Μια θετική, μια ουδέτερη και μια αρνητική παρατήρηση για την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα
Τα μηνύματα πίσω από τις λέξεις και η αίσθηση της προσπάθειας για μετάβαση από την παραδοσιακή διεθνιστική και ταξική γλώσσα της Αριστεράς προς μια πιο πατριωτική και ηθική πολιτική αφήγηση
Λέξεις: Δ.Α
Δεν άκουσα την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα για το νέο κόμμα «ΕΛΑΣ – Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» αλλά τη διάβασα στην Εφημερίδα των Συντακτών.
Ελπίζω να μην παρέλειψα κάποιο κομμάτι.
Να ξεκινήσω με ένα θετικό σημείο:
1. Ο Τσίπρας όρισε σωστά, τουλάχιστον σε επίπεδο διάγνωση, την κοινωνική ατζέντα και το πολιτικό γήπεδο.
Οι αναφορές στον Γιάννη, τη Σοφία, τον κύριο Δημήτρη, την Κατερίνα, την Ελένη και τον Στέργιο αποτυπώνουν υπαρκτές κοινωνικές αγωνίες:
– τη στεγαστική κρίση, – την εργασιακή επισφάλεια, – τη συμπίεση των συντάξεων, – τη μετανάστευση νέων επιστημόνων, -και την εγκατάλειψη της περιφέρειας.
Ο Τσίπρας έκανε focus στα πραγματικά κοινωνικά ζητήματα της πολιτικής κοινότητας στην οποία κυρίως απευθύνεται, αναγνωρίζοντας τα χαρακτηριστικά της, την ιστορία της, τις αγωνίες και τον κοινωνικό της πόνο. Και αυτό μόνο αυτονόητο δεν είναι.
Αποτελεί σαφή αντιδιαστολή με άλλες αφετηρίες εγχειρημάτων στον χώρο της Αριστεράς που συχνά πρόταξαν κυρίως τις δικές τους αγωνίες, μέσα από μια παρερμηνεία του τι σημαίνει πραγματικά agenda setting. Για να γίνω απολύτως σαφής: αντί να ξεκινούν από τα βιωμένα προβλήματα της κοινωνικής πλειοψηφίας και της πολιτικής κοινότητας στην οποία απευθύνονται, ξεκινούσαν από τις προτεραιότητες των ίδιων των βραχμανικών τους μικρόκοσμων.
Ο Τσίπρας χθες δεν «τραγούδησε» για να ξεχωρίσει από τον κόσμο αλλά για να συγχωνεύσει το εγχείρημά του με τον κόσμο. Και αυτό επίσης δεν είναι καθόλου δεδομένο. Ιδίως σε μια Αριστερά που σε μεγάλο βαθμό έχει αποκτήσει μια σχεδόν βραχμανική διαστρωμάτωση στα πολιτικά, ακαδημαϊκά και επικοινωνιακά της επιτελεία, με αισθητή πλέον την απουσία τόσο της παλιάς όσο και της νέας εργατικής τάξης από τα κέντρα παραγωγής πολιτικού λόγου.
Μια Αριστερά που συχνά μοιάζει να έχει χάσει όχι μόνο τη λαϊκότητά της αλλά και την ικανότητα αναλυτικού, διεισδυτικού και κοινωνικά γειωμένου λόγου· μια Αριστερά που αρκετές φορές φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο να υπογραμμίζει τι τη διαφοροποιεί πολιτισμικά από την «πλέμπα» παρά τι την ενώνει κοινωνικά και πολιτικά με αυτήν.
Να δούμε κάτι άλλο πιο αμφίσημο.
2. Η έμφαση στην “Πατριωτική αριστερά”
Από το ίδιο το όνομα του κόμματος, όπου το «Ελληνική» εμφανίζεται ως επίθετο και όχι απλώς ως γεωγραφικός προσδιορισμός τύπου ΚΚΕ, την αναφορά στον Ρήγα και τον Μακρυγιάννη, μέχρι τις συνεχείς αναφορές στον πατριωτισμό, στη «Νέα Εθνική πυξίδα» και στο «να πάρουμε τις τύχες της πατρίδας στα χέρια μας», είναι σαφές ότι το νέο εγχείρημα επιχειρεί μια άλλη επανατοποθέτηση.
Αυτό συνιστά σαφή διαφοροποίηση τόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και από την ευρύτερη ανανεωτική Αριστερά που τον ανέδειξε ως ηγετική μορφή, όπου τέτοιες κεντρικές αναφορές στο έθνος και στον πατριωτισμό συχνά προκαλούσαν αμηχανία. Βεβαίως, ιστορικά έχουν υπάρξει πολλές εκδοχές Αριστεράς που όχι μόνο δεν συγκρούστηκαν με την έννοια του έθνους αλλά την εγκολπώθηκαν, ιδιαίτερα υπό συνθήκες πολιορκίας ή αντιιμπεριαλιστικής σύγκρουσης:
η ΕΑΜική Αντίσταση, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, η κινεζική, κουβανική και βιετναμέζικη επανάσταση, ο τσαβισμός κ.ά. λατινοαμερικανικά κινήματα, αλλά και μορφές αφρικανικού και αραβικού σοσιαλισμού.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το έθνος λειτούργησε ως εργαλείο συλλογικής κινητοποίησης απέναντι: στην κατοχή, στην εξάρτηση, στην αποικιοκρατία, ή στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία.
Ταυτόχρονα όμως, είναι γνωστό ότι στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες η επίκληση του έθνους λειτουργεί συχνά ως βασικός μηχανισμός συγκρότησης πολιτικών στρατοπέδων «εμείς» και «οι άλλοι», πριν ακόμη εξεταστούν οι κοινωνικές σχέσεις, οι πράξεις κ.ά.. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν κάθε μορφή Δεξιάς στον πλανήτη επικαλείται το έθνος για να νομιμοποιήσει ιεραρχίες, σχέσεις εξουσίας, αποκλεισμούς, ακόμα και δικαιολόγηση απεχθών εγκλημάτων πολέμου.
Το εγχείρημα Τσίπρα είναι σαφές ότι δανείζεται από την πρώτη παράδοση και όχι από τη δεύτερη. Δηλαδή επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον πατριωτισμό όχι ως εθνοφυλετική ή αποκλειστική ταυτότητα αλλά ως στοιχείο κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής συσπείρωσης. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα επιρροή από τον Michael Sandel, τον πολιτικό φιλόσοφο του Χάρβαρντ, που ο Τσίπρας γνώρισε κατά την τελευταία επίσκεψή του στις ΗΠΑ. Ο Sandel έχει ασκήσει εδώ και χρόνια έντονη κριτική στον ακραίο φιλελεύθερο ατομικισμό και στην τεχνοκρατική παγκοσμιοποίηση που αποδυνάμωσε τους δεσμούς κοινότητας και την αίσθηση κοινής μοίρας των πολιτών. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δεν είναι αποκομμένοι από ιστορία, παραδόσεις και κοινότητες αλλά συγκροτούνται μέσα από συλλογικές ταυτότητες και κοινωνικές σχέσεις.
Γι αυτό ο Σαντέλ θεωρεί ότι όταν οι πολίτες αισθάνονται πως χάνουν τον δημοκρατικό έλεγχο της συλλογικής ζωής, τότε είτε αποσύρονται πολιτικά είτε στρέφονται σε επιθετικές μορφές εθνικισμού (αυτή είναι κυρίως η εξήγησή του για το φαινόμενο του τραμπισμού κ.ά. παρόμοιων ρευμάτων στο χώρο της υπερσυντηρητικης Δεξιάς και Ακροδεξιάς). Από αυτή την αγωνία προκύπτει και η γνωστή δημόσια θέση του Σαντέλ ότι «η Αριστερά πρέπει να μάθει να μιλά τη γλώσσα του πατριωτισμού». Όχι όμως ενός εθνοτικού ή ξενοφοβικού πατριωτισμού, αλλά ενός «πολιτειακού πατριωτισμού» που συνδέεται με τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή, την αλληλεγγύη, την αξιοπρέπεια της εργασίας, και αυτό που ο Σαντέλ ονομάζει «πολιτική του κοινού καλού». Σε αυτό το σημείο η ομιλία Τσίπρα παρουσιάζει σαφή συγγένεια με τη sandelική προβληματική.
Ωστόσο, εδώ ακριβώς αρχίζουν και τα δύσκολα ερωτήματα. Διότι άλλο πράγμα η εύστοχη διάγνωση της κοινωνικής αποσύνθεσης και άλλο η ύπαρξη συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου υπέρβασής της. Και σε αυτό το επίπεδο η ομιλία παρέμεινε αρκετά ασαφής και γενικόλογη.
3. Ένα πολιτικό κείμενο είναι και αυτά που δεν λέει
Οι αναφορές σε «αξιοπρεπείς μισθούς», «παραγωγικό μοντέλο» και «κοινωνική δικαιοσύνη» δεν συνοδεύτηκαν από σαφείς δεσμεύσεις για:
– 13ο και 14ο μισθό, – φορολόγηση πλούτου, μερισμάτων και μεγάλης ιδιοκτησίας, δημόσιο έλεγχο τραπεζικής πίστης και στρατηγικών υποδομών, – ουσιαστική αναδιανομή ισχύος και πλούτου.
Αυτό δεν είναι δευτερεύον σημείο. Διότι η κοινωνική ανασφάλεια η στεγαστική κρίση, η επισφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί, η αδυναμία οικογενειακού και προσωπικού σχεδιασμού δεν είναι απλώς αποτέλεσμα «λάθος πολιτικών». Είναι δομικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού σε συνθήκες χρηματιστικοποίησης, αποδυνάμωσης της εργασίας και συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος. Για παράδειγμα, η στεγαστική κρίση δεν προκύπτει γενικώς επειδή «δεν χτίζονται σπίτια», αλλά επειδή η κατοικία μετατράπηκε σε επενδυτικό και χρηματοπιστωτικό asset μέσω των funds, του Airbnb, της Golden Visa, και της κερδοσκοπίας πάνω στην ακίνητη περιουσία.
Αντίστοιχα, η εργασιακή επισφάλεια δεν είναι κάποιο «ατύχημα» της αγοράς αλλά αποτέλεσμα χαμηλών μισθών, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων, αποσυλλογικοποίησης της εργασίας, διάλυσης των συνδικάτων, και μεταφοράς ισχύος από την εργασία προς το κεφάλαιο τις τελευταίες δεκαετίες.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το όριο της ομιλίας. Η διάγνωση ήταν συχνά εύστοχη, αλλά η σύγκρουση με τις πολιτικές που παράγουν αυτά τα φαινόμενα παρέμεινε εξαιρετικά θολή. Το πρόβλημα με την πολιτική του αφηρημένου κοινοτισμού είναι ότι συχνά περιγράφει με ακρίβεια την κοινωνική αποσύνθεση, την αποξένωση και την απώλεια συλλογικότητας, αλλά δυσκολεύεται να αρθρώσει μια σαφή πολιτική υπέρ των εργαζομένων.
Ενδεικτικά, η έννοια της «ολιγαρχίας» χρησιμοποιήθηκε τρεις φορές από τον Τσίπρα, χωρίς αναφορά σε ονόματα ή συμφέροντα πλην της Ενεργειακής “Ολιγαρχίας”.
Αντίστοιχα, στο διεθνές επίπεδο, παρά τη σκληρή ρητορική για τη Γάζα και τη γενοκτονία των Παλαιστινίων, απουσίαζαν συγκεκριμένες τοποθετήσεις: για κυρώσεις στο Ισραήλ, για το ReArm Europe, για την πολεμική οικονομία κλπ.
Γενικά, η ομιλία επίσης έδωσε την αίσθηση μιας προσπάθειας μετάβασης από την παραδοσιακή διεθνιστική και ταξική γλώσσα της Αριστεράς προς μια πιο πατριωτική και ηθική πολιτική αφήγηση.

