Περί μεθόδου
Πώς η ποιοτική, συμμετοχική έρευνα επαναπροσδιορίζει την επιστημονική γνώση; Ένα κείμενο του Μ. Λανάρη για τη θεωρία, την πράξη και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη λογική και την εμπειρία.
Λέξεις: Μανόλης Λανάρης
Σύμφωνα με τα λεξικά, η λέξη «μέθοδος» σημαίνει γενικά τον τρόπο δράσης που ακολουθούμε για να πετύχουμε κάποιο συγκεκριμένο στόχο∙ δηλαδή, όπως υπονοεί και το β’ συνθετικό της, μέθοδος είναι ο δρόμος, τον οποίο παίρνουμε, για να καταφέρουμε να φτάσουμε στο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Πιο απλά, έτσι ονομάζουμε και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε την καθημερινότητά μας, τις εργασίες μας∙ κάτι σαν το «way» μας, που λένε οι Άγγλοι. Στην επιστημονική γλώσσα ο όρος δηλώνει τη συστηματική και λογική διαδικασία που ακολουθεί η σκέψη, για να ανακαλύψει και να αποδείξει την «αλήθεια» ενός συγκεκριμένου θέματος ή φαινομένου. Ακριβώς έτσι ορίζει τη μέθοδο ο θεμελιωτής του νεότερου ορθολογισμού Γάλλος φιλόσοφος του 17ου αι. Ντεκάρτ (Descartes), στο έργο του «Λόγος περί της μεθόδου» (Discours de la méthode, 1637). Ο πλήρης τίτλος είναι: «Λόγος περί της μεθόδου. Για την καλή καθοδήγηση του λογικού μας και την αναζήτηση της αλήθειας στις επιστήμες».
Κάπου στη βιβλιοθήκη μου βρίσκεται χωμένo κι αυτό το βιβλίο, σε μετάφραση του αείμνηστου Χριστόφορου Χρηστίδη, υπέρμαχου του δημοτικισμού, στενού συνεργάτη και φίλου του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, με χρόνο έκδοσης το 1948 από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Η συγκέντρωση και συστηματοποίηση όλων των μεθόδων, των λογικών διαδικασιών που χρησιμοποιεί μια επιστήμη, για να επιτελέσει το έργο της, αποτελεί τη «μεθοδολογία» της.
Επίσης, ως κλάδος της Φιλοσοφίας και ιδιαίτερα της Λογικής (ή, και ως χωριστή επιστήμη), η Μεθοδολογία μελετά τις μεθόδους, με άλλα λόγια τους τρόπους με τους οποίους εργάζονται η επιστήμη γενικά αλλά και οι επιμέρους επιστήμες και κλάδοι, με στόχο πάντα την προώθηση της γνώσης στους αντίστοιχους τομείς του επιστητού. Σε ένα πιο εξειδικευμένο στάδιο, τέλος, η συγκεκριμένη ενασχόληση επιδίδεται στη σύσταση γενικών μεθοδικών μοντέλων, τα οποία θέτει στη διάθεση των ερευνητών οι οποίοι μπορούν να τα προσαρμόσουν στις ειδικές συνθήκες του τομέα τους.
Συνεκδοχικά και καταχρηστικά, η μεθοδολογία ταυτίζεται συχνά με τη μέθοδο, με τις τεχνικές και τα μέσα έρευνας και μελέτης. Στην πραγματικότητα όμως η μεθοδολογία είναι πιο συστηματική, σφαιρική και θεωρητική από τη μέθοδο. Αποδεχόμενος την παραπάνω διάκριση και αποκλίνοντας από τη συνήθη πρακτική, κατά τη συγγραφή της δεύτερης διδακτορικής διατριβής μου με θέμα «την “άλλη” αντίληψη του πραγματικού στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών», πήρα την απόφαση να εξετάσω σε ένα κεφάλαιο όλες τις σχετικές με το μεθοδολογικό μοντέλο που είχα επιλέξει θεωρίες και να περιγράψω σε άλλο, χωριστό κεφάλαιο τις πρακτικές επιλογές μου. Στο βιβλίο-ανάπλαση της παραπάνω εργασίας μου περιέλαβα πολύ λίγα από τα διαλαμβανόμενα στις δυο αυτές ενότητες, κυρίως όσα έκρινα απαραίτητα για την κατανόηση του τρόπου ανάλυσης και αξιολόγησης των ερευνητικών δεδομένων. Είχα ωστόσο μεταφράσει στο σύνολό του το περιεχόμενό τους, το οποίο σκοπεύω να δημοσιεύσω, αφού το συμπληρώσω με νέα στοιχεία και το επικαιροποιήσω∙ κι ας ξέρω ότι στις μέρες μας, εποχή του αφελούς και επίπλαστου εμπειρισμού και των νέων τεχνολογιών, οι θεωρητικές αναλύσεις δεν είναι πολύ της μόδας.
Στην παρούσα δημοσίευση θα δώσω λίγες πληροφορίες για τον ευρύτερο επιστημολογικό και μεθοδολογικό προσανατολισμό μου, όπως τον σκιαγράφησα στο πρώτο από τα αναφερθέντα κεφάλαια της διατριβής και, σε μεγάλο βαθμό, τον ακολουθώ ακόμη. Του είχα βάλει τον τίτλο «Πώς να κάνουμε έρευνα χωρίς έρευνα… Ή… Σε αναζήτηση εναλλακτικής μεθοδολογίας»∙ και ως υπότιτλο (μότο) παρέθεσα τους στίχους του Γάλλου ποιητή Jules Laforgue: «Μέθοδε, μέθοδε, τι θέλεις από μένα; Ξέρεις καλά ότι έχω γευθεί απ᾽ τον καρπό του ασυνειδήτου».
Αυτούς τους στίχους τού παραπάνω σημαντικού όσο και λιγόζωου ποιητή (ανήκε στο ρεύμα των συμβολιστών και πέθανε στα είκοσι επτά του χρόνια από φυματίωση) τους είχε χρησιμοποιήσει ο ομοεθνής του γνωστός φιλόσοφος της επιστήμης, της παιδείας και της ποίησης Γκαστόν Μπασλάρ (Gaston Bachelard), στο βιβλίο του «Η Ποιητική της Ονειροπόλησης» (La Poétique de la Rêverie), για να στηρίξει την άποψη ότι η αυστηρότητα κάθε επιστημονικής μεθόδου πρέπει να συμπληρώνεται με τη φαντασία του ασυνειδήτου. Ο Μπασλάρ αναφέρει ότι η αρχική διατύπωση της φράσης ανήκει στον Γάλλο στοχαστή Πωλ Βαλερύ (Paul Valéry), με μόνη διαφορά ότι εκείνος έλεγε πως δεν είχε γευθεί τον καρπό του ασυνειδήτου αλλά της αμφιβολίας∙ εννοούσε, φυσικά, την μεθοδολογική αμφιβολία «περί πάντων» του Ντεκάρτ (de obnibus dubitandum) ως το ασφαλέστερο μέσο μετάβασης στη βεβαιότητα του «cogito».
Με την επίκληση του ασυνειδήτου ο Μπασλάρ ήθελε, κατά κάποιο τρόπο, να σχετικοποιήσει την αξία της αντικειμενικής επιστήμης, αναγνωρίζοντας τον σημαντικό ρόλο της εμπειρίας στην αναζήτηση και συγκρότηση της γνώσης. Βοήθησε έτσι στη στροφή της επιστημονικής μελέτης και έρευνας από τις ποσοτικές και μαθηματικοποιημένες μεθόδους στις ποιοτικές, ιδιαίτερα προς εκείνες που προϋποθέτουν τη συμμετοχή του υποκειμένου (του «εγώ») στη διαδικασία της γνώσης. Τέτοιες μέθοδοι είναι η «συμμετοχική έρευνα» (recherche participative), η «έρευνα-εκπαίδευση» (recherche-formation), η «έρευνα-δράση» (recherche-action), καθώς και οι έρευνες «ευρετική» (heuristic) και «εγκάρσια», δηλαδή διαθεματική (transversale). Οι ερευνητικοί αυτοί τύποι είναι ολιστικοί, προωθούν την επιστημονική δημιουργικότητα και την αυτομόρφωση, χωρίς να υποτιμούν την κύρια αποστολή τους που είναι η παραγωγή έγκυρης και αντικειμενικής γνώσης. Στην ενότητα που προανέφερα συζητώ τα υπέρ και τα κατά των τύπων αυτών και εξηγώ πώς τους αξιοποίησα για να διαμορφώσω τη δική μου μεθοδολογία.
Θα αναρωτιέστε ασφαλώς πώς μου ήλθε, σε μια χρονική περίοδο που ξεχειλίζει όχι μονάχα από τα μόνιμα αλλά και από αποκριάτικα μασκαρέματα, εγώ να σας απασχολώ με ζητήματα μεθόδου και το υποσυνείδητο κατά τον Μπασλάρ. Η αλήθεια είναι ότι, όταν ξεκινούσα το γράψιμο, ο νους μου δεν είχε πάει σε τυχόν συγκυριακές συσχετίσεις. Στη συνέχεια όμως σκέφθηκα ότι ο αμφίσημος ρόλος του υποσυνειδήτου, όπως τον περιγράφει ο αναφερθείς φιλόσοφος, ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα των ημερών. Πράγματι, τα ξεφαντώματα, οι παροξυσμοί και οι εκστασιασμοί των σύγχρονων «κορυβαντιώντων» καρναβαλιστών δεν αναδύονται από άλλη πηγή παρά μόνο από τα μέσα μας, από το «ασύνειδο», και μας δίνουν την ευκαιρία να ξεφύγουμε λίγο από τη λογική της αυχμηρής πραγματικότητας. Αυτήν την ενδιάμεση κατάσταση, το δίπολο ανάμεσα στο λογικό και στο «παράλογο», στο συνειδητό και στο μη συνειδητό, στη διαύγεια και στη θολούρα, θεωρούσε και ο Μπασλάρ ως το ασφαλέστερο μέσο πρόσβασης στην αντικειμενική γνώση. Ίσως με αυτό το σκεπτικό και η Εκκλησία να ανέχτηκε από την αρχή και εξακολουθεί να ανέχεται τα αποκριάτικα έθιμα, τα οποία έχουν αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή προέλευση∙ μπορεί να έκρινε δηλαδή ότι όλα αυτά βοηθούν στην προετοιμασία των πιστών για την περίοδο επαγρύπνησης και «νήψης» της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Τελειώνοντας, διευκρινίζω ότι, μολονότι συμπτωματική, οφειλόμενη και σε προσωπικούς (συζυγικούς, για την ακρίβεια) λόγους, η ιδιαίτερη ενασχόλησή μου με τη σκέψη του Μπασλάρ δεν περιορίζεται σε μεθοδολογικά θέματα αλλά επεκτείνεται και στις απόψεις του για την Παιδεία και την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών ειδικότερα. Ενδεχομένως να αναφερθώ σε αυτά σε επόμενη δημοσίευσή μου.
*Ο Μανόλης Λανάρης είναι φιλόλογος, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, πρώην σχολικός σύμβουλος και σύμβουλος Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων εξωτερικού. Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη φιλοσοφία από το 4ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, το «Paris-Sorbonne», με θέμα διατριβής «Η έννοια της ελευθερίας στον Πλωτίνο» (La liberté chez Plotin, Paris 1978). Είναι, επίσης, δρ Παιδαγωγικών του Πανεπιστημίου τού Μόντρεαλ Καναδά, με θέμα «Η ‘άλλη’ αντίληψη του πραγματικού. Συνειδητοποίηση και πρακτικές εφαρμογές στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών» (L’ autre sens du réel. Prises de conscience et mises en pratique en formation des enseignants, Montréal 2002). Απόδοση της εργασίας αυτής στα ελληνικά αποτελεί το βιβλίο του «Ο ‘άλλος’ δρόμος στην εκπαίδευση των εκπαιδευτικών. Ανάπλαση μιας μη τυπικής έρευνας και οδοιπορικό εσωτερικής αναζήτησης» (Θεσσαλονίκη: εκδόσεις Νησίδες 2021). Συνεργάστηκε στη συγγραφή σχολικών βιβλίων γλωσσικής διδασκαλίας στο Γυμνάσιο και έχει δημοσιεύσει άρθρα φιλολογικού, φιλοσοφικού και παιδαγωγικού περιεχομένου. Το επιστημονικό ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στη θεωρητική θεμελίωση της εκπαίδευσης και στις ποιοτικές ερευνητικές μεθοδολογίες, με ειδικότερους τομείς την εκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και τις εναλλακτικές προσεγγίσεις.
