Όταν οι άνδρες βάφονταν λεγόταν δύναμη – Όταν οι γυναίκες αναγκάστηκαν να βάφονται ονομάστηκε «φύση»
«Μια ιδέα η οποία παρουσιαζόταν εδώ και χρόνια, μέχρι και σήμερα ως αυτονόητη αλήθεια;» - Γράφει η Αγγέλη Χαρίνη
Λέξεις: Αγγέλη Χαρίνη
Αν είσαι άνδρας και περιποιείσαι την εμφάνισή σου λέγεσαι «γυναικούλα», αν είσαι γυναίκα και δεν περιποιείσαι «δε θα σε θέλει κανένας», αν είσαι γυναίκα και περιποιείσαι αρκετά είσαι «προκλητική».
Στη σύγχρονη κοινωνία παρατηρείται όλο και πιο έντονα ένα φαινόμενο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «αταίριαστο» με την «ανδρική ταυτότητα», όπως αναδεικνύεται εδώ και χρόνια, όπου ολοένα και περισσότεροι άνδρες φροντίζουν τον εαυτό τους, επενδύουν στην περιποίηση και δείχνουν ενδιαφέρον για την εμφάνισή τους χωρίς ενοχές.
Δεν ισχύει όμως, πως η περιποίηση και το βάψιμο είναι στη φύση της γυναίκας; Μια ιδέα η οποία παρουσιαζόταν εδώ και χρόνια, μέχρι και σήμερα ως αυτονόητη αλήθεια;
Ιστορικά και κοινωνικά φανερώνεται πως δεν πρόκειται για κανένα φυσικό χαρακτηριστικό, αλλά για έναν κοινωνικό ρόλο που κατασκευάστηκε και διαμορφώθηκε πολιτισμικά μέσα από συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας.
Στις πρώιμες ανθρώπινες κοινωνίες, η περιποίηση και το βάψιμο δεν ήταν γυναικεία πρακτική. Ανθρωπολογικά και αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι ήδη από την Παλαιολιθική εποχή η χρήση ώχρας και άλλων χρωστικών συνδέεται κυρίως με τελετουργίες, ταφές και πολεμικές προετοιμασίες, δραστηριότητες στις οποίες πρωταγωνιστούσαν άνδρες. Στην Αρχαία Αίγυπτο, άνδρες υψηλής κοινωνικής θέσης, Φαραώ, ιερείς, αξιωματούχοι χρησιμοποιούσαν μακιγιάζ ματιών, όχι για καλλωπισμό, αλλά για προστασία, κύρος και θεϊκή σύνδεση. Αντίστοιχα, στους αρχαίους Κέλτες, στους Ινδιάνους της Αμερικής ή στους Αφρικανούς πολεμιστές, το βάψιμο του προσώπου ήταν σαφές σύμβολο δύναμης, εκφοβισμού και ανδρισμού. Την περίοδο του 17ου-18ου αιώνα οι επιφανείς άνδρες με θέσεις κύρους βάφονταν και περιποιούνταν την εμφάνισή τους για να επιδεικνύουν υγεία, δύναμη και κομψότητα, σημάδια ανώτερης τάξης και όχι θηλυκότητας.
Το βάψιμο, λοιπόν, ξεκίνησε ως πράξη εξουσίας και συλλογικής ταυτότητας, όχι ως ατομική ματαιοδοξία. Όμως, με τη μετάβαση σε αγροτικές και ιεραρχικές κοινωνίες, όπου η πατριαρχία παγιώθηκε ως κυρίαρχο σύστημα, οι ρόλοι άρχισαν να ανακατανέμονται. Οι άνδρες διατήρησαν τη δύναμη, τον δημόσιο λόγο και τον πόλεμο, ενώ οι γυναίκες περιορίστηκαν στον ιδιωτικό χώρο. Μαζί με αυτόν τον περιορισμό, τους αποδόθηκε και η ευθύνη της εμφάνισης.
Στην Αρχαία Ελλάδα και αργότερα στη Ρώμη, ενώ οι άνδρες έπρεπε να εμφανίζονται λιτοί και «φυσικοί», οι γυναίκες κρίνονταν ολοένα και περισσότερο από την εξωτερική τους εικόνα. Στον Μεσαίωνα, η Εκκλησία καταδίκαζε το μακιγιάζ ως αμαρτία, όχι όμως ως πράξη εξαπάτησης των ανδρών από άλλους άνδρες, αλλά αποκλειστικά από τις γυναίκες. Το μήνυμα ήταν σαφές: η γυναίκα όφειλε να είναι όμορφη, αλλά ταυτόχρονα να φέρει και την ενοχή γι’ αυτό.
Έτσι, το βάψιμο αποσυνδέθηκε από τη δύναμη και συνδέθηκε με την υποχρέωση. Η πατριαρχία δεν αφαίρεσε απλώς από τις γυναίκες την πολιτική και κοινωνική ισχύ· υποβίβασε την αξία τους στο επίπεδο της εμφάνισης, παρουσιάζοντάς το μάλιστα ως «φύση». Όταν οι άνδρες διατηρούσαν τη δύναμη, δεν χρειάζονταν να στολίζονται. Όταν οι γυναίκες αποκλείστηκαν από αυτήν, τους έμεινε η περιποίηση ως μοναδικό αποδεκτό πεδίο επιβεβαίωσης.
Η περιποίηση δεν ανήκε ποτέ αποκλειστικά στις γυναίκες, απλώς, μέσα σε άνισες κοινωνίες, φορτώθηκε σε αυτές ως ρόλος και εδώ έρχεται η πατριαρχία να μετατρέψει την απώλεια δύναμης σε αισθητικό καθήκον. Δεν περιγράφει τη φύση των γυναικών, αλλά την επιτυχία ενός συστήματος που πρώτα τις αποδυνάμωσε και ύστερα τους είπε ότι αυτό που τους απέμεινε —η εμφάνιση— είναι δήθεν το φυσικό τους πεπρωμένο.
Σήμερα, η αυξανόμενη περιποίηση των ανδρών δεν αποτελεί απαραίτητα μια επιφανειακή τάση, αλλά πιθανότερα το αποτέλεσμα μιας βαθύτερης κοινωνικής μεταβολής. Καθώς οι βεβαιότητες του πατριαρχικού μοντέλου αμφισβητούνται και κριτικάρονται όλο και περισσότερο από τους άνδρες, οι νέες μορφές αρρενωπότητας που κατασκευάζονται, φαίνεται να αποδεσμεύονται σταδιακά από την «υποχρέωση» της αδιαφορίας για το σώμα και την εικόνα. Οι άνδρες δεν περιποιούνται περισσότερο επειδή αλλάζει η «φύση» τους, αλλά επειδή αλλάζουν οι συνθήκες. Οι γυναίκες αποκτούν όλο και περισσότερες θέσεις ισχύος, εργασιακά δικαιώματα, κοινωνικά οφέλη, επομένως αποδεικνύεται πως η δύναμη και επιτυχία δεν ορίζεται πια αποκλειστικά από τη σωματική επιβολή, ενώ η εικόνα, η αυτογνωσία και η προσωπική έκφραση αποκτούν νέο βάρος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περιποίηση επιστρέφει ως ανθρώπινη πράξη φροντίδας και όχι ως έμφυλο καθήκον, αποκαλύπτοντας ότι αυτό που μεταβάλλεται δεν είναι το φύλο, αλλά οι δομές που το περιόριζαν.
*Η Αγγέλη Χαρίνη είναι εκπαιδευτικός
