Mια ακόμη ψηφίδα στην πολυεπίπεδη συστημική βία που καλούμαστε να διαχειριστούμε
Η viral ανάρτηση του π. Χαραλάμπου Κοπανάκη για τις αυξήσεις στους μισθούς του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών
Λέξεις: π. Χαράλαμπος Κοπανάκης
Ο πατέρας μου είναι 80 ετών και σήμερα λαμβάνει σύνταξη περίπου 550 ευρώ. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν θυμάμαι ποτέ στα παιδικά μου χρόνια, να ξυπνάω και να βρίσκεται στο σπίτι. Αυτό σημαίνει ότι έφευγε καθημερινά γύρω στις 5:30 ή 6:00 το πρωί. Αντίστοιχα, δεν θυμάμαι ποτέ να επιστρέφει όσο ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά. Γύριζε πάντα μετά τη δύση του ηλίου. Οι συνέπειες αυτής της πολυετούς καταπόνησης, είναι σήμερα αποτυπωμένες στο σώμα του. Μια καταπόνηση που δεν ξεκίνησε στην ενήλικη ζωή του, αλλά από την παιδική του ηλικία, σε εποχές που δεν υπήρχε η ευαισθησία που υπάρχει σήμερα γύρω από την παιδική εργασία. Σήμερα κινείται με δυσκολία, ενώ ακόμη και τα δάχτυλα των χεριών του έχουν υποστεί στρεβλώσεις, που καθιστούν δύσκολες απλές καθημερινές πράξεις αυτοεξυπηρέτησης. Άνθρωποι σαν τον πατέρα μου, υπάρχουν χιλιάδες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Και δεν αναφέρομαι καν σε άλλες κοινωνικές ομάδες που καλούνται σήμερα να σηκώσουν δυσανάλογα βάρη. Νέα ζευγάρια που τολμούν να δημιουργήσουν οικογένεια, ενώ ταυτόχρονα ακούν διαρκώς το αφήγημα ότι φέρουν ευθύνη για τη δημογραφική συρρίκνωση της χώρας και ότι οφείλουν να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά. Στην πραγματικότητα όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους καλούνται να εργάζονται και οι δύο γονείς, να μεγαλώνουν παιδιά, να καλύπτουν τις ανάγκες τους και παράλληλα να πληρώνουν εξωσχολικές δραστηριότητες και πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη, αφού η λεγόμενη δωρεάν παιδεία, συχνά λειτουργεί περισσότερο ως ευφημισμός παρά ως πραγματικότητα. Πολλοί από αυτούς θα ζήσουν για χρόνια ή ισόβια στο ενοίκιο. Άλλοι θα βρεθούν αντιμέτωποι ακόμη και με τη γεωγραφική διάσπαση της οικογένειάς τους. Ιδιαίτερα στον χώρο της εκπαίδευσης, ενώ ακούμε συνεχώς για την αξία της οικογένειας, δεν υπάρχει ουσιαστική μέριμνα συνυπηρέτησης. Δύο εκπαιδευτικοί που είναι ζευγάρι, ή ακόμη και ο ένας από τους δύο, μπορούν να σταλούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και να αναγκαστούν να ζουν χωριστά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η οποία είναι γνωστή σε όλους, πληροφορούμαστε ότι κεντρική πολιτική προτεραιότητα, αποτελεί η εξίσωση της μισθολογικής αποζημίωσης των μητροπολιτών, με εκείνη των γενικών γραμματέων των υπουργείων, κάτι που στην πράξη οδηγεί σε σημαντική αύξηση των αποδοχών τους. Αν το νομικό πλαίσιο προβλέπει κάτι τέτοιο, προφανώς μπορεί να εφαρμοστεί. Το ερώτημα όμως παραμένει. Πώς είναι δυνατόν να μη λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα της θέσης των επισκόπων; Οι επίσκοποι δεν είναι απλοί εργαζόμενοι που καλούνται να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες αποκλειστικά από τον μισθό τους. Υπηρετούν έναν θεσμό ισοβίως. Διαμένουν σε κτίρια που διαθέτει ο θεσμός. Δεν πληρώνουν ενοίκιο. Οι μετακινήσεις τους, τα καύσιμα, οι λογαριασμοί, η ένδυση, η υπόδηση, η διατροφή, η φιλοξενία προσώπων, τα ταξίδια τους, η λειτουργία της κατοικίας τους και πλήθος άλλων αναγκών, καλύπτονται από τους πόρους του ίδιου του θεσμού. Με απλά λόγια, σχεδόν το σύνολο των βασικών εξόδων που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε μέσος πολίτης, καλύπτεται ήδη από το εκκλησιαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και διακονούν. Οι γενικοί γραμματείς, οι διευθυντές και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, δεν βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση. Έχουν οικογένειες, ενοίκια ή στεγαστικά δάνεια, λογαριασμούς και καθημερινές υποχρεώσεις που βαρύνουν αποκλειστικά τους ίδιους. Γι’ αυτό και προκαλεί εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι συχνά εμφανίζονται επίσκοποι με μεγάλα χρηματικά ποσά, σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και η κοινή γνώμη εκπλήσσεται. Θυμάμαι χαρακτηριστικά περίπτωση επισκόπου, που ερωτώμενος για εκατομμύρια ευρώ που βρέθηκαν κατατεθειμένα στο όνομά του, απάντησε ότι τα διατηρούσε “για μια δύσκολη στιγμή.” Κι όμως, δεν θα έπρεπε να πέφτουμε από τα σύννεφα. Όταν κάποιος δεν χρειάζεται να διαθέτει τον μισθό του για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών, είναι απολύτως αναμενόμενο να μπορεί να συσσωρεύει σημαντικά ποσά. Σε μια χώρα που δοκιμάζεται από διαδοχικά σκάνδαλα, κοινωνικές ανισότητες και διαρκή οικονομική πίεση των πολλών, αυτή η επιλογή έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη επιβαρυμένη εικόνα. Και δεν θα χρησιμοποιήσω το επιχείρημα ότι οι επίσκοποι και οι κληρικοί υποτίθεται πως υπηρετούμε όχι απλώς έναν θεσμό, αλλά έναν τρόπο ζωής που θεμελιώνεται στην απλότητα, τη λιτότητα και τη διακονία. Όχι γιατί το επιχείρημα δεν έχει αξία, αλλά γιατί ακόμη και αν το αφήσουμε εντελώς στην άκρη, παραμένει το βασικό ερώτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και των πραγματικών προτεραιοτήτων μιας κοινωνίας. Όταν χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν μια ζωή ζουν με συντάξεις πείνας, όταν νέα ζευγάρια αδυνατούν να στεγάσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια, όταν η οικογένεια εξυμνείται στα λόγια αλλά δεν στηρίζεται στην πράξη, τότε είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς αν αντιλαμβανόμαστε σωστά τι είναι πραγματικά επείγον και τι όχι. Η.Γ. Συνάνθρωποι μου, αυτό που συμβαίνει λέγεται “συστημική βία.” Προστίθεται μια ακόμη ψηφίδα στην πολυεπίπεδη συστημική βία που καλουμαστε να διαχειριστούμε.
*Ο Χαράλαμπος Κοπανάκης είναι Ορθόδοξος κληρικός
