Parallax View

Όταν η ισχύς υποκαθιστά το διεθνές δίκαιο, η Ελλάδα δεν μπορεί να σιωπά

Ο Γιώργος Χρηστίδης γράφει για τη στάση της Ελλάδας στις πρόσφατες εξελίξεις στη Βενεζουέλα

Parallaxi
όταν-η-ισχύς-υποκαθιστά-το-διεθνές-δίκ-1420020
Parallaxi

Λέξεις: Γιώργος Χρηστίδης 

«Η Ελλάδα είναι αυστηρώς προσηλωμένη στην αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών επί τη βάσει του διεθνούς δικαίου». Επίσημη σελίδα του ελληνικού ΥΠΕΞ, ενότητα για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, το διεθνές δίκαιο δεν είναι απλώς ένα σύνολο αφηρημένων αρχών ούτε μια ρητορική άσκηση καλής συμπεριφοράς. Είναι ζήτημα ασφάλειας και στρατηγικής επιβίωσης. Σε ένα διεθνές σύστημα άνισης ισχύος, οι κανόνες αποτελούν το μοναδικό ανάχωμα μιας χώρας που καλείται να διαχειριστεί μια πολύ δύσκολη γειτονιά.

Αυτή η λογική διατρέχει εδώ και δεκαετίες την ελληνική εξωτερική πολιτική. Ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, η σταθερή επιδίωξη από τη δεκαετία του 1980 παραμένει η ίδια: η μετατροπή μιας δυνητικής σύγκρουσης ισχύος σε νομικά οριοθετημένη διαφορά με βάση το διεθνές δίκαιο. Η Αθήνα επενδύει διαχρονικά στη διεθνή νομιμότητα γιατί γνωρίζει ότι, χωρίς αυτήν, απομένει μόνο η ωμή ισχύς.

Όμως, η προσήλωση στους κανόνες δοκιμάζεται στην πράξη, όχι στις διακηρύξεις. Γι’ αυτό οι πρόσφατες εξελίξεις στη Βενεζουέλα έχουν σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τη γεωπολιτική κατάσταση στη Λατινική Αμερική.

Η αμερικανική επιχείρηση που οδήγησε στην ανατροπή και σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο – ανεξαρτήτως της πολιτικής απαξίας του καθεστώτος του – δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Όταν ενέργειες βαφτίζονται ως «επιβολή δικαίου», η διάκριση μεταξύ διεθνούς νομιμότητας και ωμής ισχύος και αυθαιρεσίας θολώνει: παραβίαση κρατικής κυριαρχίας, χρήση βίας χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξωεδαφική άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας. Αν τέτοιες πρακτικές κανονικοποιηθούν, το μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο είναι σαφές: οι κανόνες ισχύουν μόνο όσο εξυπηρετούν τους ισχυρούς.

Η απαξία με την οποία η αμερικανική ηγεσία απέρριψε τις αιτιάσεις περί νομιμότητας σημαίνει ότι για αναθεωρητικές δυνάμεις —είτε πρόκειται για τη Ρωσία, είτε για την Κίνα, είτε για οποιονδήποτε άλλο— αποτελεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο προηγούμενο και εργαλείο. Για χώρες, όμως, όπως η δική μας, που στηρίζουν την ασφάλειά τους στην κανονιστική τάξη, αποτελεί υπαρξιακό ζήτημα.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ελληνικό πρόβλημα. Η πρώτη αντίδραση του Πρωθυπουργού ότι «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να σχολιαστεί η νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών» δεν ήταν απλώς ένας προσεκτικός ελιγμός στη λογική της αποφυγής προστριβών με τον Τραμπ και την Ουάσιγκτον. Ήταν ασύμβατη με το ίδιο το δόγμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Για κράτη που επενδύουν διαχρονικά στη σημασία των κανόνων, η νομιμότητα δεν είναι ζήτημα timing ή συγκυριακών ισορροπιών. Είναι σταθερά. Όταν η Αθήνα αποφεύγει να τοποθετηθεί επί της νομιμότητας μιας εξωεδαφικής παρέμβασης – έστω και από έναν πανίσχυρο σύμμαχο – πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται και αποδυναμώνει το ίδιο το πλαίσιο στο οποίο στηρίζει τη δική της αποτρεπτική λογική απέναντι σε αναθεωρητικές πρακτικές.

Η σιωπή αυτή δεν είναι ρεαλισμός· είναι η σταδιακή αποδόμηση του κύριου διπλωματικού μας όπλου. Η Ελλάδα δεν χρειαζόταν να υπερασπιστεί τον Μαδούρο. Χρειαζόταν να υπερασπιστεί τον εαυτό της, επαναλαμβάνοντας καθαρά ότι οι διεθνείς υποθέσεις οφείλουν να αντιμετωπίζονται εντός του διεθνούς δικαίου και των διεθνών θεσμών, χωρίς αστερίσκους.

Το κόστος της σιωπής είναι σωρευτικό. Κάθε φορά που το διεθνές δίκαιο παρουσιάζεται ως «συγκυριακό», γίνεται λιγότερο χρήσιμο και πειστικό την επόμενη φορά που η Ελλάδα θα χρειαστεί να το επικαλεστεί για την προάσπιση της δικής της κυριαρχίας και να διεκδικήσει το moral high ground.

Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επανέρχεται απροκάλυπτα ως υποκατάστατο κανόνων των κανόνων, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της ασάφειας.

Το διεθνές δίκαιο είναι το τελευταίο ανάχωμα πριν από την πλήρη επικράτηση της λογικής «might makes right» ή, όπως το είχε θέσει ο Θουκυδίδης: «δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν» (Ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του).

*Ο Γιώργος Χρηστίδης είναι δημοσιογράφος 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα