Parallax View

Ο Χριστός και ο πειρασμός του θρησκευτικού φανατισμού

Η Μεγάλη Εβδομάδα ως κριτήριο πίστης, ήθους και εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας - Γράφει ο π. Ιουστίνος - Ιωάννης Κεφαλούρος

Parallaxi
ο-χριστός-και-ο-πειρασμός-του-θρησκευτ-754471
Parallaxi

Λέξεις: π. Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος / Εικόνα: Μάριος Δαδούδης

Κάθε εποχή γεννά τις δικές της μορφές θρησκευτικού φανατισμού. Και κάθε φορά που αυτός εμφανίζεται, συνοδευόμενος από κραυγές, επιθετικότητα, αποκλεισμούς και ένα αίσθημα ηθικής υπεροχής, πολλοί σπεύδουν να τον θεωρήσουν ένδειξη «ζήλου» ή «καθαρής πίστης». Όμως η αλήθεια είναι βαθύτερη και πιο αυστηρή: ο θρησκευτικός φανατισμός δεν είναι περίσσευμα πίστεως, αλλά παραμόρφωσή της.

Η Μεγάλη Εβδομάδα μάς δίνει ίσως το πιο αυθεντικό κριτήριο για να διακρίνουμε αυτή τη διαφορά. Ο Χριστός δεν πορεύεται προς το Πάθος ως αρχηγός οργισμένων πιστών, ούτε ως ηγέτης που συγκροτεί μέτωπα κατά των αντιπάλων του. Εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα «πραΰς και ταπεινός», όχι για να κατακτήσει, αλλά για να προσφερθεί. Δεν στρατεύει το πλήθος σε μια λογική ιδεολογικής σύγκρουσης, αλλά αποκαλύπτει μια Βασιλεία που δεν στηρίζεται στην επιβολή, αλλά στην αλήθεια, την ελευθερία και την αγάπη.

Από αυτή την άποψη, η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι μόνο λειτουργικό γεγονός· είναι και μια διαρκής αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο η θρησκεία μπορεί είτε να λυτρώσει τον άνθρωπο είτε να διαστραφεί. Διότι ο Χριστός δεν συγκρούστηκε με την πίστη του Ισραήλ ούτε με τον ιουδαϊκό λαό ως τέτοιον. Συγκρούστηκε με μορφές πνευματικής τύφλωσης, νομικισμού, υποκρισίας, φόβου και θρησκευτικής εξουσιολαγνείας, οι οποίες μετέτρεπαν το όνομα του Θεού σε μέσο ελέγχου και αποκλεισμού. Ο ίδιος ήταν Ιουδαίος, μίλησε μέσα από την παράδοση του Ισραήλ και την εκπλήρωσε. Αυτό που αμφισβήτησε ήταν η διαστροφή της πίστης σε ιδεολογική κατοχή του ιερού.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αναλογία με το παρόν. Και σήμερα ο φανατισμός δεν εμφανίζεται συνήθως ως απόρριψη του Θεού, αλλά ως επίκλησή Του. Δεν παρουσιάζεται ως αθεΐα, αλλά ως δήθεν υπεράσπιση της ορθότητας, της παραδόσεως, της καθαρότητας, της «γνήσιας» πίστης. Στην πραγματικότητα, όμως, ο φανατισμός δεν εκκινεί από την εμπιστοσύνη στον Θεό, αλλά από τον φόβο. Φοβάται την αμφισημία, τη διαφωνία, την ελευθερία, τον άλλον. Δεν αντέχει το πρόσωπο· προτιμά την κατηγορία. Δεν αντέχει τη διάκριση· προτιμά τη σκληρότητα. Δεν αντέχει τη μετάνοια· προτιμά την αυτοδικαίωση.

Η κοινωνική ψυχολογία φωτίζει με χρήσιμο τρόπο αυτό το φαινόμενο. Η έρευνα δείχνει ότι σε περιόδους αβεβαιότητας, πολιτισμικής ανασφάλειας ή υπαρξιακής απειλής, πολλοί άνθρωποι στρέφονται σε ομάδες που τους προσφέρουν σαφή όρια, έντονη ταυτότητα και απόλυτες απαντήσεις. Η ανάγκη για βεβαιότητα γίνεται τότε ισχυρότερη από την αντοχή στην αλήθεια. Η ομαδική ταύτιση υπερισχύει της προσωπικής ευθύνης. Και η πίστη παύει να βιώνεται ως σχέση με τον Θεό και γίνεται μηχανισμός ψυχολογικής άμυνας. Αυτό που εμφανίζεται ως «θρησκευτική ακρίβεια» είναι συχνά ανάγκη ελέγχου, ανάγκη ασφάλειας, ανάγκη να νιώθει κανείς ότι ανήκει στους “σωστούς” απέναντι σε κάποιους “άλλους” που υποτίθεται πως απειλούν την αλήθεια.

Έτσι εξηγείται γιατί ο φανατικός χρειάζεται πάντοτε έναν εχθρό. Χρειάζεται τον «αιρετικό», τον «ανάξιο», τον «προδότη», τον «εκκοσμικευμένο», τον «μη καθαρό». Η ταυτότητά του σταθεροποιείται όχι τόσο από την αγάπη προς τον Θεό, όσο από την εχθρότητα προς τον άλλον. Και εδώ ακριβώς απομακρύνεται από το ήθος του Χριστού. Διότι ο Χριστός δεν συγκροτεί κοινότητα μίσους. Δεν σώζει μέσα από την απομόνωση. Δεν αγιάζει την επιθετικότητα. Αντίθετα, αποκαλύπτει ότι ο άνθρωπος πλησιάζει τον Θεό όχι όταν νικά τον αδελφό του, αλλά όταν μετανοεί, ταπεινώνεται και αγαπά.

Αυτό είναι και το μεγάλο μήνυμα της Μεγάλης Εβδομάδας προς τη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή. Ο Χριστός δεν νικά με τους όρους του φανατισμού. Δεν εξοντώνει όσους Τον απορρίπτουν. Δεν συντρίβει με βία τους αντιπάλους Του. Ανέχεται την αδικία χωρίς να την αγιάζει, απορρίπτει τη βία χωρίς να εγκαταλείπει την αλήθεια, συγχωρεί χωρίς να υποχωρεί από την αποστολή Του. Ο Σταυρός είναι η πιο ριζική άρνηση κάθε θρησκευτικού φανατισμού, γιατί φανερώνει έναν Θεό που δεν απαιτεί να πεθάνει ο άλλος για να δικαιωθούμε εμείς, αλλά προσφέρει ο ίδιος τον εαυτό Του για τη ζωή του κόσμου.

Ακριβώς γι’ αυτό, η Μεγάλη Εβδομάδα είναι και ώρα αυτοκριτικής για όλους μας. Δεν αρκεί να συγκινούμαστε μπροστά στα Πάθη του Χριστού, αν ταυτόχρονα δεν εξετάζουμε μήπως μέσα στη δική μας στάση φωλιάζει κάτι από το φρόνημα εκείνων που Τον οδήγησαν στο Πάθος: η αυτάρκεια, η σκληρότητα, ο θρησκευτικός εγωισμός, η βεβαιότητα ότι εμείς κατέχουμε ολόκληρη την αλήθεια και άρα μπορούμε να καταδικάζουμε τους άλλους. Ο Χριστός εξακολουθεί να σκανδαλίζει κάθε τέτοιο φρόνημα, γιατί δεν επιτρέπει στην πίστη να γίνει όπλο κυριαρχίας.

Η Εκκλησία, ιδιαίτερα σήμερα, οφείλει να θυμάται ότι η μαρτυρία της δεν είναι να παράγει φανατικούς, αλλά μαθητές. Όχι ανθρώπους σκληρούς και αδιάλλακτους, αλλά ανθρώπους αληθινούς, σταθερούς στην πίστη και ταυτόχρονα ταπεινούς, ικανούς να διακρίνουν, να ακούν, να αγαπούν και να μην ιδιοποιούνται τον Θεό για λογαριασμό της δικής τους οργής. Η ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας δεν είναι να επιβραβεύει τη θρησκευτική επιθετικότητα, αλλά να τη θεραπεύει. Να δείχνει ότι άλλο είναι η παρρησία της πίστης και άλλο η βία του φανατισμού.

Τελικά, ο θρησκευτικός φανατισμός δεν είναι σημείο πνευματικής ωριμότητας. Είναι σημείο πνευματικής ανωριμότητας που συχνά ντύνεται με ιερό λεξιλόγιο. Και η απάντηση της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι άλλη από την επιστροφή στο πρόσωπο του Χριστού. Στον Χριστό της Βαϊοφόρου, της προδοσίας, της σιωπής, της συγγνώμης, του Σταυρού. Γιατί μόνο εκεί αποκαλύπτεται η αληθινή δύναμη της πίστης: όχι ως εξουσία πάνω στους άλλους, αλλά ως αγάπη που δεν φοβάται να σταυρωθεί.

*Ο π. Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος είναι ιερέας

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα