Όταν η κριτική φοβάται να πει «όχι»
«Ένα ατελείωτο «πανηγύρι» αποθέωσης, όπου σχεδόν τα πάντα παρουσιάζονται ως σημαντικά, αναγκαία, επιτυχημένα» - Γράφει ο Σάββας Πατσαλίδης
Αν πιστέψει κανείς τη σημερινή θεατρική κριτική, ζούμε σε μια αδιάκοπη εποχή αριστουργημάτων και sold outs. Παραστάσεις «συγκλονιστικές». Ερμηνείες «καθηλωτικές». Σκηνοθεσίες «υποδειγματικές». Φεστιβάλ «μοναδικά». Όλα στον υπερθετικό βαθμό. Ένα ατελείωτο «πανηγύρι» αποθέωσης, όπου σχεδόν τα πάντα παρουσιάζονται ως σημαντικά, αναγκαία, επιτυχημένα.
Δεν θα εξετάσω εδώ σε ποιο βαθμό αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το ουσιαστικότερο ερώτημα που με απασχολεί εδώ είναι άλλο: τι συμβαίνει όταν η κριτική χάνει σταδιακά τη δυνατότητα —ή τη διάθεση ή ακόμη και τη θέληση— να ασκήσει πραγματική διάκριση; Τι σημαίνει για το θέατρο μια κριτική που σχεδόν ποτέ δεν λέει «όχι»; Και τι σημαίνει αυτό για τον θεατή, ο οποίος εκτίθεται ολοένα και περισσότερο σε έναν λόγο διαρκούς επιβεβαίωσης;
Παρά τις πολλές αντιφάσεις, τις αδυναμίες, τις μεροληψίες και τις ιστορικές της αδικίες, η παλαιότερη κριτική λειτουργούσε συχνά ως πεδίο σύγκρουσης ιδεών και έντονου διαλόγου. Ήταν χώρος συνεχούς αντιπαράθεσης. Ο George Bernard Shaw, από τις πιο επιδραστικές και επιθετικές μορφές της θεατρικής κριτικής, έγραφε πως «η κριτική είναι η καταγραφή της αντίστασης ενός μυαλού απέναντι σε ένα έργο τέχνης». Η λέξη-κλειδί εδώ είναι η «αντίσταση». Δηλαδή η δοκιμασία της σκέψης απέναντι στο έργο και όχι η αυτόματη επικύρωσή του.
Σήμερα, μεγάλο μέρος της κριτικής μοιάζει να έχει απομακρυνθεί από αυτή τη λειτουργία. Συχνά θυμίζει περισσότερο επιμελημένη προέκταση δελτίων Τύπου παρά δημόσια άσκηση κρίσης. Η υπερβολή έχει γίνει σχεδόν η κανονική γλώσσα του πολιτιστικού λόγου. Και τότε προκύπτει το απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα: αν όλα είναι «μοναδικά», «σπουδαία» και «καθηλωτικά», τι σημαίνουν πια αυτές οι λέξεις;
Έχουν κάποια διακριτή παρουσία, κάποια αξία; Ή, μήπως τελικά επαληθεύουν την κυνική τοποθέτηση του Robert Hughes που λέει ότι «η υπερβολή είναι ο πιο ήπιος τρόπος να ακυρώσεις την κρίση», εννοώντας ότι όταν το λεξιλόγιο της αποθέωσης γίνεται η μόνη διαθέσιμη γλώσσα, ήτοι η κανονικότητα του κριτικού λόγου, τότε η διάκριση ανάμεσα στο «εξαιρετικό» και απλώς «επαρκές» ή ακόμη και «κακό» αρχίζει να διαλύεται ή και να εξαφανίζεται εντελώς.
Το φαινόμενο φυσικά δεν είναι μόνο ελληνικό. Είναι διεθνές. Μάλιστα η αφορμή για αυτές τις σκόρπιες σκέψεις στάθηκε μια διαδικτυακή συζήτηση ανάμεσα σε γνωστούς ξένους κριτικούς θεάτρου. Ένας από αυτούς, ιδιαίτερα αξιόλογος κατά τη γνώμη μου, δήλωσε πως πλέον έφτασε σε μια ηλικία που επιλέγει να γράφει μόνο για παραστάσεις που θεωρεί πολύ καλές. Δεν τον ενδιαφέρει, είπε, να αναλώνεται σε αδύναμες ή αποτυχημένες δουλειές. Δεν έχει χρόνο γι’ αυτές. Προτιμά να αφιερώνεται στα «ωραία».
Προφανώς και είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να κρίνει ό,τι θεωρεί άξιο να κριθεί ή ό,τι τον ευχαριστεί. Όμως αυτό, ναι μεν ακούγεται (και είναι) λογικό, την ίδια στιγμή ωστόσο πυροδοτεί και ένα βαθύτερο ζήτημα, που μπορεί να διατυπωθεί κάπως έτσι: τι σημαίνει για το θέατρο η κριτική που επιλέγει να βλέπει και να αξιολογεί μόνο την κορυφή; Ή αυτή που θεωρεί κορυφή; Ή που νομίζει ως κορυφή; Ή κάποιοι άλλοι επέβαλαν ως κορυφή; Και τελικά τι είναι «κορυφή»; Πώς ορίζεται;
Ο T. S. Eliot είχε γράψει ότι «αυτό που αποκαλούμε αριστούργημα είναι συχνά απλώς αυτό που επέζησε των άλλων». Αντίστοιχα, η κοινωνιολογία της τέχνης, και ιδιαίτερα ο Pierre Bourdieu, έδειξε πως η καλλιτεχνική αξία δεν είναι μόνο εγγενές χαρακτηριστικό ενός έργου, αλλά και αποτέλεσμα σύνθετων διαδικασιών αναγνώρισης, θεσμικής νομιμοποίησης και ορατότητας. Πολλά έργα που σήμερα θεωρούνται θεμελιώδη, δεν αντιμετωπίστηκαν εξαρχής ως τέτοια. Χρειάστηκαν χρόνο, επαναναγνώσεις, ερμηνείες και παρερμηνείες, αποτυχίες, συγκρούσεις και μεταγενέστερες αποκαταστάσεις.
Αν λοιπόν η κριτική περιορίζεται μόνο σε ό,τι ήδη ξεχωρίζει, σε ό,τι «επιζεί» ή σε ό,τι ακούγεται πιο πολύ ανάμεσα σε εκατοντάδες παραστάσεις, σημαίνει ότι παύει να συμμετέχει στη διαδικασία σύγκρισης και διάκρισης και απλώς επιβεβαιώνει ιεραρχίες και «ορατότητες» που έχουν διαμορφωθεί όχι μόνο από την ίδια την θεατρική πράξη μέσα στην αίθουσα αλλά και αλλού, από την αγορά, την προβολή, τις δημόσιες σχέσεις, το ύψος της επένδυσης ή ακόμη και τη συγκυρία.
Και εδώ τίθεται το επίσης κρίσιμο ερώτημα: τι σημαίνει αυτό για το ίδιο το θέατρο και φυσικά για τον θεατή;
Καταρχάς, η στάση του να γράφει κανείς μόνο για παραστάσεις που θεωρεί «πολύ καλές», πέρα από δικαίωμα, όπως είπαμε, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ακόμη και «ευγενική», υπό την έννοια ότι ο κριτικός αποφεύγει την αρνητική έκθεση καλλιτεχνών, δεν εμπλέκεται σε συγκρούσεις ή παρεξηγήσεις, διατηρεί ένα προφίλ υποτίθεται υψηλού αισθητικού κριτηρίου και δημιουργεί την εντύπωση ότι σέβεται το θέατρο, γράφοντας μόνο όταν εκτιμά πως υπάρχει «κάτι σοβαρό να πει».
Και αυτό λογικό ακούγεται, όμως και εδώ κρύβεται μια θεμελιώδης μετατόπιση, όπου η κριτική παύει να αφορά το έργο/παράσταση και αφορά τη διαχείριση των συνεπειών του λόγου που κρίνει. Δεν κρίνει πια με βάση το έργο, αλλά με βάση το πόσο άβολη μπορεί να γίνει ή να αποδειχτεί η κρίση. Δίκην απάντησης-αντιλόγου σε αυτό, παραθέτω την άποψη της πάντα επίκαιρης Hannah Arendt που λέει ότι η κρίση δεν είναι απλή γνώμη ή προσωπικό γούστο. Είναι η ικανότητα να ξεχωρίζουμε ποιότητες χωρίς έτοιμους κανόνες, μέσα σε έναν κοινό κόσμο.
Αν η κριτική, λοιπόν, αποσύρεται από αυτή τη διαδικασία σύγκρισης και διάκρισης, αν αποφεύγει συστηματικά να πει «αυτό δεν λειτουργεί», «αυτό έχει προβλήματα», «αυτό δεν πείθει» κ.λπ., τότε δεν προστατεύει την τέχνη από την όποια αδικία. Ακριβώς το αντίθετο: την αποδυναμώνει. Και τούτο γιατί η λέξη «κριτική» δεν είναι ούτε τυχαία ούτε διακοσμητική. Προέρχεται από το ρήμα «κρίνω»: διαχωρίζω, συγκρίνω, διακρίνω. Χωρίς διάκριση δεν υπάρχει κρίση· υπάρχει απλώς περιγραφή ή επιβεβαίωση ήδη διαμορφωμένων εντυπώσεων. Όπως έλεγε ο Kenneth Burke, η κάθε γλώσσα αξιολόγησης είναι ταυτόχρονα και γλώσσα αποκάλυψης. Το πώς μιλάμε για κάτι δείχνει και το πώς το καταλαβαίνουμε. Όταν η κριτική περιορίζει το λεξιλόγιό της στην αποδοχή, χάνει σταδιακά και τη δυνατότητα κατανόησης της αποτυχίας, και μαζί της, της ίδιας της επιτυχίας.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις πιο χαρακτηριστικές παθολογίες της εποχής μας: η σύγχυση ανάμεσα στην κριτική και την εχθρότητα, στην κριτική και την έννοια της πολυφορεμένης λέξης «σεβασμός» (respect). Σαν κάθε αρνητική αξιολόγηση να είναι αυτομάτως πράξη επιθετικότητας ή disrespect. Όμως σοβαρή κριτική δεν σημαίνει χαιρεκακία, ούτε δημόσιος λιθοβολισμός, ούτε ακύρωση, ούτε προσβολή προσώπων. Σημαίνει ειλικρινής προσπάθεια κατανόησης, ακόμη και όταν αυτή η κατανόηση οδηγεί σε αρνητικό συμπέρασμα.
Ο Theodor Adorno είχε επισημάνει πριν από χρόνια ότι η πραγματική κριτική δεν είναι καταναλωτική αποτίμηση αλλά μορφή σκέψης, συχνά δυσάρεστης, επειδή ακριβώς αρνείται την εύκολη συμφιλίωση με το μέτριο. Το θέμα σήμερα είναι ότι μεγάλο μέρος της κριτικής μοιάζει να φοβάται περισσότερο τη δυσφορία παρά τη μετριότητα. Το αποτέλεσμα είναι ένας πολιτιστικός λόγος όλο και πιο ακίνδυνος.
Ένας λόγος που αρκείται να μας λέει με κάθε λεπτομέρεια ποιο είναι το θέμα μιας παράστασης. Ποια η αισθητική της. Ποιες οι προθέσεις της. Φυσικά δεν είναι κακή η περιγραφή, αρκεί όμως να μην εξαντλείται ως περιγραφή και μόνο. Για να έχει κάποιο νόημα, πρέπει να συνοδεύεται από το ουσιώδες ερώτημα που λέει κατά πόσο λειτουργεί τελικά αυτό που βλέπουμε; Και αν όχι, γιατί;
Η περιγραφή είναι δημοφιλής γιατί δεν έχει κόστος. Η κρίση έχει. Γιατί η κρίση απαιτεί επιχειρήματα, θέση, ευθύνη, και κυρίως την πιθανότητα διαφωνίας. Απαιτεί να εκτεθείς. Όχι μόνο απέναντι στους καλλιτέχνες, αλλά και απέναντι στο κοινό που θα σε διαβάσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι όσο περιορίζεται ο δημόσιος χώρος της ουσιαστικής αντιπαράθεσης, τόσο αυξάνονται οι ήπιες, ενίοτε εντελώς αδιάφορες, «κριτικές» διατυπώσεις, οι γενικόλογοι έπαινοι και οι αποστειρωμένες αποτιμήσεις. Η υπερβολική ευγένεια δεν είναι πάντα ένδειξη πολιτισμού ή καλών προθέσεων. Μερικές φορές, ίσως τις περισσότερες φορές, είναι το ακριβώς αντίθετο: ένδειξη αποφυγής του βάρους της ευθύνης μιας κρίσης.
Ο Walter Benjamin έγραφε ότι η κριτική λειτουργεί όταν «διακόπτει τη φυσική ροή της αποδοχής». Αν δεν υπάρχει αυτή η διακοπή, τότε δεν υπάρχει ούτε πραγματική σκέψη. Υπάρχει μόνο συνέχεια εντυπώσεων. Έτσι, όταν ένας κριτικός επιλέγει συστηματικά να γράφει μόνο για «καλές» παραστάσεις, δεν αποφεύγει απλώς την αρνητική αξιολόγηση. Συχνά αποφεύγει και το κόστος της σύγκρουσης: τη ρήξη με καλλιτέχνες, θεσμούς, μέσα ή δίκτυα σχέσεων. Παραμένει μέσα σε μια ασφαλή ζώνη πολιτιστικής αποδοχής. Και όσο μικρότερη είναι μια πολιτιστική κοινότητα, τόσο ισχυρότερος γίνεται αυτός ο πειρασμός. Εκεί όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, κάθε αυστηρή κρίση αποκτά προσωπικό βάρος. Όμως η κριτική δεν υπάρχει για να είναι άνετη ή αρεστή. Υπάρχει για να παράγει, όπως είπαμε, διάκριση. Και η διάκριση σχεδόν πάντα εμπεριέχει ρίσκο.
Ο Kenneth Tynan είχε πει πως «ο κριτικός που δεν ενοχλεί ποτέ, μάλλον δεν κάνει καλά τη δουλειά του». Όχι επειδή η ενόχληση είναι αυτοσκοπός, αλλά επειδή η κρίση χωρίς συνέπειες παύει να είναι κρίση. Και δυστυχώς σήμερα μεγάλο μέρος της κριτικής αντί να φοβάται μήπως αδικήσει ένα έργο, μια παράσταση, φοβάται μήπως δυσαρεστήσει ένα περιβάλλον, μια ομάδα, ένα λόμπι, ένα κόμμα, μια παρέα κ.λπ.
Το ζήτημα όμως δεν αφορά μόνο τους δημιουργούς ή τους κριτικούς. Αφορά και τον ίδιο τον θεατή. Γιατί όταν η κριτική επιλέγει να βλέπει μόνο το ήδη «φωτισμένο» κομμάτι του θεάτρου ή να επαινεί μόνο αυτά που κρίνει ότι αξίζουν να κριθούν, τότε ο θεατής εκτίθεται σε μια ψεύτικη εικόνα της καλλιτεχνικής πραγματικότητας. Θέλω να πω ότι οι συνεχείς έπαινοι δημιουργούν την εντύπωση ότι το θέατρο είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα επιτυχιών, ένας χώρος όπου όλα λειτουργούν, όλα επιβεβαιώνονται, όλα αξίζουν. Όμως η τέχνη δεν εξελίσσεται έτσι.
Το θέατρο είναι πεδίο δοκιμών, αστοχιών, αβεβαιοτήτων και ατελών μορφών. Οι περισσότερες παραστάσεις δεν είναι αριστουργήματα. Και ευτυχώς. Γιατί η καλλιτεχνική διαδικασία δεν είναι γραμμική πορεία θριάμβων, αλλά αλυσίδα προσπαθειών, διορθώσεων και πολλών αποτυχιών. Ο Raymond Williams θα μιλούσε εδώ για τη «δομή του αισθήματος» μιας εποχής, αυτό που ακόμη δεν έχει αποκρυσταλλωθεί, αυτό που παραμένει ασταθές, ενδιάμεσο, αβέβαιο. Αν η κριτική αγνοεί αυτό το πεδίο δοκιμής και δοκιμασίας, τότε δεν καταγράφει την πραγματική ζωή της τέχνης. Καταγράφει μόνο την ευπώλητη βιτρίνα της. Και τότε ο θεατής χάνει κάτι θεμελιώδες: την εκπαίδευση της κρίσης του. Δεν μαθαίνει να διακρίνει επίπεδα, αντιφάσεις, αποχρώσεις. Δεν μαθαίνει να αμφιβάλλει. Εκτίθεται μόνο σε προεπιλεγμένες επιτυχίες και σταδιακά συνηθίζει σε έναν πολιτισμό έτοιμων αξιολογήσεων. «Αυτό αξίζει». «Αυτό είναι must». «Αυτό πρέπει να δεις». «Αυτό είναι sold out”. Η κριτική παύει έτσι να λειτουργεί ως συνομιλητής και μετατρέπεται σε μηχανισμό προεπιλογής.
Ο Walter Benjamin είχε παρατηρήσει ότι στις συνθήκες υπερπαραγωγής εικόνων και πληροφοριών η εμπειρία συχνά δεν βαθαίνει. Παραμένει στην επιφάνεια. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και εδώ. Όταν ο θεατής εκτίθεται μόνο σε συνεχείς επιβεβαιώσεις ποιότητας, παύει σταδιακά να βιώνει την τέχνη ως χώρο αβεβαιότητας και προσωπικής αναμέτρησης.
Η Susan Sontag είχε ασκήσει έντονη κριτική σε κάθε λόγο που αντικαθιστά ή διαμορφώνει την εμπειρία πριν ακόμη αυτή συμβεί. Η κριτική αντί να λέει «κοίτα και σκέψου», λέει «κοίτα αυτό που έχει ήδη εγκριθεί, ταξινομηθεί». Κάπως έτσι η κριτική αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με αλγόριθμο. Φιλτράρει πριν από εμάς για εμάς. Μας παραδίδει μια εμπειρία ήδη ασφαλή, ήδη δοκιμασμένη, ήδη αποδεκτή.
Το ατελές, το ασταθές, το πειραματικό, το μέτριο, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της πραγματικής καλλιτεχνικής παραγωγής, εξαφανίζεται από τον ορίζοντα, και μένουν αυτά που η πλειοψηφία ονομάζει «σπουδαία». Όμως χωρίς αυτό το «ενδιάμεσο» πεδίο δεν μπορούμε να καταλάβουμε ούτε την ίδια την επιτυχία. Αν όλα είναι κορυφή, τότε παύει να υπάρχει ύψος.
Ο Peter Brook έλεγε ότι το θέατρο είναι ένας «κενός χώρος». Και ο χώρος αυτός γεμίζει κυρίως από απόπειρες, όχι από βεβαιότητες. Από πράγματα που αποτυγχάνουν δημιουργικά, που μένουν ανολοκλήρωτα, που αναζητούν ακόμη τη μορφή τους. Η καλλιτεχνική αποτυχία δεν είναι εξωτερική προς την τέχνη. Είναι ένα από τα βασικά της υλικά. Γι’ αυτό και η συστηματική αποσιώπηση του αδύναμου, του μέτριου ή του προβληματικού ή του πειραματικού δεν είναι πράξη σεβασμού προς την τέχνη. Είναι παραμόρφωση της πραγματικότητάς της.
Ο πραγματικός σεβασμός προς το θέατρο δεν είναι η αποφυγή της κρίσης αλλά η σοβαρή άσκησή της. Μια ουσιαστική κριτική δεν εξαντλείται ούτε στην αποθέωση ούτε στην κατεδάφιση. Προσπαθεί να καταλάβει τι επιχειρεί το έργο, πού πετυχαίνει, πού αποτυγχάνει, πού αντιφάσκει. Δεν αντιμετωπίζει την παράσταση ως προϊόν προς κατανάλωση αλλά ως αντικείμενο σκέψης.
Ο Roland Barthes επέμενε ότι η κριτική δεν είναι μετάφραση ενός έργου σε άλλο λόγο αλλά ενεργή ανάγνωση που αποκαλύπτει τρόπους λειτουργίας του νοήματος. Με αυτή την έννοια, η κριτική δεν είναι εξωτερική αξιολόγηση αλλά εσωτερική κατανόηση σε κίνηση.
Μια κριτική μπορεί να είναι αυστηρή χωρίς να είναι άδικη. Μπορεί να είναι επαινετική χωρίς να γίνεται άκριτη. Αυτό όμως που δεν μπορεί να είναι, αν θέλει να παραμείνει κριτική, είναι επιλεκτικά τυφλή. Γιατί η τυφλότητα εδώ δεν είναι ουδετερότητα. Είναι παραίτηση.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η βαθύτερη μετατόπιση της εποχής μας: η σταδιακή αντικατάσταση της κρίσης από τη διαχείριση αποδοχής. Ζούμε σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον όπου η συνεχής θετικότητα συχνά ανταμείβεται περισσότερο από τη δύσκολη σκέψη. Όπου η συναίνεση είναι ασφαλέστερη από τη διαφωνία. Όπου η πολιτιστική διπλωματία αντικαθιστά σιγά σιγά την κριτική τόλμη.
Όμως η τέχνη δεν έχει ανάγκη μόνο από υποστηρικτές. Έχει ανάγκη και από συνομιλητές που θα της αντισταθούν δημιουργικά. Ο Oscar Wilde έλεγε ότι «η διαφωνία γύρω από ένα έργο τέχνης δείχνει ότι το έργο είναι ζωντανό». Ίσως τελικά αυτό ακριβώς φοβόμαστε σήμερα: τη ζωντανή σύγκρουση των ερμηνειών. Προτιμούμε την ομαλή κυκλοφορία των εντυπώσεων.
Κι όμως, χωρίς πραγματική κρίση, η ίδια η εμπειρία της τέχνης αρχίζει να φτωχαίνει. Γιατί ο θεατής δεν χρειάζεται κηδεμόνες αισθητικής. Χρειάζεται εργαλεία κατανόησης. Χρειάζεται κριτικούς που δεν του προσφέρουν έτοιμες ιεραρχίες και λύσεις αλλά τρόπους να σκεφτεί. Που δεν του υπαγορεύουν τι να αγαπήσει αλλά τον βοηθούν να καταλάβει γιατί αγαπά ή απορρίπτει κάτι.
Η καλή κριτική δεν είναι αυτή που επιβεβαιώνει αυτό που ήδη νιώθουμε. Είναι αυτή που μας βοηθά να καταλάβουμε τι ακριβώς νιώσαμε και γιατί.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο δύσκολη αλλά και πιο αναγκαία αλήθεια: μια κριτική που δεν ρισκάρει να πει «όχι», δύσκολα μπορεί να εξηγήσει τι σημαίνει πραγματικά «ναι».
