Ο αρρύθμιστος τουρισμός της Θεσσαλονίκης
Το κέντρο της Θεσσαλονίκης τουριστικοποιείται και οι μόνιμοι κάτοικοί και σταθεροί επαγγελματίες εκδιώκονται - Γράφει η Χάρις Χριστοδούλου
Λέξεις / Εικόνες: Χάρις Χριστοδούλου
Η βιομηχανία του τουρισμού είναι πολλά περισσότερα από μια μορφή οικονομικής δραστηριότητας. Είναι πολιτιστική ανταλλαγή αλλά και ευκαιρία για πολιτιστική παραγωγή και εξέλιξη.
Μέσα από την πρωταρχική περιέργεια και αυθεντική συνάντηση του ντόπιου με τον ξένο ταξιδιώτη, γίνεται βάση για το «καθρέφτισμα» της τοπικής κοινωνίας αλλά και για προηγμένες υπηρεσίες και νέου τύπου επιχειρήσεις. Ο αστικός τουρισμός όμως δεν μπορεί να σταθεί από μόνος του, όσο μάρκετιγκ κι όσο branding 2.0 επινοήσει κανείς. Χρειάζεται ζωντανές, πυκνές, ενδιαφέρουσες και αξιοβίωτες πόλεις για να εξελιχθεί. Χρειάζεται ρύθμιση και καλλιέργεια για να αποδώσει μακροπρόθεσμα στον τόπο.
Το «όπως οι ντόπιοι» είναι μορφή του αστικού τουρισμού που τοποθέτησε τις ελληνικές πόλεις – και τη Θεσσαλονίκη, στους διεθνείς τουριστικούς χάρτες για «city break». Αυτήν τη στιγμή δεν αναπτύσσονται σε κανένα επίπεδο πολιτικές επαρκώς σύνθετες για τον αστικό τουρισμό, ούτε για τη συνολική φροντίδα της ζωής των κατοίκων στην πόλη έναντι αυτού.
Το κέντρο της Θεσσαλονίκης τουριστικοποιείται και οι μόνιμοι κάτοικοί και σταθεροί επαγγελματίες εκδιώκονται όταν μάλιστα οι καθημερινές δραστηριότητές τους αποτελούν τη βάση της τουριστικής του έλξης.
Στο κέντρο Ι – Ξεσπίτωμα
Πριν λειτουργήσει το μετρό, φίλη που έμενε εντελώς στο κέντρο του κέντρου επάνω από την Εγνατία, μού είπε: «Χρειάζεται να μετακομίσουμε γιατί η ιδιοκτήτρια υπερδιπλασιάζει το ενοίκιο.» Η νέα της οικογένεια, μαζί και με πολλές άλλες, έφυγαν αφαιρώ ντας τη δυναμική της ζωής τους από το κέντρο. Το σπίτι τους χωρίστηκε στα δύο και προσφέρεται για βραχυχρόνια μίσθωση, χωρίς συνεχή πληρότητα. Είναι προφανές ότι τα παιδιά των οικογενειών που έφυγαν από το κέντρο τα τελευταία χρόνια μείωσαν τον αριθμό στο σχολείο της γειτονιάς, τα ψώνια τους, τον τζίρο του μπακάλικου, η καθημερινή τους κίνηση πολλές στιγμές ζωντάνιας και φυσικής ασφάλειας από το αστικό τοπίο, τελικά αφαίρεσαν με τη αναγκαστική φυγή του, ένα μέρος της άλλοτε αξιοθαύμαστης ποικιλομορφίας του κέντρου της Θεσσαλονίκης.
Στο κέντρο ΙΙ – Αποξένωση
Παρακολουθώ έναν αλλοδαπό Youtuber που περιδιαβαίνει το κέντρο της Θεσσαλονίκης από τα δυτικά προς το κέντρο ενθουσιασμένος που συστήνει την πόλη στον κόσμο δείχνοντας σημεία που του εκμυστηρεύτηκε ο «ντόπιος» φίλος του. Οι περιγραφές του και οι απορίες του δεν βγάζουν νόημα. Τον ακούω και αισθάνομαι πλήρως αποξενωμένη από την πόλη μου. Η αίσθηση ταιριάζει με ό,τι αποπνέει μια βόλτα στην παραλία, την Αγία Σοφίας και την Τσιμισκή.

Το ιστορικό κέντρο σε φθίνουσα πορεία
Η Θεσσαλονίκη έχει ένα ιδιόμορφο ιστορικό κέντρο. Είναι μεν μια ιστορική θέση με μείζονα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς – που δεν έχουμε ακριβώς αποφασίσει πώς θα τα διαχειριστούμε όχι μόνο όσον αφορά την ίδια τη μνήμη της πόλης αλλά ούτε και για τον τουρισμό.
Πέρα από αυτά τα μετρημένα μνημεία υπάρχει ένα πολύ μεγάλο μάλλον αδιάφορο από πλευράς αρχιτεκτονικής, κτιριακό απόθεμα το οποίο έχει ενδιαφέρον για τον τουρισμό μόνο εφόσον κατοικείται πλήρως και μόνιμα. Αυτήν τη στιγμή, το παιχνίδι ανάμεσα στον τουρισμό και στην κατοικία στο κέντρο δείχνει ότι υποχωρεί υπέρ του πρώτου. Χιλιάδες μονάδες έχουν αποδοθεί στην τουριστική χρήση μέσα από τις πλατφόρμες ενοικίασης και μόνο ένα μέρος από αυτόν – κυρίως στο δυτικό κέντρο δεν ήταν προηγουμένως κατοικία ή γραφεία. Το πρόβλημα είναι οξύ και για τους επαγγελματίες που δεν βρίσκουν χώρους για την απασχόλησή τους και οδηγούνται και αυτοί στη μετεγκατάσταση εκτός κέντρου.
Έχουμε λοιπόν, μια πολύ σημαντική αλλαγή στην ίδια τη δομή της πόλης και βέβαια στην ίδια την καθημερινή ζωή για όσους από εμάς συνεχίζουμε να ζούμε στο κέντρο. Το κέντρο, ερημώνει μέρα με τη μέρα, και εντελώς τη νύχτα μέσα στην εβδομάδα, ενώ τις Παρασκευές και τα Σάββατα ξεσηκώνεται εδώ κι εκεί με θόρυβο και καταστάσεις που διώχνουν ακόμη περισσότερους κατοίκους. Έχουν διαψευστεί οι βεβαιότητες ότι το κέντρο θα συνεχίσει να κατοικείται επειδή λ.χ. υπάρχει ζώνη υψηλών εισοδημάτων κατοικίας πάνω στην παραλία.

Ιδιαίτερα για τα ιστορικά κέντρα, υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες και συστάσεις από την UNESCO αλλά και από τον διεθνή οργανισμό τουρισμού για τις προβλέψεις και τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη διαχείριση ενός τόπου ως τουριστικού προορισμού και ως τόπου μόνιμης κατοικίας και απασχόλησης: ενορατικός και ολοκληρωμένος σχεδιασμός του χώρου, εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών, συστήματα ρύθμισης και αδιάλειπτης παρακολούθησης και διαχείρισης, και δευτερευόντως οικονομικά εργαλεία.
Χρειάζεται να δοθούν αρμοδιότητες στους Δήμους για να ρυθμίσουν τον τουρισμό μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και αμεσότητα εφαρμογής μέτρων. Τι δουλειά έχει η κεντρική κυβέρνηση να παρεμβαίνει στον χώρο της κάθε πόλης. Μόνο πολύ αδρά μπορεί να προσεγγίσει την ιδιαιτερότητά της όπως υπάρχει από τον πολύπλοκο τρόπο που κάθε πόλη ζει. Ο Δήμος και οι τοπικές κοινωνίες γνωρίζουν π.χ. ότι η μια μεριά του κέντρου ήταν και είναι πολύ διαφορετική από την άλλη, ή ότι αυτό που συμβαίνει σε μία πλατεία ή ένα δρόμο είναι μοναδικό.
Εκτός κέντρου – Διάσπαρτη εισβολή
Περπατώ σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες γειτονιές της πόλης. Είναι μια «χωρίς όνομα» γειτονιά εκτός κέντρου, χαρακτηριστική της περιόδου της αντιπαροχής.
Ακολουθεί διεθνές γκρουπ φοιτητ(ρι)ών διαφόρων ηλικιών που συμμετέχουν σε πανεπιστημιακό μάθημα για την κατοικία και τη στεγαστική πολιτική στην πόλη. Εξηγώ πως δομήθηκε η ελληνική πόλη, ανάμεικτη οριζοντίως και καθέτως στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Μιλάμε αγγλικά.

Μπροστά μου έχει σταματήσει ως «κολώνα άλατος» άντρας 40-45 χρονών. Με ρωτάει ευθέως, έκπληκτος ακόμη, σχεδόν τρομαγμένος: «Τι κάνετε εδώ; Τουρίστες εδώ; Τι να τους δείξετε, τα χάλια μας;» Απομακρύνεται γρήγορα και μονολογεί « Ντροπή! Δεν γίνεται!!» Δεν στέκεται ούτε να του εξηγήσω ότι δεν πρόκειται για τουριστικό γκρουπ… Σε αυτήν την άσημη μεριά της πόλης που διερευνήσαμε, η «αίσθηση γειτονιάς» είναι ακόμη ισχυρή – υφαίνεται από δρόμο σε δρόμο, με καθημερινές μακροχρόνιες σχέσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης που διαπερνούν τα κτίρια.
Ο κόσμος ζει σε ανθρώπινους ρυθμούς και επικοινωνεί φυσικά. Η ελπίδα να γεμίσουν ζωή τα μαγαζιά που άδειασαν στην περίοδο της οικονομικής κρίσης χάνεται καθώς αυτά αντικαθίστανται από ισόγεια μικρά διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης όπου οι άνθρωποι «δεν μένουν». Διανυκτερεύουν 1-2 βράδια και φεύγουν. Υπάρχει τρόμος! Όχι βέβαια για τους ξένους – είναι προφανές ότι αυτή η γειτονιά έχει μια χαρά εντάξει μετανάστ(ρι)ες των προηγούμενων δεκαετιών. Έχει κρατήσει τον κόσμο της και μετά το πέρασμα της οικονομικής κρίσης.
Τώρα, υπάρχει ανασφάλεια κατοίκησης και αγωνία για το ότι μπορεί να χρειαστεί σύντομα να φύγουν κάτοικοι χωρίς να το θέλουν. Ο τουρισμός αντιμετωπίζεται πλέον ως εισβολή στον οικείο χώρο και απειλή «ξεσπιτώματος» ακόμη και σε περιφερειακές γειτονιές.
Σχεδιάζοντας την πόλη ΜΕ τον τουρισμό
Και ενώ πολλά μπουν να γίνουν ΜΑΖΙ με την οικονομία που γεννιέται με την εξασφάλιση της δυνατότητας κανείς να ταξιδεύει – αν υπάρχει σχεδιασμός της πόλης ΜΕ και όχι ΓΙΑ τον τουρισμό, υπάρχει μια άνευ όρων παράδοση στην τουριστική μονοκαλλιέργεια. Είναι απαραίτητη μια στρατηγική συνδυασμένης τουριστικής και τοπικής ανάπτυξης, και στον χώρο. Η πόλη είναι απαραίτητο μέσα από ευρείες διεργασίες με φορείς και κατοίκους πλέον, να αποφασίσει πόσο τουρισμό χρειάζεται. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι έτοιμη να υποδεχθεί με γάλο αριθμό τουριστών και είναι πολύ μεγάλη για να ζήσει μόνο από αυτούς.
Δεν αρκεί απλά να υπάρχει προσφορά καταλυμάτων για τη διαμονή, μονάδες εστίασης κάθε είδους ή να σταματούν τα κρουαζιερόπλοια στο λιμάνι της. Χρειάζεται να υπάρχουν πολλαπλά ερεθίσματα και σημεία ενδιαφέροντος έτσι ώστε να μπορεί να διατηρήσει του επισκέπτες περισσότερες ημέρες και επίσης να έλξει απαιτητικούς επισκέπτες υψηλότερων εισοδημάτων. Χρειάζεται κατάλληλος αστικός σχεδιασμός που θα αναβαθμί σει την ποιότητα διαβίωσης των μόνιμων κατοίκων. Χρειάζεται σχεδιασμός δηλαδή του δημόσιου χώρου σε σχέση με το πράσινο, τον έλεγχο των χρήσεων γης και της λειτουργίας συγκεκριμένων χρήσεων (π.χ εστιάσης και αναψυχής) ώστε η υποδοχή να μην γίνεται τελικά σε βάρος της ποιότητας διαβίωσης ή της ποιότητας της εικόνας του ίδιου του τόπου που υποβαθμίζει την πόλη.

Τουριστική ανάπτυξη «ό,τι να ‘ναι» για πόσο ακόμη;
Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση στη χώρα και έχει να παλέψει το καθιερωμένο πλέον, απροκάλυπτο και αναχρονιστικό laissez-faire (ακόμη και στο πλαίσιο νεοφιλελεύθερων πολιτικών) στον τουρισμό και την κατοικία, την απουσία ρυθμίσεων για την προστασία της «στέγης» και τη διατήρηση μεικτών χρήσεων, την παροχή υπηρεσιών διαμονής και των σχετικών επιπέδων κερδοφορίας.
Ο καιρός της «αρπαχτής» στον τουρισμό ως προφανούς επενδυτικής διεξόδου πρέπει να πάψει, ειδικά όταν μεγάλο μέρος πλέον του ΑΕΠ, σε ποσοστό 13% αντιστοιχεί στον τουριστικό τομέα (στοιχεία ΣΕΤΕ για το 2024).
Πιστεύει κανείς ότι αυτού του τύπου διαχείριση του ζωτικού χώρου των κατοίκων μιας πόλης και μιας χώρας δεν θα ανατραπεί σύντομα ή δεν θα υπάρξουν ακόμη περισσότερες κοινωνικές αναταραχές ενάντια στον τουρισμό που εξαλείφει ό,τι νιώθουμε σπίτι μας;
* Ή Χάρις Χριστοδούλου είναι δρ. αρχιτέκτονας – πολεοδόμος, καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ και στο Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ΑΠΘ «Τουρισμός & Τοπική Ανάπτυξη».
