Ο άλλος δεν είναι φάρμακο
Ο Μάνος Λαμπράκης γράφει τις ανθρώπινες σχέσεις και για την αγάπη που είναι δοκιμασία αλλά δεν είναι θεραπεία
Δεν είναι φάρμακο για τις ελλείψεις μας.
Δεν είναι αγωγή για τις ανασφάλειες, τις ρωγμές, την αδυναμία μας να σταθούμε μόνοι.
Δεν είναι υποκατάστατο εκείνου που δεν αντέχουμε να αντιμετωπίσουμε στον εαυτό μας.
Κι όμως, πάρα πολλοί μπαίνουν σε σχέσεις σαν να μπαίνουν σε θεραπευτικό πρόγραμμα. Με μια σιωπηλή, συχνά ασυνείδητη προσδοκία: ότι ο άλλος θα «μαλακώσει» τον πόνο, θα διορθώσει το έλλειμμα, θα καλύψει το κενό. Ότι η παρουσία του θα λειτουργήσει σαν ανακούφιση από κάτι παλιό, άλυτο, επίμονο.
Αυτό ξεκινά από ανάγκη.
Αλλά η ανάγκη, όταν δεν αναγνωρίζεται, γίνεται απαίτηση. Και τότε η σχέση παύει να είναι συνάντηση και γίνεται επένδυση: επενδύω στον άλλον για να πάρω πίσω σταθερότητα, αξία, ταυτότητα, δύναμη. Περιμένω από εκείνον να μου δώσει αυτό που δεν έχω κατακτήσει.
Και στην αρχή, συχνά, φαίνεται να δουλεύει.
Ο έρωτας έχει μια παράξενη γενναιοδωρία: αντέχει να κουβαλήσει βάρη που δεν του ανήκουν. Αντέχει να παίξει ρόλους σωτήρα, καθρέφτη, επιβεβαίωσης. Αλλά αυτό δεν κρατά.
Γιατί κανείς δεν αντέχει για πολύ να είναι λειτουργία αντί για πρόσωπο.
Όταν ο άλλος γίνεται φάρμακο, παύει να είναι άνθρωπος. Δεν του επιτρέπεται να αδυνατεί, να κουράζεται, να μην «πιάνει». Και αργά ή γρήγορα, η απογοήτευση έρχεται. Όχι επειδή δεν αγαπήθηκε, αλλά επειδή δεν θεράπευσε.
Τότε αρχίζει μια σιωπηλή μετατόπιση:
από την προσδοκία στη μομφή.
Από το «σε χρειάζομαι» στο «δεν μου έδωσες».
Από την αγάπη στην ενοχή.
Η σχέση φορτώνεται με κάτι που δεν μπορεί να σηκώσει.
Γιατί η αγάπη δεν υπάρχει για να μας διορθώσει.
Υπάρχει για να μας αποκαλύψει.
Να φέρει στην επιφάνεια αυτό που ήδη υπάρχει. Να δείξει πού πονάμε, πού φοβόμαστε, πού ζητάμε παραπάνω απ’ όσα μπορούμε να δώσουμε. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο: η σχέση δεν καλύπτει τις ρωγμές, τις φωτίζει.
Και εκεί φαίνεται αν μπαίνουμε για να συναντήσουμε ή για να σωθούμε.
Όταν μπαίνεις για να σωθείς, ζητάς από τον άλλον να γίνει αυτό που καμία σχέση δεν μπορεί να είναι: εγγύηση νοήματος. Να σου πει ποιος είσαι, να σου δώσει αξία, να σε κάνει «αρκετό». Να λειτουργήσει σαν κεφάλαιο ζωής που σου λείπει.
Αλλά οι σχέσεις δεν είναι κεφάλαιο που επενδύεις για να αποδώσεις. Είναι πεδία όπου αποκαλύπτεται τι κουβαλάς ήδη. Και αν μπεις με την προσδοκία ότι ο άλλος θα σε θεραπεύσει, τότε, χωρίς να το καταλάβεις, τον μετατρέπεις σε μέσο.
Και κάθε φορά που μετατρέπεις έναν άνθρωπο σε μέσο, η σχέση χάνει τη δυνατότητα να σε δυναμώσει πραγματικά.
Γιατί η δύναμη δεν έρχεται από το να σε κουβαλούν.
Έρχεται από το να μπορείς να σταθείς.
Όχι μόνος με την έννοια της απομόνωσης, αλλά μόνος με την έννοια της ευθύνης: να ξέρεις τι είναι δικό σου τραύμα, τι είναι δική σου ιστορία, τι είναι δική σου δουλειά. Να μην τα ακουμπάς όλα στον άλλον με την απαίτηση «κάνε με καλά».
Η αγάπη δεν είναι θεραπεία.
Είναι δοκιμασία.
Δοκιμάζει τα όριά σου.
Δοκιμάζει τις ψευδαισθήσεις σου.
Δοκιμάζει το πόσο αντέχεις να μη σε σώζουν.
Όταν ζητάς από τον άλλον να σε θεραπεύσει, του αφαιρείς το δικαίωμα να είναι ανεπαρκής. Όταν του αφαιρείς αυτό το δικαίωμα, αργά ή γρήγορα θα τον τιμωρήσεις γι’ αυτό που είναι.
Γι’ αυτό τόσες σχέσεις τελειώνουν όχι από έλλειψη αγάπης, αλλά από υπερφόρτωση προσδοκιών.
Δεν μπαίνουμε σε μια σχέση για να γίνουμε «ολόκληροι».
Μπαίνουμε επειδή είμαστε ήδη αρκετά υπεύθυνοι για τις ρωγμές μας ώστε να μη τις κάνουμε όπλα ή αιτήματα.
Η αγάπη δεν σου δίνει αυτό που σου λείπει.
Σου δείχνει τι κάνεις με αυτό που σου λείπει.
Ο άλλος δεν είναι φάρμακο.
Είναι άνθρωπος με το δικό του βάρος, τη δική του ιστορία, τη δική του ανεπάρκεια.
Και μόνο όταν το δεχτείς αυτό, η σχέση παύει να είναι τόπος θεραπείας και γίνεται τόπος αλήθειας.
