Parallax View

Πιπεριές κι εκκόλαψη

Για τον Περικλή Κοροβέση που πέθανε σαν σήμερα

Parallaxi
πιπεριές-κι-εκκόλαψη-1146012
Parallaxi

Λέξεις: Καμίλο Νόλλας

Στις 28 Δεκεμβρίου 1998, μαζί με τους παιδικούς μου φίλους Αλέξη και Βλαδίμηρο, φτάσαμε στη Στοκχόλμη με το φουσκωτό σκάφος Πυθέας. Είχαμε ξεκινήσει το επικό ταξίδι μας από τον Πειραιά στις 28 Αυγούστου και φτάσει μέσω Γιβραλτάρ, μετά από τέσσερις μήνες, επτά χιλιάδες ναυτικά μίλια και πενήντα ευρωπαϊκά λιμάνια, στην παγωμένη Σουηδία. Ανάμεσα στον κόσμο που είχε μαζευτεί να μας υποδεχτεί στην αποβάθρα του Kungliga slottet ήταν κι ο οικογενειακός φίλος Περικλής Κοροβέσης. Αφού γίναν τα καλωσορίσματα και τα επίσημα μπλα-μπλα και πριν πάμε στο ξενοδοχείο όπου θα καταλύαμε, ο Περικλής μας προσκάλεσε να υποδεχτούμε το νέο έτος στο σπίτι του. Όχι γιατί ήταν σημαντικό που είχαμε καταφέρει να επιβιώσουμε –εγώ λέω από τους εαυτούς μας- αλλά γιατί δε θα επέτρεπε επουδενί να αποχαιρετήσουμε το 1998 σε ένα τρέντι κωλομάγαζο, μακριά από οικογένεια και φίλους.

Έτσι το βράδυ της παραμονής στο σπίτι του –εκτός από εμάς τους three greek navigators– ήταν η Μαρία και κάμποσοι άλλοι φίλοι τους. Στις εντεκάμιση με σαμπάνιες υπομάλης, κατεβήκαμε στην πλατεία Γκρέτα Γκάρμπο για να ανταλλάξουμε ευχές με τη γειτονιά ανάμεσα σε παγωμένες χιονούρες και εντυπωσιακά πυροτεχνήματα. Ήταν από τις καλύτερες πρωτοχρονιές της ζωής μου.

Μόλις επιστρέψαμε στο ζεστό διαμέρισμα, καθίσαμε γύρω από το γιορτινό τραπέζι να φάμε και να μας ζεστάνει το πεντανόστιμο βραστό από λαχανικά και χοιρινό το οποίο είχε μαγειρέψει ο ίδιος. Κάποια στιγμή και σχεδόν ταυτόχρονα, όταν μας εφιστούσε την προσοχή σε δύο μικρές θανατηφόρες πιπεριές που είχε βάλει μέσα στο φαγητό, εγώ ροκάνισα… και τις δυο. Όλοι με κοιτούσαν ανήμποροι να χάνω τις αισθήσεις μου, και μόνον ο οικοδεσπότης παραμερίζοντας τους πυκνούς καπνούς που αναδύονταν από την κορυφή του κεφαλιού μου επαναλάμβανε «γούρι, γούρι!». («Να το χέσω το γούρι σου μπάρμπα»). Και συνέχισε θυμίζοντάς μου πως η γενιά του μες τα κυνηγητά και τις εξορίες γέννησε εμάς και ήσαν ευλογημένοι που τα κατάφεραν –«εσείς παιδιά μου, είστε οι κόκκινες πιπεριές μετά από ένα υπέροχο ταξίδι!».

Τα τσούξαμε το βράδυ της παραμονής και δε θυμάμαι επακριβώς όσα συνέβησαν στου Περικλή. Θυμάμαι όμως πολύ έντονα πως φεύγοντας με τη Σελήνη από το σπίτι του, μέσα στο τσακίρ κέφι στο πλατύσκαλο του αποχαιρετισμού μου είπε σχεδόν ψιθυριστά «εσύ Καμιλάκο μου είσαι πολύ τυχερός, σου κάτσαν και οι δυο.».

Με τη κουβέντα του το 1999 με βρήκε αλλαγμένο, κατά κάποιο τρόπο ενηλικιώθηκα παρότι είχα πρόσφατα τριανταρίσει. Οι δουλειές του ποδαριού, τα χασομέρια, ο ερασιτεχνισμός, ακόμα και η αρμύρα του Ατλαντικού σύντομα θα αποτελούσαν μακρινό παρελθόν. Θα ακολουθούσαν δημιουργικά χρόνια τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά χωρίς ποτέ να αναρωτηθώ αν ήμουν τυχερός επειδή δεν πνίγηκα στα παγωμένα νερά του Βισκαϊκού κόλπου, ή επειδή έχω μια αξιολάτρευτη κόρη, ή επειδή κάνω μια δουλειά που αγαπώ, ή επειδή εντέλει γιόρτασα μαζί με τον Περικλή την πρωτοχρονιά του 1999, ή μήπως για όλα τα παραπάνω μαζί;

Μετά τη Στοκχόλμη, τον συναντούσα στο κέντρο της Αθήνας τις περισσότερες φορές τυχαία με την ιδιότητα του προσωπικού φίλου πια. Παρακολουθούσα τον αντισυμβατικό τρόπο ζωής του και αποστήθιζα τα κείμενά του-ύμνους στην πολιτική οικολογία. Γνώριζα από πρώτο χέρι τα όσα του είχαν συμβεί στη Δικτατορία, και μου φαίνονταν απίστευτα, αλλά αντί να είναι ένα ανθρώπινο ράκος έβλεπα έναν πράο και μειλίχιο άνθρωπο, όπου η ζεστή φωνή του και το βλέμμα του δε μαρτυρούσαν τίποτε από το μακάβριο παρελθόν. Πριν πεθάνει με καλούσε για να μάθει νέα του Σπύρου, του άλλου παιδιού-πιπεριά και με συγκινούσε με το ενδιαφέρον του και την αγάπη του. Μου θύμιζε έτσι να μη σπαταλώ τον χρόνο άσκοπα και να νοιάζομαι πάντοτε για τους άλλους. Χωρίς βιασύνη όμως.

Μπορεί εκείνο το ταξίδι του Πυθέα να ήταν μια φυσική και πνευματική δοκιμασία και ευτυχώς να μη κατέληξε σε ναυάγιο ή μπορεί να είχε έρθει και η στιγμή όμως τα λόγια του με άλλαξαν δια παντός την πρωτοχρονιά του 1999. Ήταν στα μάτια μου ένας αγνός ποιητής και όπως όλοι οι ποιητές απροσάρμοστος και γι αυτό θα τον μνημονεύω πάντα.

*Ο Καμίλο Νόλλας εργάζεται ως ανεξάρτητος φωτογράφος και είναι διοργανωτής του Φεστιβάλ Βωβούσας

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα