Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο: Ένας θεατής του “Λαχταρώ” αφήνει μήνυμα στην Πλατεία Άθωνος
Μερικές σκέψεις, αμφιβόλου συνοχής, για το έργο της Sarah Kane
Εικόνα: Νεφέλη Καστανιά (Το καμαρίνι του Λ. Βογιατζή στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων)
Κάθε συνέντευξη, στην καλύτερη της, απαιτεί μια προεργασία. Μια έρευνα που να αφορά τα όσα, ενδεχομένως, πραγματεύεται το εκάστοτε κείμενο και πρόκειται να ανέβει σαν παράσταση.
Σε δεύτερο χρόνο, προκύπτουν κάποιες ερωτήσεις οι οποίες και τίθενται.
Η Χριστίνα Χατζηβασιλείου, η σκηνοθέτιδα του «Λαχταρώ», μου είχε αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το θέατρο δεν έχει ως στόχο να περάσει μηνύματα.
Εν συνεχεία, με έναν ωραίο τρόπο αφόπλισε αυτή μας την ανάγκη για κατοχύρωση – και κατάκτηση του νοήματος αναφέροντας σαν άλλη Διοτίμα την Ξένια Καλογεροπούλου.
Η οποία είχε πει κάποτε, κάτι που βρίσκει και την ίδια απόλυτα σύμφωνη: πως ο καλύτερος τρόπος για να αφήσετε μηνύματα είναι στον τηλεφωνητή.
Όταν μου γνωστοποιήθηκε πως επρόκειτο να ανέβει αυτό το κείμενο της Sarah Kane στη Θεσσαλονίκη, σχεδόν μοιραία, το μυαλό μου πήγε στον Λευτέρη Βογιατζή.
Το σχεδόν, δεν ξέρω γιατί, αλλά η επίσκεψη μου στο θέατρο της Οδού Κυκλάδων το περασμένο έτος ήταν συνταρακτική.
Εκεί, παρακολούθησα μαγνητοσκοπημένες δύο παραστάσεις του, το «Καθαροί, πια» και το «Bella Venezia» – όσο περίεργο κι αν ακούγεται, ακόμα και έτσι έβρισκε τρόπο αυτή η ψευδαισθητική δυναμική που έχει το θέατρο να παραμένει ζωντανή.
Έβρισκε τρόπο να σκίζει το πανί και να με αφήνει αν όχι πλήρως, τότε πολύ, ευάλωτο ως προς αυτό που έβλεπα. Αφότου τελείωναν, σαν ποιήματα έβρισκαν τον τρόπο και σε κάποιον τόπο, κάπου μέσα μου, ζυμώνονταν. Δεν μου μίλησαν για όλα. Μα ποιος ξέρει ; Ό,τι περνάει γράφει λένε.
Σε αυτό το αφιέρωμα, για έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες, της οδού Κυκλάδων – η ομάδα των ανθρώπων που επιμελήθηκαν και παρουσίασαν (Σπύρος Αλιδάκης, Νεφέλη Καστανιά, Κωστής Σταυρουλάκης) αυτό το σπάνιο αρχειακό υλικό: τοποθέτησε κάποιου τύπου “ταφόπλακες” στο εντοιχισμένο παγκάκι του θεάτρου.
Η τελευταία έγραφε: ΛΑΧΤΑΡΩ – 2003.
Όταν ερευνούσα το έργο, βρήκα μια ραδιοφωνική ιστορία από την εκπομπή «Αυτόματος Τηλεφωνητής», ο ομιλητής (Μενέλαος Καραμαγγιώλης), στις 16 Δεκεμβρίου του 2003 αφήνει ένα μήνυμα στον Λευτέρη.
Κάπου εδώ, αφήνω και εγώ ένα μήνυμα.
Σκεφτόμουνα για μπόλικη ώρα αφότου έφυγα από την αίθουσα. Ποιαν απεύθυνση να διαλέξω για να σου πω; ποιος τρόπος καλύτερα θα φτάσει εκεί, στο κέντρο της συγγένειας που μοιραζόμαστε;
Πομπός εγώ, κέντρο εσύ, πομπός εσύ, κέντρο και εγώ.
Μας χωρίζει ένα φωτιστικό, οριζοντίως τοποθετημένο, πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Κρεμάμενη απάνω του μια θηλιά χαρμόσυνη ή μάλλον γιορτινή – δεν ξέρω αν οι νότες που πατούσες με τα ακροδάχτυλα σου στο νερό έφεραν τις σκέψεις, χείμαρρο, κοντά σου.
Μα ξέρω πως όταν μπήκα ήταν κιόλας βράδυ και πως όλος περιέργως στην έξοδο επάνω αντίκρισα ένα βαθύτερο σκοτάδι. Σκοτάδι βαθύ με πλάκωσε όταν είπα «ωραία παράσταση».
Δυσκολεύουν οι λέξεις. Αστάθμητες στο ζύγι, ακουμπούν στο πάτωμα – αποκτούν ένα άλλο βάρος και δη όταν ειπώνονται από φωνές πολλές και καθαρές που ακονίζουν και κτίζουν και γκρεμίζουν και μεταμορφώνουν και ξανά μεταβάλλουν, ώστε τελικώς να επανατοποθετηθούν στο ίδιο ακριβώς σημείο από όπου ξεκίνησαν.
Σιωπή.
Κλείνω τα μάτια και τα ανοίγω ξανά στον φωτισμένο πλάτανο της Άθωνος – στην κυκλική πλατεία όπου μια τέτοια ώρα την θέση των ανθρώπων στα παγκάκια έχουν πάρει οι γάτες. Κανείς άνθρωπος, παρά μόνο εγώ και κάποιοι περαστικοί που διασχίζουν τη σκέψη καθέτως.
Έχει ανοίξει ένα καινούργιο μαγαζί στη γωνία. Δύο για την ακρίβεια.
Η μουσική του φτάνει μέχρι εδώ. Αναρωτιέμαι πως σκέφτονται καθαρά, αφού οι λέξεις που ξεστομίζουν ακούγονται πιο δυνατά από τις σκέψεις τους. Συμπαρασέρνει η μουσική.
Μα ναι ωραία, ωραία συγχρονιστήκαμε κι εμείς – η μουσική μας έφερε κοντά, σε ένα κοινό σημείο. Μόνο που στη δική μας περίπτωση, σκέφτομαι εάν μας παραπλάνησες. Τι είναι ο συγχρονισμός; Και τι σημασία αποκτά σε ένα κόσμο που σταθερά διατηρεί και διαγράφει μια πορεία με συνεχή επιταχυνόμενη ταχύτητα;
Όπως αναφέρει ο Hartmund Rosa «οι αλληλοδιαπλεκόμενες αρχές του ανταγωνισμού, της μεγέθυνσης και της επιτάχυνσης δείχνουν να σχηματίζουν ένα «δομικό τρίγωνο», το οποίο είναι τόσο γερά εδραιωμένο, που όλες οι ελπίδες για πολιτισμική ή πολιτική αλλαγή φαντάζουν εντελώς μάταιες».
Αν σκεφτούμε μονάχα αυτό το σχήμα εσωτερικευμένο – κι αν υποθέσουμε ότι πολιτισμός και πολιτική ξεκινάει από το ίδιο μας το σώμα τότε φοβάμαι πως ασφυκτικά κρατιέσαι στη ζωή – τούτη δω τη στιγμή. Ακόμα και τη φωνή σου δανειζόμενη, επί σκηνής, θαρρώ πως οι άνθρωποι αυτοί υποφέρουν.
Σχεδόν πάντα, λέω πως δεν τρέφω μεγάλες ανησυχίες, και για αυτό θαυμάζω τον κόσμο που μας αποκάλυψες. Γολγοθάς, σε κάθε περίπτωση – μα όταν το σύμπτωμα είναι ο έρωτας, φοβάμαι.
Κι αυτό, γιατί τις φωνές θαρρώ πως κάπου είχες συναντήσει. Σε πρόσωπα αλλοτινά ωραία, που τώρα πια, σε κάνουν να κάθεσαι στη γωνία μόνη. Κι αυτό αν κάποιος βλέπει από μακριά – γιατί εκεί χωρούν διάφανοι άλλοι τρεις που φέρεις μέσα σου.
Έρωτας χωρίς ανταπόκριση λοιπόν. Το εκτός δεν παύει να υφίσταται, μόνο που στην προκειμένη παύει το πρόσωπο, που για εκείνο ετόλμησες να διαπράξεις το μικρό αυτό άλμα.
Και τότε, το πρόσωπο μεταφέρεται εντός. Που βαθιά ρίζωσε από αγάπη.
Πάσχω κι εγώ από αυτή σου την εξομολόγηση; Ή μήπως είμαι και εγώ εθισμένος στη συναισθηματική λογοκλοπή;
Δεν ξέρω – η αλήθεια είναι πως πάει καιρός να ακούσω έναν τόσο πυκνό λόγο. Κοίτα όμως να δεις πως τα λόγια πέφτουν σαν πρόκες στο σώμα ενός ανθρώπου.
Για μια στιγμή, μετακινούνται. Μόνο και μόνο για να επιστρέψουν ξανά στο ίδιο σημείο. Μόνο που αυτό, δεν σηματοδοτεί για όλους τους ανθρώπους την αποδοχή της φαυλότητας.
