μαζί-ή-χώρια-1453919

Parallax View

Μαζί ή χώρια;

Το αιώνιο πρόβλημα της Αριστεράς

Parallaxi
Parallaxi

Λέξεις: Δ.Α.

Το ερώτημα αυτό επανέρχεται διαρκώς στην αριστερά: είναι η ενότητα η απάντηση ή μήπως, σε ορισμένες ιστορικές στιγμές, η διάσπαση είναι αυτή που ξεκλειδώνει τη δυναμική; Η εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχει μία απάντηση. Υπάρχουν, όμως, επαναλαμβανόμενα μοτίβα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε πότε το «μαζί» λειτουργεί και πότε το «χώρια» γίνεται δημιουργικό.

1. Όταν το «μαζί» δημιουργεί δύναμηΥπάρχουν στιγμές όπου η ενότητα λειτουργεί ως πραγματικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Όταν διαφορετικά ρεύματα συγκλίνουν γύρω από ένα σαφές πολιτικό σχέδιο και μια κοινή κοινωνική βάση, η ενότητα μπορεί να μετατρέψει τη διασπορά δυνάμεων σε συγκεντρωμένη πολιτική ισχύ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η «πρόσθεση» δεν είναι απλώς αριθμητική, αλλά οργανωτική και στρατηγική σύνθεση.

Η εμπειρία της ΕΔΑ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε μια πολύ δύσκολη ιστορική συγκυρία (στρατιωτική ήττα μετά από εμφύλιο πόλεμο), κατάφερε να λειτουργήσει ως ενωτικό σχήμα με σαφή κοινωνική αναφορά και πολιτική στόχευση, αποκτώντας σημαντική επιρροή. Η επιτυχία της δείχνει ότι η ενότητα μπορεί να λειτουργήσει όταν δεν είναι απλή συγκόλληση, αλλά ανταποκρίνεται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ακόμη και οι συγκρούσεις μπορούν να λειτουργήσουν, σε βάθος χρόνου, ως προϋπόθεση μιας πιο ουσιαστικής και ανθεκτικής ενότητας. Τον 19ο αι. στη Γερμανία, η αρχική αντιπαράθεση μεταξύ των λασσαλικών και των μαρξιστών, με κεντρικές μορφές τον Αύγουστο Μπέμπελ και τον Βίλχελμ Λίμπκνεχτ κατέληξε σε μια διαδικασία θεωρητικής και στρατηγικής αποσαφήνισης. Ακριβώς επειδή οι διαφορές αναδείχθηκαν ανοιχτά, κατέστη δυνατή στη συνέχεια μια πιο ώριμη σύνθεση. Η ενοποίηση που ακολούθησε, με το Πρόγραμμα της Γκότα και αργότερα της Ερφούρτης, δεν ήταν μια απλή συγκόλληση, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της προηγούμενης σύγκρουσης. Πάνω σε αυτή τη βάση συγκροτήθηκε το πρώτο πραγματικά μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Ένα πιο σύγχρονο παράδειγμα είναι οι Democratic Socialists of America (DSA). Πρόκειται για ένα πολυτασικό σχήμα, όχι κόμμα, που περιλαμβάνει διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις: από αριστερές σοσιαλδημοκρατικές έως αρκετά πιο ριζοσπαστικές -σε κάθε περίπτωση στα αριστερά κάθε ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, συμπεριλμβανομένης της ισπανικής. Παρ’ όλες τις εσωτερικές διαφωνίες, η ενότητα αυτή επέτρεψε:

– ραγδαία αύξηση μελών (ιδίως μετά το 2016),- εκλογικές – επιτυχίες μέσω συμμαχιών, – επιρροή σε δημόσιες πολιτικές συζητήσεις (εργασία, υγεία, κατοικία). Εδώ η ενότητα λειτούργησε όχι ως ομοιομορφία, αλλά ως πλατφόρμα σύγκλισης διαφορετικών ρευμάτων με κοινό πολιτικό στόχο.

2. Όταν το «μαζί» γίνεται πρόβλημα

Υπάρχουν, όμως, και στιγμές όπου η ενότητα μετατρέπεται σε εμπόδιο. Όταν διαφορετικές στρατηγικές και κοινωνικές αναφορές συνυπάρχουν χωρίς σύνθεση, το αποτέλεσμα δεν είναι δύναμη αλλά παράλυση. Η «ενότητα» σε αυτές τις περιπτώσεις λειτουργεί ως κάλυψη αντιφάσεων που δεν έχουν επιλυθεί.

Η διάσπαση μεταξύ των Μπολσεβίκων και Μενσεβίκων δείχνει αυτή τη δυναμική. Η διαφωνία για το μοντέλο κόμματος και τη στρατηγική της επανάστασης δεν ήταν επιμέρους, αλλά θεμελιώδης: αφορούσε το ποιος καθοδηγεί, πώς οργανώνεται η πολιτική δράση και ποια είναι η σχέση με τη δημοκρατική εξέλιξη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνύπαρξη κατέστη μη λειτουργική. Το «μαζί» δεν μπορούσε να παράγει αποτελεσματική δράση, ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κοινή στρατηγική κατεύθυνση.

Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και σε πιο σύγχρονες περιπτώσεις, όπως στο Die Linke πριν από τη διάσπαση με τη Sahra Wagenknecht. Η συνύπαρξη διαφορετικών και σε ορισμένα σημεία ασύμβατων στρατηγικών, χωρίς σαφή ιεράρχηση ή σύνθεση, οδήγησε σε αδυναμία πολιτικής παρέμβασης και σταδιακή εκλογική φθορά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ενότητα δεν λειτουργεί ως δύναμη, αλλά ως τροχοπέδη, καθώς παγιδεύει το σχήμα σε μια διαρκή εσωτερική ισορροπία χωρίς κατεύθυνση.

Αρνητικό παράδειγμα αυτής της λογικής του “μαζί” μπορεί να θεωρηθεί και η Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων το1977, όπου η απλή συνύπαρξη ετερογενών κατευθύνσεων χωρίς επαρκή στρατηγική συνοχή περιόρισε τη δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης και παρέμεινε σε επίπεδο σχηματικής άνευρης εκλογικής σύγκλισης. Με άλλα λόγια, όταν η ενότητα δεν βασίζεται σε κοινή στρατηγική αλλά σε εύθραυστη ισορροπία αντιφάσεων, δεν ενισχύει την πολιτική δράση, την αδρανοποιεί.

3. Όταν το «χώρια» δημιουργεί δυναμική

Υπάρχουν, τέλος, στιγμές όπου η διάσπαση λειτουργεί ως καταλύτης. Όχι επειδή η διαίρεση είναι από μόνη της θετική, αλλά επειδή επιτρέπει τη συγκρότηση πιο συνεκτικών πολιτικών σχεδίων και καθαρότερων στρατηγικών.

Η ρωσική εμπειρία δείχνει πώς μια διάσπαση μπορεί να οδηγήσει σε υψηλή στρατηγική συνοχή και αποτελεσματικότητα. Οι Μπολσεβίκοι, απαλλαγμένοι από εσωτερικές αντιφάσεις, μπόρεσαν να κινηθούν αποφασιστικά σε μια κρίσιμη ιστορική στιγμή. Ταυτόχρονα, η εξέλιξη αυτή δείχνει και τον κίνδυνο: η στρατηγική καθαρότητα μπορεί να συνοδευτεί από περιορισμό του δημοκρατικού πλουραλισμού εντός των εργατικών κομμάτων.

Μετά τη διάσπαση με το κόμμα της Sahra Wagenknecht, το Die Linke μπόρεσε, κατά έναν φαινομενικά παράδοξο τρόπο, να επανατοποθετηθεί πιο καθαρά σε μια κοινωνικά γειωμένη, «εργατική» κατεύθυνση, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση σε ζητήματα όπως οι μισθοί, η ακρίβεια και η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, ενώ παράλληλα βελτίωσε τη συνοχή του πολιτικού του λόγου. Την ίδια στιγμή, η Sahra Wagenknecht υπονόμευσε σε σημαντικό βαθμό το δικό της εγχείρημα μέσα από τη σύμπραξή της, έστω και τακτική, με το ακροδεξιό AfD σε ζητήματα μετανάστευσης, εκπέμποντας πολιτικά αμφίσημο μήνυμα. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι απαιτείται και συνεπής πολιτική στάση απέναντι στον ιστορικό αριστερό χώρο έκφρασης, τόσο σε επίπεδο περιεχομένου όσο και συμβολισμών.

Συμπέρασμα

Το δίλημμα «μαζί ή χώρια» δεν μπορεί να απαντηθεί αφηρημένα. Η ενότητα είναι δύναμη όταν βασίζεται σε κοινή στρατηγική και κοινωνική γείωση. Η διάσπαση είναι παραγωγική όταν αποσαφηνίζει διαφορές και επιτρέπει τη συγκρότηση πιο συνεκτικών πολιτικών σχεδίων.

Πάντως, το πρόβλημα της ελληνικής Αριστεράς είναι κυρίως προγραμματικό, ιεράρχησης στόχων και δράσης, και όχι απλώς οργανωτικό. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι λέγεται, αλλά τι μπαίνει πρώτο. Για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, το «τέλος του μήνα» προηγείται βιωματικά από το «τέλος της δημοκρατίας» ή το «τέλος του κόσμου». Χωρίς πειστική απάντηση στο κόστος ζωής (μισθοί, στέγη-ενοίκια, σούπερ μάρκετ, βενζίνη-ενέργεια) οι υπόλοιπες προτεραιότητες δεν αποκτούν κοινωνική γείωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου ή κλιματικής κρίσης είναι δευτερεύοντα. Σημαίνει ότι πρέπει να εντάσσονται σε ένα συνεκτικό σχέδιο που συνδέει την καθημερινή οικονομική ασφάλεια με τις ευρύτερες πολιτικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, το πρόγραμμα μένει αποσπασματικό και δύσκολα πείθει.

Δεύτερον, υπάρχει το ζήτημα της κοινωνικής γείωσης. Τα σχήματα της Αριστεράς συχνά κινούνται περισσότερο στο επίπεδο των ιδεών παρά στη συγκρότηση πραγματικών κοινωνικών συμμαχιών. Όταν δεν είναι σαφές ποιους εκπροσωπεί ένα πολιτικό σχέδιο, ποια κοινωνικά στρώματα και με ποια συγκεκριμένα συμφέροντα, τότε και η ενότητα και η διάσπαση χάνουν το νόημά τους. Η πολιτική μορφή, είτε ενιαία είτε κατακερματισμένη, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απουσία κοινωνικής βάσης, σαφούς απεύθυνσης και συλλογικού υποκειμένου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική Αριστερά εμφανίζεται συχνά υπερβολικά προσανατολισμένη στο κοινοβουλευτικό έργο, σε βάρος της κοινωνικής κινητοποίησης και της οργανικής σχέσης με την κοινωνία. Η αντίθεση με περιπτώσεις όπως οι μαζικές συγκεντρώσεις του Bernie Sanders με το σύνθημα “Fight Oligarchy” ή κινητοποιήσεις τύπου “No Kings” είναι ενδεικτική: εκεί βλέπει κανείς πολιτικά εγχειρήματα που επιχειρούν να συγκροτήσουν ενεργά κοινωνικά ακροατήρια, όχι απλώς να τα εκπροσωπήσουν εκλογικά.

Ένα τρίτο επίπεδο αφορά τη σχέση λόγου και πράξης. Συχνά παρατηρείται μια υπερπαραγωγή πολιτικού λόγου, μια μορφή θεωρητικής «θολούρας», που δεν μεταφράζεται σε σαφή, θετική πολιτική υλοποίηση προς όφελος των κοινωνικών συμφερόντων που ιστορικά εκφράζει η Αριστερά. Η εμπειρία της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΖΑ, πέρα από στρατηγικά λάθη και έναν άκριτο κυβερνητισμό, ανέδειξε ακριβώς αυτό το χάσμα: η απουσία καθαρής ιεράρχησης στόχων και συνεκτικής στρατηγικής οδήγησε σε αναδιπλώσεις που έπληξαν την αξιοπιστία της Αριστεράς, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και ευρύτερα στην Ευρώπη. Και η πολιτική έρευνα δείχνει, δυστυχώς, ότι οι ψηφοφόροι τείνουν να τιμωρούν πιο αυστηρά την Αριστερά από τη Δεξιά όταν διαπιστώνουν ασυνέπεια μεταξύ λόγου και πράξης.

Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι η μορφή, αλλά το περιεχόμενο. Ούτε το «μαζί» εγγυάται επιτυχία, ούτε το «χώρια» συνεπάγεται αποτυχία. Αυτό που μετρά είναι αν μπορεί να παραχθεί ένα συνεκτικό, ιεραρχημένο και εφαρμόσιμο πολιτικό σχέδιο που να συνδέεται με πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα