Μια Πρωτοχρονιά σε δωμάτιο νοσοκομείου για χημειοθεραπεία
Για ορισμένους ανθρώπους δεν είναι μια μέρα γιορτής, αλλά ακόμη μια μέρα που πρέπει να παλέψουν με το θηρίο
Πρωτοχρονιά για χημειοθεραπεία; Ναι. Πρωτοχρονιά.
Τι αλλάζει μήπως;
Για τους περισσότερους είναι μια μέρα γιορτής, χαράς, μάζωξης, τραπεζιών, οινοποσίας, γέλιου.
Για ορισμένους όμως όχι. Για τους λίγους. Για εκείνους είναι μια μέρα όπως οι άλλες. Μια μέρα που πρέπει να παλέψουν με το θηρίο που ξαφνικά «ξύπνησε» μέσα τους.
Αποφάσισα λοιπόν να τον συνοδεύσω. Μήπως θα πάθαινα τίποτα; Όλο το Γολγοθά αυτός τον τραβούσε από τη μέρα της διάγνωσης.
Όσο και να λες ότι σε «νιώθω», ποτέ δε θα φτάσεις στο σημείο να αισθανθείς το ίδιο με αυτόν που ταλαιπωρείται.
Λόγια παρηγοριάς.
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο. Κοιτιόμαστε στα μάτια, αλλά δεν λέμε κάτι.
«Πάμε μετά για μια μπουγάτσα;», του λέω.
«Ναι. Κερνάω εγώ», απαντά.
Στη διαδρομή μιλάω εγώ περί ανέμων και υδάτων. Φτάνουμε κοντά στο νοσοκομείο, τον αφήνω μπροστά στην πόρτα, για να μην περπατά πολύ και πάω να παρκάρω.
Με περιμένει κάτω.
Ανεβαίνουμε με αργές κινήσεις στον έκτο όροφο.
Μπαίνουμε στο διάδρομο. Μισάνοιχτες πόρτες από τα δωμάτια. Φαίνονται μόνο πόδια από ξαπλωμένα σώματα. Και οροί.
Μουντάδα. Σιγή. Ακούς μόνο τα βήματα των νοσηλευτριών.
«Είστε στο 612. Πηγαίνετε να ξαπλώσετε και έρχομαι».
Ξαπλώνει. Το αδυνατισμένο σώμα του υποδηλώνει την κακουχία και την ταλαιπωρία. Ο καρκίνος επελαύνει, δυστυχώς. Το συνήθισε όμως κι αυτό. Όλα συνηθίζονται.
Τον βοηθάω λίγο, αλλά δε δείχνει να το θέλει. Θέλει να το κάνει μόνος του.
«Αντε, πότε θα έρθει αυτή;»
«Δύσκολη βάρδια η σημερινή. Ας είμαστε υπομονετικοί», τον προτρέπω.
Ξαπλώνει.
Η ματιά μου στο μπαλκόνι. Περπατάω ως εκεί, ανοίγω λίγο την μπαλκονόπορτα. Βγαίνω. Κοιτάω κάτω, θυμόμουν πως είχα υψοβοφία, σαν να μου πέρασε ξαφνικά. Κοιτάω ένα ζευγάρι ηλικιωμένων να μπαίνουν στο αυτοκίνητο. Φαίνονται μικροσκοπικοί. «Θα πηγαίνουν στα παιδιά τους, πιθανότατα να δουν τα εγγονάκια τους. Τουλάχιστον οι άνθρωποι είναι υγιείς», μονολόγησα.
Κοιτώ πιο μακριά, στον ορίζοντα. Πάει 10 το πρωί. Η πόλη αρχίζει πάλι να κινείται μετά τη χθεσινή κρεπάλη. Δεν θα πέρασαν και πολλές ώρες από τους τελευταίους ξενύχτηδες. Κάποιοι πιτσιρικάδες περπατάνε ακόμη ντυμένοι από το βράδυ. Θυμήθηκα τα δικά μου, πριν 25 χρόνια. Μια Πρωτοχρονιά είχα γυρίσει στις 9 το πρωί. Ούτε που μπορούσα τότε να σκεφτώ τίποτα από το μέλλον.
Επιστρέφω στο δωμάτιο.
Έχει κλείσει τα μάτια. Λαγοκοιμάται. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί καλά, μου είπε.
«Ήρθα κι εγώ. Καλή χρονιά, χρόνια πολλά», μας λέει η νοσηλεύτρια.
«Αντε βρε πουλάκι μου, που είσαι;», της απαντά. Ξαφνικά γίνεται πιο ευγενικός.
«Ξέρετε πώς είναι σήμερα. Είμαστε λιγότεροι. Αλλά θα σας εξυπηρετήσουμε, μην ανησυχείτε, θα τελειώσουμε γρήγορα να πάτε και σπίτι σας να ξεκουραστείτε».
Περνάει τον ορό στη φλέβα. Ξεκινά.
«Σε 45 λεπτά θα είστε οκ».
Κλείνει ξανά τα μάτια.
Μου ήρθαν στο μυαλό οι σκηνές που είχα δει πρόσφατα σε μια ανάρτηση, από κάποιο νοσοκομείο. Καρκινοπαθείς σε μια αίθουσα να περιμένουν για μια χημειοθεραπεία, στιβαγμένοι, ίχνος ανθρωπιάς για την πιο δύσκολη στιγμή που μπορεί να ζήσει κάποιος.
Πάλι καλά που εμείς είμαστε σε δωμάτιο, με μια σχετική άνεση, σκέφτηκα. Το αυτονόητο, βέβαια, που δεν είναι αυτονόητο σε αυτή τη χώρα.
«Ρε Χάρη, αυτό δεν κυλάει γρήγορα. Πες της να έρθει να το βάλει πιο γρήγορα», η φωνή του διακόπτει τις σκέψεις.
«Ερχεστε λίγο παρακαλώ;». Βγαίνω στο διάδρομο.
Αργεί λίγο.
Ερχεται εν τέλει, εν μέσω γκρίνιας, πάλι.
«Θα το βάλω πιο γρήγορα, ναι, έχετε δίκιο».
Καρφώνει μια βελόνα πάνω στο μπουκάλι. Δεν το είχα ξαναδεί.

Ακολουθεί διάλογος.
«Από πού είσαι», «πόσα παιδιά έχεις», «πόσο δύσκολη δουλειά είναι αυτή», στερεοτυπικές κουβέντες, που όμως κρύβουν και μια ανθρωπιά μέσα τους.
Σα να πέρασε γρήγορα το 50λεπτο.
Ημουν στο κινητό.
«Θα το γράψεις τώρα όλο αυτό στο σάιτ;», μου λέει και με ξαφνιάζει. Πώς το κατάλαβε;
Εχεις πρόβλημα; Ρωτώ.
«Γράψτο», μου λέει.
Ωραία. Τελικά δεν το έγραψα εκείνη την μέρα, αλλά έναν χρόνο μετά. Πολλά δυστυχώς άλλαξαν από τότε. Οι χημειοθεραπείες σταμάτησαν. Η ελπίδα έσβησε. Εκείνη ήταν η τελευταία του Πρωτοχρονιά. Η ανάμνηση μόνο έμεινε.
Αφου ευχαριστήσαμε και ευχηθήκαμε, κατεβαίνουμε σιγά σιγά. Η αγωνία στο πρόσωπο των ασθενών, η απογοήτευση, «μια μέρα ακόμη στη δουλειά» του ιατρικού προσωπικού, που όμως έκανε ό,τι μπορούσε.
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο.
Ανοίγω το ραδιόφωνο. Δεν μου αρέσει το spotify. Αναζητώ το random, χωρίς αλγόριθμο, έστω και σε play list.
Σε λίγα λεπτά παίζει ένα από τα μεγαλύτερα τραγούδια όλων των εποχών κατά τη γνώμη μου.
Getting Away With It / James.
Thats the living.
Πάμε για μπουγάτσα.
