Λυρικό δοκίμιο για μια πόλη που αναζητά το μέλλον της μέσα στη φλόγα των καιρών

Αν αφεθεί να ονειρευτεί σωστά, η Θεσσαλονίκη μπορεί να γίνει ένα από τα πιο φωτεινά παραδείγματα του μέλλοντος - Γράφει η Μαργαρίτα Καραβασίλη

Parallaxi
λυρικό-δοκίμιο-για-μια-πόλη-που-αναζητ-1431523
Parallaxi

Λέξεις: Μαργαρίτα Καραβασίλη

Κεντρική εικόνα: Ιωάννης Βανίδης 

Η Θεσσαλονίκη πάντοτε έμοιαζε με μια πόλη που ανασαίνει αργά, με τρόπο σχεδόν τελετουργικό, σαν να κρατά έναν παλιό ρυθμό στον κόρφο της.

Οι δρόμοι της κουβαλούν τον απόηχο αιώνων, τα σοκάκια της θυμούνται πατήματα ανθρώπων που έρχονταν και έφευγαν, η θάλασσά της καθρεφτίζει μυστικά και ανέμους. Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα μια πόλη που έμαθε να ζει με τους μετασχηματισμούς της. Από το βάθος των αιώνων, με τα καμπαναριά και τους μιναρέδες, τις στοές και τις αγορές, μέχρι τις πολυκατοικίες του ’60 και τα φώτα της παραλίας, κουβαλά μια αεικίνητη ταυτότητα, αλλά και μια γλυκιά αργοπορία στην αλλαγή.

Αυτή η πόλη που γνωρίζει πώς να περιμένει, πώς να ωριμάζει τις εποχές μέσα στην καρδιά της, βρίσκεται τώρα μπροστά σε μια εποχή που δεν συγχωράει καμία καθυστέρηση, που το ρολόι της Ιστορίας χτυπά διαφορετικά. Η κλιματική κρίση δεν είναι επιστημονική φαντασία.

Είναι ένας σφυγμός οξύς που χτυπά πάνω από τις στέγες της, ένας βαρύς, αποπνιχτικός αέρας τις καυτές ημέρες του καλοκαιριού, μια ζέστη που σπρώχνει τις μέρες πιο κοντά στην άκρη της αντοχής, η μυρωδιά της υγρασίας τις χειμωνιάτικες μέρες που δεν μοιάζουν με χειμώνα, η θάλασσα που θερμαίνεται γρηγορότερα απ’ όσο αντέχει η μνήμη της.

Οι επιστήμονες μιλούν πια με τόνο που δεν επιτρέπει παρερμηνείες.

Η Μεσόγειος θερμαίνεται 20% γρηγορότερα από τον μέσο όρο του πλανήτη.

Πόλεις σαν τη Θεσσαλονίκη απειλούνται από αύξηση θερμοκρασίας που μπορεί να φτάσει έως και τους 2,5°C μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Οι καύσωνες γίνονται πιο οξύθυμοι και συχνοί, η θάλασσα ανεβαίνει λίγα χιλιοστά κάθε χρόνο, ανεπαίσθητα αλλά αμείλικτα. Το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας προσθέτουν ακόμη 3, 5, κάποιες μέρες και 7 βαθμούς στη θερμοκρασία του κέντρου της πόλης.

Θεσσαλονίκη
Εικόνα: Λούσυ Μπρόβα

Κι αυτή η αύξηση δεν αποτυπώνεται μόνο στα επιστημονικά δεδομένα γράφεται στα μέτωπα των περαστικών, στους ίσκιους που μικραίνουν, στους δρόμους που το καλοκαίρι κοχλάζουν σαν να μην αντέχουν πια το ίδιο τους το βάρος.

Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, η Θεσσαλονίκη αναζητά έναν τρόπο να επανεφεύρει τον εαυτό της. Να ξαναδημιουργήσει μια σχέση με τον τόπο, όχι πλέον όπως την είχε μάθει, αλλά όπως την απαιτεί ο καιρός. Να γίνει μια πόλη που δεν θα προστατεύει μόνο το παρόν της, αλλά θα υφαίνει με φροντίδα το μέλλον της. Δεν είναι εύκολο.

Και μία πόλη που έχει μακρά ιστορία δεν μεταμορφώνεται χωρίς πόνο. Μα είναι αναγκαίο. Γιατί στην κλιματική κρίση δεν υπάρχει απεριόριστος χρόνος· μονάχα επιλογές που πρέπει να γίνουν τώρα.

Η μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα, ο στόχος για το 2030, δεν είναι απλώς μια ευρωπαϊκή δέσμευση. Είναι η εσωτερική υπόσχεση της πόλης προς τον ίδιο τον εαυτό της. Σημαίνει πως η Θεσσαλονίκη καλείται να αποκτήσει μια νέα ραχοκοκαλιά: ένα δίκτυο μεταφορών που δεν θα φυλακίζει τους πολίτες στο αμάξι τους, μια ενέργεια που θα τροφοδοτείται από τον ήλιο και τον άνεμο, μια θάλασσα που θα την κοιτά όχι με ενοχή αλλά με σεβασμό, έναν αέρα που θα ξαναγίνει διάφανος.

Κι εδώ αρχίζει μια δύσκολη αλήθεια. Η πόλη βρίσκεται συχνά παγιδευμένη ανάμεσα σε όνειρα και καθρέφτες. Θέλει να προχωρήσει, αλλά τα βήματά της βαραίνουν από συνήθειες δεκαετιών, από μια κουρασμένη γραφειοκρατία, από σχέδια που συχνά προχωρούν με την ταχύτητα της σκουριάς. Τα έργα που δρομολογούνται έχουν συχνά τη γεύση του ανέτοιμου: σπουδαία στα χαρτιά, αποσπασματικά στην πράξη.

Το μετρό, για παράδειγμα, μια λέξη που έγινε αστείο και ταυτόχρονα πληγή, έμοιαζε για χρόνια περισσότερο με μνημείο καθυστέρησης παρά με υπόσχεση προόδου. Τα εργοτάξια άπλωσαν για δεκαετίες τη σκόνη τους πάνω από την πόλη, σαν ένας αργός βήχας που δεν λέει να καταλαγιάσει. Τα κενά του χρόνου δεν ήταν μόνο κοινωνικά ή οικονομικά. Ήταν και περιβαλλοντικά: περισσότερα οχήματα, περισσότερη κυκλοφοριακή ασφυξία, περισσότερος ρύπος που εγκλωβίστηκε ανάμεσα σε μεσοτοιχίες και χαμηλά σύννεφα. Το μετρό μπορεί πια να έχει ολοκληρωθεί, αλλά η διαδρομή μέχρι εκεί έδειξε πόσο επείγον είναι να συνδέεται κάθε έργο με μια βαθύτερη στρατηγική και όχι μόνο με τις ανάγκες μιας τετραετίας.

Οι αναπλάσεις του παραλιακού μετώπου φέρουν μια ομορφιά που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί. Μα η ομορφιά δεν αρκεί. Η θάλασσα αλλάζει. Η στάθμη του νερού ανεβαίνει. Παλιές μελέτες δεν επαρκούν για νέες πραγματικότητες. Η πόλη χρειάζεται παράκτιες υποδομές ανθεκτικότητας, λύσεις βασισμένες στη φύση, νέα συστήματα απορροής. Δίχως αυτά, κινδυνεύουμε να χτίζουμε εφήμερα σκηνικά πάνω σε έδαφος που μετακινείται.

Το μελλοντικό κύμα, το μελλοντικό φουσκωμένο νερό, δεν θα σεβαστεί τις σημερινές μακέτες.

Οι ποδηλατόδρομοι, μια άλλη ιστορία γεμάτη υποσχέσεις, φυτρώνουν εδώ κι εκεί σαν σπορά δικά λουλούδια σε έρημη αυλή. Κανείς δεν αμφισβητεί την αξία τους. Αλλά για να αλλάξει η κουλτούρα μετακίνησης, πρέπει να υπάρξει ένα δίκτυο, όχι διάσπαρτες πινελιές. Η ασφάλεια του ποδηλάτη δεν μπορεί να στηρίζεται στη διάθεση του οδηγού. Χρειάζεται χώρο δικό της, σταθερότητα, συνέχεια — μια πόλη που να λέει ξεκάθαρα πως το ποδήλατο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά δικαίωμα. Το ίδιο ισχύει και για το πράσινο της πόλης. Η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη από σκιές, από βαθιά ριζωμένα δέντρα, από διαδρομές πρασίνου που θα ανακουφίζουν τις γειτονιές.

Οι επιστημονικές μελέτες είναι σαφείς: οι πράσινοι διάδρομοι μειώνουν έως και δύο βαθμούς τη θερμοκρασία, βελτιώνουν την ποιότητα του αέρα και θωρακίζουν την πόλη από ακραίες θερμοκρασίες. Κι όμως, πολλές φορές το πράσινο αντιμετωπίζεται σαν κατακόρυφη διακόσμηση, σαν κάτι που προσθέτουμε εκ των υστέρων για να ομορφύνουμε μια ήδη σχεδιασμένη υποδομή. Αλλά η πόλη δεν χρειάζεται καλλωπισμό χρειάζεται αναπνοή.

Όσο για την κυκλική οικονομία, παρότι έχουν γίνει μικρά βήματα, η πραγματικότητα παραμένει τραχιά. Η ανακύκλωση κινείται με ρυθμούς αργούς και άνισους. Χρειαζόμαστε κεντρικές υποδομές, συστηματική διαλογή, ρεύματα αποβλήτων καλά οργανωμένα. Μα πάνω απ’ όλα, χρειαζόμαστε μια αλλαγή κουλτούρας: την αίσθηση ότι τα υλικά έχουν αξία, ότι τίποτα δεν πετιέται χωρίς σκέψη, ότι ο κύκλος της ζωής των πραγμάτων μπορεί να επιμηκυνθεί.

Κι εδώ βρίσκεται η πραγματική ποίηση της πόλης, Παρά τις αστοχίες, παρά τις καθυστερήσεις, παρά τη σκουριά των παλιών συστημάτων, η Θεσσαλονίκη διατηρεί μέσα της μια δύναμη αναγέννησης.

Είναι μια πόλη με νεανική καρδιά, με πανεπιστημιακά εργαστήρια που ερευνούν την πράσινη ενέργεια, την πρόβλεψη των πλημμυρών, την έξυπνη διαχείριση πόρων. Είναι μια πόλη με κινήσεις πολιτών που υπερασπίζονται τον δημόσιο χώρο, με καλλιτέχνες που αφουγκράζονται την εποχή, με επιστήμονες που κρατούν στα χέρια τους γνώσεις ικανές να την οδηγήσουν μπροστά. Το μέλλον της Θεσσαλονίκης δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα έργα.

Θεσσαλονικη
Εικόνα: Τάνια Γκουγκούση

Βρίσκεται στους ανθρώπους που ονειρεύονται χωρίς να παραιτούνται, που απαιτούν χωρίς να καταστρέφουν, που νοιάζονται για τον τόπο τους με έναν τρόπο σχεδόν σωματικό. Βρίσκεται στις μικρές κινήσεις: στο δέντρο που φυτεύεται σωστά, στο ποδήλατο που βρίσκει ασφαλή δρόμο, στο παιδί που μεγαλώνει σε έναν καθαρότερο ουρανό, στο κύμα που αντικρίζει μια πόλη που το σέβεται. Αν κάτι ζητά η εποχή μας, είναι η ικανότητα να βλέπουμε τον κόσμο όχι όπως ήταν, αλλά όπως μπορεί να γίνει. Η Θεσσαλονίκη καλείται να ξαναγράψει τον εαυτό της.

Να μετατρέψει τις αδυναμίες της σε γέφυρες, τις καθυστερήσεις της σε μαθήματα, τα όνειρά της σε υποδομές. Να γίνει μια πόλη που θα ενσωματώνει την επιστήμη στην καθημερινότητα, την ανθεκτικότητα στις γειτονιές, τη φροντίδα στις αποφάσεις της.

Η εξέλιξη της πόλης δεν είναι μια τεχνική υπόθεση, μια γραμμή σε ένα στρατηγικό σχέδιο. Είναι σχεδόν προσωπική υπόθεση. Χρειάζεται να ανοίξουν χώροι που αναπνέουν—πράσινες νησί δες, δέντρα που θα χαρίζουν ανάσες στη ζέστη του Αυγούστου, γειτονιές που θα ξαναβρούν τον ρυθμό τους μακριά από την ασφυξία της ασφάλτου.

Μια πόλη που αυξάνει το πράσινό της δεν ωφελεί μόνο το κλίμα· αλλάζει τη φυσιολογία του ίδιου του ανθρώπου που την κατοικεί, τον καλεί να περπατήσει, να σταματήσει για λίγο, να δει. Την ίδια στιγμή, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται μια βαθύτερη ισορροπία. Υπάρχουν δυο πόλεις μέσα στη μία: η μία στα ανατολικά, ευρύχωρη και φωτεινή, και η άλλη στα δυτικά, πυκνή και κουρασμένη.

Αν θέλει να γίνει πραγματικά σύγχρονη, χρειάζεται να ράψει αυτό το σχίσμα, να δώσει ίσες ευκαιρίες σε όσους ζουν πιο μακριά από το φωτισμένο της πρόσωπο. Μια πόλη δεν είναι δίκαιη αν δεν είναι προσβάσιμη· δεν είναι σύγχρονη αν δεν μπορεί να στεγάσει με αξιοπρέπεια όσους χρειάζονται περισσότερη φροντίδα.

Και ίσως, στο τέλος, αυτός να είναι ο αληθινός λόγος που η Θεσσαλονίκη μπορεί να γίνει παράδειγμα: γιατί έχει μέσα της μια βαθιά, σχεδόν ποιητική ικανότητα να μεταμορφώνεται χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της. Μια πόλη που κοιτά τον ορίζοντα του Θερμαϊκού γνωρίζει ότι το μέλλον δεν έρχεται μονάχο του.

Πρέπει να το χτίσεις, να το προστατεύσεις, να το διεκδικήσεις. Η αειφόρος ανάπτυξη δεν είναι τεχνικός όρος· είναι μια νέα σχέση με τον χρόνο. Είναι η συγκατάθεση της πόλης να αλλάξει, να γίνει σοφότερη, να πει ένα «ναι» στο αύριο. Μια πόλη δεν αλλάζει από τα σχέδιά της· αλλάζει από το όνειρο που κάνει για τον εαυτό της.

Κι αν η Θεσσαλονίκη το κατορθώσει — και μπορεί — τότε ίσως, μια μέρα, ο άνεμος που φυσά πάνω από τον Θερμαϊκό να μην φέρνει μόνο υγρασία, αλλά την ανάσα μιας πόλης που βρήκε τον δρόμο της μέσα στη φλόγα του καιρού.

Η Θεσσαλονίκη σηκώνει κεφάλι — όχι σαν πόλη κορεσμένη, αλλά σαν πόλη που διψά να αναπνεύσει ξανά. Αν αφεθεί να ονειρευτεί σωστά, μπορεί να γίνει ένα από τα πιο φωτεινά παραδείγματα του μέλλοντος. Ας ονειρευτούμε, λοιπόν—αλλά με τα μάτια ανοιχτά. Γιατί ο στρατηγικός σχεδιασμός μιας πόλης δεν είναι μόνο τεχνικό εγχείρημα· είναι και μια πρόσκληση να φανταστούμε το μέλλον μας και να το διεκδικήσουμε.

*Ή Μαργαρίτα Καραβασίλη είναι Αρχιτέκτονας dplg Χωροτάκτης-Πολεοδόμος MSc, τ. Ειδική Γραμματέας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα