Parallax View

Ο «Δήμιος» του Γεντί Κουλέ

Διήγημα από την υπό έκδοση σειρά διηγημάτων «Παρκούρ στα σύννεφα»

ο-δήμιος-του-γεντί-κουλέ-548922

Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός Κεχαγιόγλου Αναστάσιος του Νικολάου και της Ευτέρπης από το Ζαράκοβο της ακριτικής χώρας. Γιός αγροφύλακα, πιστού συνεργάτη της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής. Παρουσιάστηκε στο 3ο Σώμα Στρατού μαζί με άλλους έξη, σειρές του. Μόλις είχαν τελειώσει την ΣΕΑΠ*, θα παρέμεναν ωστόσο πέντε ακόμα ημέρες για ταχύρυθμα μαθήματα «ανταρτοπολέμου». Στην συνέχεια προώθηση απ’ ευθείας στο μέτωπο, στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών στο Πάικο.

Την Δευτέρα 19 Ιανουαρίου του 1948 ο ταγματάρχης του τον κάλεσε στο γραφείο του, στο Α2**, για μιαν έκτακτη Aποστολή. Την επομένη το πρωί έπρεπε να εκτελεστούν τέσσερις «συμμορίτες» και ο επικεφαλής αξιωματικός του αποσπάσματος είχε αρρωστήσει όλως αιφνιδίως.

«… Όπως καταλαβαίνεις, Κεχαγιόγλου, η πατρίς σε καλεί στο καθήκον. Επελέγης…».

Το βλοσυρό ύφος του μεγαλόσωμου ταγματάρχη μαρτυρούσε πως δεν χωρούσαν αντιρρήσεις στις διαταγές του ούτε δισταγμοί. Ο δόκιμος Κεχαγιόγλου Αναστάσιος όφειλε να φέρει εις πέρας την δυσάρεστη Αποστολή.

«Λεπτομέρειες θα σου δοθούν το απόγευμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας. Έγινα σαφής;»

«Μάλιστα», ξεστόμισε ο δόκιμος χωρίς καλά καλά να καταλάβει περί τίνος επρόκειτο.

Όταν το ίδιο βράδυ στο μπερδεμένο του μυαλό ξεκαθάρισε ο στόχος αυτής της αναπόφυγης πορείας προς την Αποστολή, γονάτισε. Τεράστιο το βάρος του σταυρού στους ώμους του και η ανηφόρα μεγάλη. Η φωνή μέσα του τον τυράννησε για πολλές ώρες.

Εκτελεστής, λοιπόν, Αναστάση;

Όχι, όχι, είναι φριχτό…

Δειλός τότε… Και η πατρίδα; Το καθήκον; Τί σε μάθαινε, ρε συ, ο πατέρας σου;

Δεν ξέρω, δεν ξέρω…

Πώς δεν ξέρεις! Η πατρίς είναι σε πόλεμο, κινδυνεύει. Κινδυνεύει ακόμα από τα μιάσματα.

Αυτό όμως δεν είναι πόλεμος, είναι φόνος, είναι εκδίκηση. Εγώ έχω όπλο, εκείνοι είναι άοπλοι…

Έχεις χρέος, Αναστάση.

Και στο σχολείο… ο παπάς… ου φονεύσεις!… Δεν μπορώ να το κάνω! Έλεος…

Προσευχήσου τότε… προσευχήσου και λυτρώσου…

Και άρχισε να προσεύχεται.

«Κύριε, Κύριε, βοήθησέ με να σκοτώσω. Δοσ’ μου τη δύναμη. Κύριε, είμαι στο σκοτάδι, χρειάζομαι το φως Σου».

Αλλά ποιος Κύριος, ποιος Θεός μπορεί να δώσει την άδεια για να παραβεί μία από τις βασικές εντολές Του!

* * *

Θεσσαλονίκη, Γεντί Κουλέ, χαράματα. Στα κοτέτσια της γειτονιάς τα κοκόρια βιάζονται να ξημερώσουν την καινούργια μέρα, που για κάποιους μακάρι να ήταν αξημέρωτη.

Έχουν μεταφερθεί από τους δεσμοφύλακες οι τέσσερις μελλοθάνατοι στον χώρο των εκτελέσεων και περιμένουν παραταγμένοι στη σειρά. Από αστική μάλλον οικογένεια ο ένας, φοράει το καλό του μαύρο κουστούμι, οι άλλοι τρεις τα τριμμένα τους καθημερινά. Λαϊκά παιδιά, χωριατάκια. Ο παπάς τους διαβάζει ευχές υπέρ συγχωρήσεως των αμαρτιών και υπέρ αναπαύσεως των ψυχών. Κανα δυο φωτογράφοι για τα φωτορεπορτάζ των εφημερίδων. Πιο πίσω οι δεσμοφύλακες βιάζονται να ολοκληρωθεί η διαδικασία, «άντε, να τελειώνουμε, κάνει και ψωφόκρυο…» Σε θέση επί σκοπόν οι στρατιώτες, έτοιμοι να εκτελέσουν εντολές. Ο δόκιμος ρωτάει τους μελλοθάνατους έναν έναν εάν επιθυμούν να τους κλείσουν τα μάτια. Αρνούνται. Ένας σήκωσε ψηλά τη γροθιά,

«Ζήτω η λαοκρατία!»

«Έτοιμοι!… Σκοπεύσατε!… Πυρ!».

Ξάπλα στο χώμα οι εκτελεσμένοι, ήταν αλλωνών δουλειά να τους παραχώσουν. Ο δόκιμος επέστρεψε στη θέση του συνοδηγού στο τζέημς, οι στρατιώτες του βολεύτηκαν στην καρότσα. Στην επιστροφή παρά το άπλετο φως της ημέρας τα πάντα σκοτείνιαζαν μελαγχολικά. Τα πρόσχαρα σπίτια με τα σαχνισιά της Πάνω Πόλης, οι μυρωδιές του φούρνου στην οδό Ακροπόλεως, το Δημοτικό Νοσοκομείο (αυτό καταθλιπτικό από γεννησημιού του), τα εμπορικά καράβια στο Θερμαϊκό, ο χιονισμένος Όλυμπος στο βάθος, οι αγέρωχοι στη μανία του χρόνου Κήποι του Πασά, τα μνήματα της Ευαγγελίστριας, τα πένθιμα κυπαρίσσια δίπλα στους τάφους, οι ελάχιστοι διαβάτες, ο κουλουρτζής έξω από το Κεντρικό Νοσοκομείο, τα έρημα κτήρια της Διεθνούς Έκθεσης στη χειμέρια νάρκη τους, οι οικοδόμοι στα γιαπιά, το γκαζοζέν λεωφορείο στη λεωφόρο Στρατού λίγο προτού στρίψουνε αριστερά προς το 3ο Σώμα, ο φαντάρος σκοπός στην πύλη καθώς ανέβασε την μπάρα για να περάσει το τζέημς στο στρατόπεδο. Μελαγχολικό και το προφίλ του οδηγού δίπλα του. Σε όλη τη διαδρομή δεν τον χαλάλισε ούτε ένα βλέμμα. Η μηχανή του οχήματος βογγάει κι αυτή το ίδιο μελαγχολικά στο ρελαντί, μέχρι να κατέβουν οι φαντάροι.

Το ίδιο βράδυ οι στρατιώτες του αποσπάσματος ξόδεψαν την δίωρη τιμητική έξοδό τους σε παραβαρδάριες τσάρκες. Ο Αναστάσης χωρίς καμία διάθεση να βγει από τη μονάδα, κλεισμένος στο καμαράκι του χάζευε το ταβάνι καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα σέρτικα, σκέτα φαρμάκι. Τέσσερα πτώματα παλικαριών, μια χαριστική βολή στον έναν που δεν σκοτώθηκε με την πρώτη, ένας παπάς, δεσμοφύλακες, όλοι σε παρέλαση στο μυαλό του. Και η ζωή έξω από το στρατόπεδο ξένη, σχεδόν εχθρική.

Σκέψεις παρηγορητικές ήρθαν για λίγο, σωσίβιο στο ναυαγό, «και αν δεν ήμουνα εγώ, κάποιος άλλος θα ήταν στη θέση μου, αυτοί πάντως σωσμό δεν είχανε… και στο κάτω κάτω ποιος τους φταίει, μόνοι τους το διάλεξαν…», γρήγορα όμως ξεφούσκωσαν και ο δόκιμος βούλιαξε στα άπατα.

* * *

Ελεύθερος υπηρεσίας την επομένη παρέμεινε ξαπλωμένος στο κρεβάτι με τα ξεχαρβαλωμένα ελατήρια, ελατήριο και ο ίδιος εξαντλημένο από απανωτούς σπασμούς και τρέμουλο χωρίς πυρετό. Προς το μεσημέρι τον κάλεσε ο διοικητής του τάγματος.

«Καλά τα πήγες, Κεχαγιόγλου. Δεν μου λες… (βλέμμα διερευνητικό από πάνω μέχρι κάτω)… Χμμμ… Θέλεις να γλιτώσεις από το μέτωπο;»

Θέλει και ρώτημα; Ποιος δεν το θέλει. Ωστόσο το τίμημα είναι βαρύ.

«Καλά, σκέψου το και απαντάς. Έχεις δυο μέρες διορία».

Διαταγή για την επόμενη Αποστολή έλαβε ύστερα από τρεις ημέρες. Το μενού περιελάμβανε αυτή τη φορά επτά νοματαίους.

* * *

Η επιτυχία της Αποστολής βασίζεται στη ρουτίνα της επανάληψης. Και βέβαια στην πρακτική εξάσκηση. Ο ταγματάρχης ενημερώνει μόνο για τον αριθμό των προς εκτέλεση, ώστε να υπάρχει και ανάλογο απόσπασμα. Οι στρατιώτες κάθε φορά αλλάζουν, ο επικεφαλής ποτέ. [U1.1]Στους μισούς φαντάρους δίνονται όπλα άσφαιρα για ευνόητους λόγους. Σχολαστικά ελέγχονται από τους οπλονόμους του τάγματος για να λειτουργούν στην εντέλεια. Μόνον ο επικεφαλής γνωρίζει σε ποιες θαλάμες θα τοποθετηθούν πραγματικές σφαίρες.

* * *

Όλα συνηθίζονται σε βάθος χρόνου. Η καλημέρα στους δεσμοφύλακες, το φίλημα στο χέρι του ιερέα υπηρεσίας, η χαριστική βολή σε όσους ζωντανούς.

Άψογος στην εκτέλεση του καθήκοντος, διάλεγε τους καλύτερους σκοπευτές της μονάδας. Να πεθαίνουν μια και έξω, χωρίς να βασανίζονται. Σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να επαναληφθούν εκείνες οι επεισοδιακές εκτελέσεις των καταδικασμένων ναζί από το δικαστήριο της Νυρεμβέργης από τον διάσημο δήμιο του αμερικανικού στρατού, τον επιλοχία Τζον Κ. Γουντς.

Εκείνος, μέχρι να ολοκληρώσει την εκτέλεσή τους δι’ απαγχονισμού, προηγουμένως τους έβγαζε κυριολεκτικά την ψυχή με άλλους τρόπους. Από απειρία, από ατζαμοσύνη ή μήπως…;

Φυσικά και δεν γνώριζε ονόματα. Ποτέ δεν του έδιναν ονόματα εκ των προτέρων. Τα μάθαινε την επομένη από τις εφημερίδες. Την κρίσιμη τελική στιγμή δεν κοίταζε πρόσωπα, έδινε το παράγγελμα για βολές σε σταθερούς στόχους σαν ιδιοκτήτης παιχνιδιού σε λούνα παρκ.

Δόκιμε Αναστάση Κεχαγιόγλου, γρήγορα εξελίχθηκες σε αναντικατάστατο.

Πλήρως απαλλαγμένος από άλλες υπηρεσίες και εξοδούχος κάθε βράδυ σε μόνιμη βάση. Και άσε τις σειρές σου στο μέτωπο να παίζουν κορώνα γράμματα τη ζωή τους. Οι ανώτεροί σου εκτιμώντας τις επιδόσεις σου έφτασαν να σου υποσχεθούν μετάλλιο εξαιρέτων πράξεων, εάν συνέχιζες με τον ίδιο ζήλο.

* * *

«Ο σκατόπουστας ο δήμιος! Ο δήμιος! Ο δήηημιοοος…»

Πίσω από την πλάτη του το στρατόπεδο βράζει. Στα κρυφά. Που όμως κάποτε μαθαίνονται.

Ε, όχι και δήμιος!

Ασήκωτη λέξη. Η βραδινή του ενδοσκόπηση, όλο και πιο σπάνια είναι η αλήθεια τον τελευταίο καιρό, συνήθως καταλήγει σε θετικό πρόσημο.

Όχι, ρε Αναστάση, δεν είσαι δήμιος, δεν είσαι!

Η φωνή, αμείλικτη στην αρχή, πιο φιλική μαζί του τελευταίως, τον πείθει πως, σε σύγκριση με τους «ομότεχνούς» του της κρεμάλας και παλαιότερα της γκιλοτίνας, αυτός διαφέρει. Αυτός δεν είναι ένας εκτελεστής, είναι ένας πατριώτης αγωνιστής για να σωθεί ο τόπος από τα «μιάσματα», για να βγουν τα σάπια δόντια και η κακιά αρρώστια από το σώμα της πατρίδας. Στο κάτω κάτω οι εκτελεσμένοι δικάστηκαν με το γράμμα του νόμου, στρατοδικείο τους καταδίκασε, άλλους για «κατασκοπεία», άλλους για «απόπειρα διάδοσης ανατρεπτικών ιδεών».

Η πατρίδα θα πρέπει να του οφείλει ευγνωμοσύνη για τις υπηρεσίες του.

«Είσαι πατριώτης, Αναστάση!»

Ναι, πατριώτης, αυτό είναι. Και πατριώτης και δεξί χέρι του ταγματάρχη. Και σε σχέση αμοιβαίας επωφελούς εξάρτησης μαζί του. Ο ανώτερος έχει το κεφάλι του ήσυχο για την καλή εκτέλεση του «έργου», ο δόκιμος την βγάζει κοτσάνι. Και άσε τους φαντάρους πίσω από την πλάτη του να τον αποκαλούν Δήμιο. Τους έχει γραμμένους.

Κάποια βράδια βγαίνει για κινηματογράφο ή πηγαίνει στο Στρατιωτικό θέατρο. Αγαπάει τις επιθεωρήσεις που έρχονταν περιοδεία από την πρωτεύουσα. Καταλήγει σε ταβέρνα. Τα πίνει μόνος του, συνήθως ξεροσφύρι.

Στο στρατό οι έφεδροι αποκτούν φιλίες, ο Αναστάσης όχι. Πάντα μόνος. Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, ποιος θα ήθελε να κάνει παρέα με έναν δήμιο;

Τις Κυριακές εξάπαντως στον Άγιο Κωνσταντίνο, την εκκλησία του 3ου Σώματος. Πολύ συχνά εξομολόγηση και θεία κοινωνία. Στον ιερέα δεν αναφέρει ποτέ τις δράσεις του στο Γεντί Κουλέ. Όχι επειδή είναι ένας μυστικοπαθής ή ψεύτης για να καμουφλάρει τις αμαρτίες του. Απλά δεν τις μετράει καν για αμαρτία. Δεν νιώθει αμαρτωλός, παρά μόνον πατριώτης που εκτελεί το καθήκον του.

Αλλά και ο παπάς, ένας στρατιωτικός ιερέας με τον βαθμό του λοχαγού, που διαβάζει το απολυτίκιο Νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος τρέμοντας από πάθος και συγκίνηση, δεν πρόκειται να τον αρχίσει στις παρατηρήσεις και στα επιτίμια. Το πιθανότερο να τον στολίσει με παρηγορητικούς επαίνους.

* * *

Ένας σχεδόν ολόκληρος χρόνος στο πόστο του. Δεκέμβρης του 1948. Έξη νέοι μελλοθάνατοι παραταγμένοι αναμένουν το πεπρωμένο τους. Ο πρώτος αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Το ίδιο και οι υπόλοιποι.

Όταν έφτασε στον τελευταίο άκουσε έκπληκτος το όνομά του,

«Αναστάση, εσύ είσαι;… Ρε, Αναστάση!…»

Σα να δέχτηκε ο ίδιος βολή με αληθινή σφαίρα. Πίσω από το τυραννισμένο αξύριστο πρόσωπο με τα πρόσφατα σημάδια της φυλακής αναγνώρισε τον συχωριανό του, δεύτερο ξάδερφο, τον Αποστόλη Κεχαγιόγλου. Τον παιδικό του φίλο. Τον κολλητό. Οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων και της εφηβείας πέρασαν από μπροστά του με ταχύτητα καλοκαιρινής καταιγίδας.

Μαζί περπάτησαν στα μονοπάτια του δάσους στο χωριό τους, μαζί βούτηξαν στα παγωμένα νερά στις γκιόλες του ποταμιού, μαζί γλέντησαν στους γάμους και στα πανηγύρια. Με την κατοχή οι δρόμοι τους χώρισαν.

«Το κρίμα στο λαιμό σου, Αναστάση…»

Ο μελλοθάνατος έκανε νόημα να μην του κλείσουν τα μάτια. Όσο θα ήταν ακόμα ζωντανός, να μπορεί να βλέπει την κατάντια του Αναστάση.

«Πυρ!».

Ώρα 7 και 19΄ ο Αναστάσης έδωσε για τελευταία φορά ένα ξεψυχισμένο παράγγελμα.

Πρωί πρωί την επομένη, αμέσως μετά την αναφορά του τάγματος, παρουσιάστηκε στον διοικητή για να υποβάλλει παραίτηση και να ζητήσει μετάθεση στο μέτωπο. Παρ’ ότι προκάλεσε έκπληξη και ενστάσεις, το αίτημά του έγινε δεχτό. Πολλοί εποφθαλμιούσαν τη θέση του, με όλες τις αβάντες και τα μπερεκέτια που παρείχε.

Την ίδια μέρα πήρε φύλλο πορείας και έφυγε με το τραίνο για τη Φλώρινα, για να παρουσιαστεί στο Βίτσι.

* * *

Η αναφορά του Νικολαΐδη Γεώργιου, μόνιμου επιλοχία της διμοιρίας, έγραφε μεταξύ των άλλων: «… κι ενώ την είχαμε στημένη στη θέση Καραούλι της Άσπρης Πέτρας αμυνόμενοι στην επίθεση των συμμοριτών, ο δόκιμος Κεχαγιόγλου σηκώθηκε ξαφνικά από το χαράκωμα. Έκπληκτοι η διμοιρία μας τον είδαμε να προχωράει προς τον εχθρό χωρίς να τραβήξει από τη θήκη το πιστόλι του, χωρίς να σηκώσει τα χέρια ψηλά. Λίγα λεπτά αργότερα γαζώθηκε από τα μυδράλια των αντιπάλων…».

*Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στο Ηράκλειο της Κρήτης. **Γραφείο Ασφαλείας.

Διήγημα από την υπό έκδοση σειρά διηγημάτων «Παρκούρ στα σύννεφα»

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα