ήταν να μετατοπίσουμε τον συσχετισμό δυνάμεων. Γιατί όταν ο κόσμος έχει χαμηλές προσδοκίες, η διακυβέρνηση του γίνεται εύκολη. Γιατί να αγωνιστείς για κάτι που ποτέ δεν πίστεψες ότι σου αξίζει;
Έπρεπε να το πούμε: δεν θέλουμε τη στέγαση να μας παραχωρείται. Δεν θα πούμε ευχαριστώ σ’ αυτούς που προσποιούνται ότι μας κάνουν χάρη. Η στέγαση δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι δική μας. Είναι δικαίωμα. Και θα το διεκδικήσουμε. Ωστόσο, η διεκδίκηση της στέγασης σήμαινε και σύγκρουση με το στίγμα, τη ντροπή, τον αποκλεισμό. Η κτητική οικογενειοκρατία ήταν παντού, καθορίζοντας ποιος έχει πρόσβαση και ποιος αποβάλλεται. Ιδιοκτησία, οικογένεια, εργασία, αξιοσύνη—όλα συγχωνευμένα. Αν πέσει το ένα, αμφισβητούνται όλα. Ο Τέλης δεν καλεί τον γιο του στο “σπίτι” του γιατί ντρέπεται. Δεν πηγαίνει στο συσσίτιο γιατί δεν θέλει να φαίνεται σαν άστεγος. Ένας δημοτικός σύμβουλος λέει: “Η οικογένειά του τον πέταξε έξω—γιατί να τον φροντίσουμε εμείς;” Σε αυτή τη λογική, αν η οικογένεια σε αποκηρύξει, ο δήμος δεν σου χρωστάει τίποτα.
Η ίδια δυναμική στοίχειωνε και τις καταλήψεις μας. Ήταν εγκαταλελειμμένα κτίρια, κενά για χρόνια. Κι όμως, μας έβλεπαν σαν εγκληματίες. Ηλικιωμένοι εκμισθωτές ξέσπαγαν, ιδιοκάτοικοι μας κατηγορούσαν για καταπάτηση περιουσίας. Κι όμως, υπήρξε στήριξη. Φωναχτά, ή σιωπηλά. Τα μηνύματα έρχονταν ψιθυριστά. “Συνεχίστε,” έλεγαν. Αλλά σιγανά. Δεν θέλαμε να αποξενώσουμε τον κόσμο. Θέλαμε να αποκαλύψουμε τις ρωγμές· τη μεταβαλλόμενη πολιτική οικονομία που κρατά τον κόσμο σιωπηλό, απομονωμένο, φοβισμένο. Και έπρεπε να ρωτήσουμε: Πόσο ριζοσπαστικοί μπορούμε να είμαστε και να μιλάμε ακόμα στην πλειοψηφία; Πού τραβάμε τη γραμμή ανάμεσα στην αρχή και την απομόνωση;
Η πολιτική κληρονομιά συχνά κρίνεται εδώ: στο πού τραβάς τη γραμμή και πώς την υπερασπίζεσαι. Η ριζοσπαστική καθαρότητα μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε ωραία. Αλλά πολιτικά, συχνά είναι στείρα. Γίνεται αντι-πολιτική. Ένας τρόπος να δικαιολογήσεις την υποχώρηση. Εμείς διαλέξαμε άλλο δρόμο. Όχι ταυτοτική αντιπολιτική, αλλά συμμαχία μέσα στη διαφορά. Όχι μειονότητα σε άμυνα, αλλά πλειοψηφία εν εξελίξει. Ήμασταν αυστηροί χωρίς απολογίες, απέναντι σε όσους βρίσκονταν στην άλλη πλευρά αυτής της γραμμής. Όχι για το ποιοι ήταν, αλλά για το τι αναπαρήγαγαν.
Αν η κυρίαρχη ακαδημαϊκή αφήγηση επιμένει ότι μόνο όποιος κοιμάται στον δρόμο μπορεί να μιλήσει για την αστεγία, εμείς αυτό το αρνηθήκαμε. Υποστηρίξαμε: η ακραία αστεγία είναι μία μορφή επισφάλειας, αλλά όχι η μόνη. Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις στεγαστικής ανασφάλειας, και όλες αξίζουν να ονοματιστούν, να οργανωθούν, να διεκδικηθούν. Ο πραγματικός εχθρός; Όποιος διατηρεί τις συνθήκες αυτής της επισφάλειας.
Θέλαμε να ενώσουμε. Κάθε χάρτης, κάθε καμπάνια, κάθε συνάντηση—τα φτιάξαμε για να ενώσουμε. Αυτό κυνηγούσαμε. Όχι απόσυρση, αλλά σύγκλιση. Όχι ποιος ανήκει, αλλά πόσοι μπορούν να κινηθούν μαζί. Κάποιοι απάντησαν κινούμενοι εναντίον μας. Ο τότε δήμαρχος που μας φίμωσε στα δημοτικά συμβούλια προβιβάστηκε μετά τη θητεία του σε εκτιμητή ακινήτων στην Attica Bank, βοηθώντας στην εκκαθάριση του ίδιου αποθέματος στέγασης που κάποτε αγνοούσε. Ο τοπικός τύπος, χρεοκοπημένος οικονομικά και ηθικά, μας παρουσίασε ως ριζοσπάστες αναρχικούς, παπαγαλίζοντας τις γραμμές της εξουσίας. Και τότε ήρθε η σπάνη του πιο δύσκολου πόρου—όχι η στέγη, ούτε η γη, αλλά ο χρόνος.
8. Ποιος Έχει Χρόνο για Δικαιοσύνη;
Ο χρόνος, όχι η ταυτότητα, ήταν η πραγματική μας γραμμή διαχωρισμού. Ο χρόνος που αφιερώσαμε για να χαρτογραφήσουμε την πόλη δεν ήρθε από το πουθενά. Ήρθε από τη νεότητα, από τη σταθερότητα, από ασφαλείς δουλειές που επιτρέπουν στιγμές παύσης. Όμως αυτές οι ίδιες συνθήκες μάς απομάκρυναν από τα ίδια τα μέρη που προσπαθούσαμε να μεταμορφώσουμε. Νομίζαμε πως η ευαισθητοποίηση αρκεί. Δεν αρκούσε. Για να διαταράξεις την πελατειακή σχέση, για να χτίσεις εναλλακτικές, χρειάζεσαι χρόνο. Σταθερή παρουσία. Ενσωματωμένη, οργανωμένη εργασία. Ο χρόνος δεν είναι υπόβαθρο. Είναι πολιτικό υλικό. Και έπρεπε να μάθουμε να τον χρησιμοποιούμε στρατηγικά.
Κάποιοι έχουν χρόνο επειδή άλλοι απορροφούν τα βάρη τους. Ένας άντρας μπορεί να συμμετέχει σε μια καμπάνια επειδή μια γυναίκα μαγειρεύει, καθαρίζει, φροντίζει. Ένας πολίτης στο Βορρά μπορεί να οργανώνεται επειδή η εργασία στο Νότο επιδοτεί τις ελεύθερες ώρες του. Αλλά η ενοχή δεν χτίζει κινήματα. Η αναγνώριση βοηθά. Κάποιοι που είναι εξαντλημένοι δίνουν παρ’ όλα αυτά τον χρόνο τους. Κάποιοι με προνόμια τον χρησιμοποιούν για να ξηλώσουν τις δομές που τους τα παρείχαν. Πρέπει να το αναγνωρίσουμε αυτό. Όχι με καχυποψία. Με καθαρότητα. Σημασία δεν έχει από πού προέρχεται ο χρόνος. Σημασία έχει πού ξοδεύεται. Και αν διευρύνει τον συλλογικό μας πολιτικό ορίζοντα.
9. Επίλογος: Η Πολιτική του Να Μένεις
Η περίπτωση της Νάουσας δεν είναι μια τοπική ανωμαλία, αλλά μια πολιτική παραβολή. Αφηγείται την ιστορία ενός τόπου παγιδευμένου ανάμεσα στην κατάρρευση και τη δυνατότητα. Μια πόλη όπου σπίτια μένουν άδεια ενώ άνθρωποι κοιμούνται στα ερείπια. Όπου γεωργική γη μένει ακαλλιέργητη ενώ οικογένειες δυσκολεύονται να τραφούν. Όπου η γλώσσα της έλλειψης χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό—ενώ στην πραγματικότητα, αυτό που βιώνουμε δεν είναι ανεπάρκεια αλλά συσσώρευση. Όχι απουσία, αλλά εγκατάλειψη.
Δεν ξεκινήσαμε ως κίνημα. Ξεκινήσαμε με μια άρνηση: να αποδεχτούμε το ψέμα ότι “δεν υπάρχει στέγη”, ότι “δεν υπάρχει χώρος”, ότι η μόνη απάντηση στην κρίση είναι η υποχώρηση. Σε έναν τόπο εγκαταλελειμμένο από το κράτος, χαρτογραφήσαμε ό,τι είχε απομείνει. Τα ευρήματά μας έγιναν κάτι περισσότερο από δεδομένα. Έγιναν αποδείξεις πολιτικών επιλογών και της δυνατότητας να γίνουν άλλες.
Μάθαμε ότι στεγαστική αποστέρηση δεν είναι μόνο η αστεγία. Είναι η αχαρτογράφητη έξωση, η ντροπή, ο συνωστισμός, η δομική εγκατάλειψη. Μάθαμε ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται απλώς μια στέγη. Χρειάζονται προστασία από το στίγμα, τη σιωπή, τα συστήματα που τους θεωρούν ανάξιους για στέγαση αν έχουν χάσει την εύνοια της οικογένειας ή ενός πολιτικού. Ανακαλύψαμε πως ο εχθρός δεν είναι μόνο η κερδοσκοπία στην ιδιοκτησία, αλλά και η κτητική οικογενειοκρατία—η ιδεολογία που συγχωνεύει τη στέγαση με την κληρονομικότητα, την ηθική και τον αποκλεισμό. Μια ιδεολογία που τιμωρεί όσους δεν ανήκουν—ή δεν μπορούν να ανήκουν—στις “ορθές” γραμμές ιδιοκτησίας, εργασίας ή υπακοής.
Αντισταθήκαμε σ’ αυτή τη λογική όχι με καθαρότητα, αλλά με στρατηγική. Αρνηθήκαμε να τραβήξουμε τη γραμμή ανάμεσα σε στεγασμένους και άστεγους, μετανάστες και ντόπιους, “άξιους” και “αναλώσιμους”. Τη γραμμή την τραβήξαμε αλλού: ανάμεσα σε εκείνους που αναπαράγουν την επισφάλεια και εκείνους που την αρνούνται.
Επαναπροσδιορίσαμε την έννοια της στεγαστικής επισφάλειας μέσα από το πρίσμα της καθημερινής ζωής, διευρύνοντας τη γλώσσα της στέρησης ώστε να συμπεριλάβει όσους ζουν σε αθέρμαστα δωμάτια, σε συνωστισμένα σπίτια, ή κάτω από τη συνεχή απειλή έξωσης. Καλέσαμε σε ανασύνθεση τάξης, σε συμμαχίες μέσα από διαφορά, σε μια αλληλεγγύη που δεν είναι φιλανθρωπία αλλά αντιπαράθεση.
Καταλάβαμε πως η εξουσία δεν υποχωρεί μπροστά στα γεγονότα. Υποχωρεί μπροστά στη συλλογική δύναμη. Και καταλάβαμε ότι ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Ο χρόνος είναι πολιτικός. Ο χρόνος συσσωρεύεται, εξάγεται, φιλτράρεται μέσα από το φύλο, ανατίθεται αλλού. Και για να χτίσουμε κάτι που να κρατήσει, χρειαζόμαστε χρόνο από όσες και όσους είναι πρόθυμοι να τον προσφέρουν στρατηγικά, συλλογικά και χωρίς απολογίες.
Αυτό που διεκδικούμε τώρα δεν είναι μια θέση στο τραπέζι τους, αλλά το δικαίωμα να φτιάξουμε το δικό μας. Διεκδικούμε μια τοπική πολιτική γης και στέγασης που να βασίζεται στην αναδιανομή, όχι στη διαχείριση. Στα δικαιώματα, όχι στις χάρες. Η δημοτική γη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί για να εξασφαλίζει διατροφική αυτάρκεια, όχι να ενοικιάζεται σε τοπικούς μεσάζοντες. Τα κενά σπίτια πρέπει να ενεργοποιηθούν ως δημόσια αγαθά, όχι να σαπίζουν ενώ άνθρωποι παγώνουν σιωπηλά. Η στεγαστική πολιτική πρέπει να προκύπτει από όσους γνωρίζουν την επισφάλεια—όχι από όσους κερδίζουν από αυτήν. Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνοκρατική πρόταση. Είναι ένα πολιτικό στοίχημα: ότι η ζωή στους μικρότερους τόπους αξίζει να οργανωθεί. Ότι το να μένεις δεν είναι αποτυχία. Ότι ο αγώνας για παραμονή είναι μια μορφή αντίστασης. Και αυτό το στοίχημα δεν το βάζουμε μόνοι μας, αλλά συλλογικά. Όχι στην απομόνωση, αλλά μέσα από κοινό έδαφος, κοινά εργαλεία και κοινό σκοπό. Ονομάζουμε αυτό το εγχείρημα ΧΑΡΤΑ—όχι ένα σχέδιο, αλλά μια αρχή. Μια διεκδίκηση. Μια μέθοδος. Μια υπόσχεση.
Πιστεύουμε ότι αυτές οι δράσεις, αν ακολουθηθούν συλλογικά, μπορούν να σταματήσουν τη σπειροειδή παρακμή και να αγκυρώσουν ένα νέο παράδειγμα, ριζωμένο στη φροντίδα, την ισότητα και την οργανωμένη άρνηση. Γιατί η γη και η στέγη ανήκουν σε όσους ζουν, εργάζονται και αγωνίζονται στη σκιά τους.