Ποιος με καρτερεί;
Είχε πάντα η μοναξιά τόσο κρότο; Ήταν πάντα το μαζί τόσο ακατόρθωτο στα αλήθεια; Ήταν πάντα ξένες οι καρδιές μέσα σε τόσο κόσμο; Σε τόσα παράθυρα; Σε τόσα προφίλ;
4 εικόνες ανοικειότητας σε οικεία περιβάλλοντα
Εικόνα πρώτη
Μετρό, στάση Ανάληψη. Πρωί. 8:40. Περιμένουν το τρένο μαζί. Τους βλέπω με την άκρη του ματιού όσο το τρένο πλησιάζει στο σταθμό. Εκείνη φορά ένα μπλε παλτό, δεν είναι πάνω από 50, εκείνος γκρι μπουφάν. Λίγο μεγαλύτερος. Μπαίνουν κάθονται. Βγάζουν τα κινητά αμέσως. Εκείνη βλέπει παλιές φωτογραφίες. Τις γυρίζει ανόρεχτα. Από τις εκατοντάδες που βγάζουμε και βλέπουμε σπάνια. Τοπία, ανθρώπους στο δρόμο, τη γάτα. Τα παιδιά. Εκείνος κοιτάζει μηνύματα. Χαμογελάει που και που. Μια στιγμή γυρίζει προς το μέρος της. Σαν να κάτι πάει να της πει, διστάζει επιστρέφει στην οθόνη. Οι στάσεις αναγγέλλεται η μια μετά την άλλη. Λέω να κατέβω Συντριβάνι του λέει εκείνη, έχω λίγο χρόνο, θα περπατήσω. Καλά της λέει εκείνος. Λένε ένα γεια. Τα μόνα λόγια που ακούστηκαν. Βάζει το κινητό στην τσάντα. Κατεβαίνει. Εκείνος συνεχίζει να κοιτά μηνύματα. Που και που χαμογελά. Το απόγευμα θα γυρίσουν σπίτι. Εκείνος πιθανά θα το καθυστερήσει όσο μπορεί. Ποιος με καρτερεί, θα αναρωτηθεί. Μάταιο. Ίσως να φάνε το βράδυ μαζί. Ίσως και όχι. Μια τηλεόραση θα παίζει. Κάποιος θα την κοιτάζει ανόρεχτα. Τα μηνύματα θα ρχονται. Τα χρόνια θα περάσουν. Η σιωπή θα τα σκεπάσει όλα. Το μαζί που χάθηκε. Κυρίως. Ας πούμε ότι τους λένε Α. και Β.
Εικόνα δεύτερη
Ο Κ. μπαίνει συχνά στο tinder. Και σε άλλες εφαρμογές μπαίνει. Σχέση δεν μπορεί να σταυρώσει. Το λεγε χθες και σε μια παρέα. Εγώ δεν ήμουνα για σχέσεις. Καμιά δεν φτούρησε. Ίσως μονάχα μία με ένα δάσκαλο αλλά και κείνη από τα μαλλιά την τραβούσαμε. Μόνος με θέα την πλατεία. Ένα μικρό φως όλο και όλο προδίδει από το παράθυρο πώς κάποιος ζει εδώ. Καμιά φορά βάζει και μουσική. Χορεύει όπως παλιά. Αλλά ανόρεχτα. Τι κάνεις απόψε, τον ρωτά κάποιος; Δεν θα κάνω τίποτε, απαντά. Συνειδητά τίποτε. Δεν μαρέσει να βγαίνω πια έξω. Αφού μόνος θα γυρίσω. Χαζεύει στην εφαρμογή. Ένας Τ. από την Κοζάνη, παντρεμένος με δυο παιδιά είναι στην πόλη. Θες να βρεθούμε; Κατεβαίνει κάτω από το σπίτι. Στο αυτοκίνητο του. Ακούει ένα παραλήρημα τριών τετάρτων. Σαν εξομολόγηση αποτυχίας σχέσης. Ενός γάμου που ναυάγησε.Από μένα τι θες, τον ρωτά. Να μιλήσω σε κάποιον. Δεν μιλάω σε κανέναν. Δεν είμαι σε φάση να μείνω παραπάνω του λέει και αποχωρεί. Ξαναγυρίζει στο σπίτι. Μαλακία έκανα που κατέβηκα, σκέφτεται. Χαμένη ώρα.
Εικόνα τρίτη
Η Ε. είναι 26. Χθες βράδυ έφαγε ψυχρολουσία. Ήταν η τρίτη ευκαιρία που του έδωσε. Πέφτει από την μια λουζεριά στην άλλη. Ελπίζοντας ότι θα κάτσει κάτι καλό. Κοιτάει προφίλ. Περσόνες. Πουλάνε εαυτούς τελικά, σκέφτεται. Εικόνες. Και με το που τους συναντάς αρχίζεις και βλέπεις τις ρωγμές. Το fake. Μιλάει σε μια ομαδική με τους κολλητούς της. Που πας και βρίσκεις τους μαλάκες τη ρωτάνε;. Δεν βοηθάτε, απαντά. Σας καληνυχτώ. Κανείς δεν βοηθά. Κάτι μέρες λέει αν δεν ήταν η δουλειά θα έκλεινα τα σόσιαλ. Ζω εκεί μέσα και αυτό με φυλακίζει. Ανοίγει μια μπύρα από το ψυγείο. Άδειο το ψυγείο. Άδεια και η ζωή. Θα γίνω τριάντα και ακόμα θα ψάχνω τον τυπά.
Εικόνα τέταρτη
Μιλάει στο τηλέφωνο με την κόρη της. Ζει στη Γερμανία. Δεν αντέχεται άλλο ο πατέρας σου. Εγώ δεν θέλω να το βάλω κάτω. Θέλω να βγαίνω, να πηγαίνω εκδρομές με το ΚΑΠΗ, να ζω, καταλαβαίνεις, να ζω. Εκείνος παραιτήθηκε. Δεν τον αναγνωρίζω. Δεν μπορώ να συνεννοηθώ πια μαζί του. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα μείνω μέχρι το τέλος σε μια φυλακή. Η κόρη της την καθησυχάσει. Φάση είναι, θα περάσει. Δεν είναι φάση. Είναι αφασία. Του λέω σήκω πήγαινε σε ένα ψυχολόγο. Δεν είναι ντροπή. Κατάθλιψη έχεις και σε λίγο θα χω και γω. Δεν μακούει…Ας πούμε ότι τη λένε Μ. Και κείνον Β.
Ήταν πάντα οι άνθρωποι έτσι; Είχε πάντα η μοναξιά τόσο κρότο; Ήταν πάντα το μαζί τόσο ακατόρθωτο στα αλήθεια; Ήταν πάντα ξένες οι καρδιές μέσα σε τόσο κόσμο; Σε τόσα παράθυρα; Σε τόσα προφίλ; Ήταν πάντα τόσο δύσκολο να μιλήσει κανείς; Να αδειάσει κανείς χωρίς να φοβάται τις συνέπειες; Μετρούσε πάντα τόσο πολύ τις λέξεις; Λογάριαζε τόσο πολύ να πει τις αλήθειες του από φόβο; Ήμασταν πάντα οι άνθρωποι τόσο πονεμένοι ο ένας από τον άλλο; Τόσο ευάλωτοι και τόσο εγωιστές; Τόσο πρόθυμοι να πληγώσουμε και να πληγωθούμε; Τόσο φοβισμένοι να βάλουμε ένα τέλος σε μια απόγνωση; Πόσα θέλω χαμένα στην υποχώρηση; Πόσες σιωπές αντί για λόγια; Πόσα γιατί αναπάντητα να περιμένουν; Πόση ψεύτικη παρηγοριά σε εφήμερα μαζί; Να έχεις ανάγκη από υποκατάστατα αντί για το αυθεντικό; Να φοβάσαι να μοιραστείς με όσους αγαπάς την αδυναμία; Πόσο τσιγκούνηδες έγιναν οι άνθρωποι να πουν ευχαριστώ και σαγαπώ, ένα πώς είσαι που να το εννοούν και να μην είναι η τυπική προσφώνηση; Φόβος λες είναι μόνο;
Εικόνα: Edward Hopper, Four Lane Road, 1956
