Πώς είναι να πενθείς ενώ δεν πρέπει;
Για ποιον αναθεματισμένο λόγο ένας άνθρωπος να μην μπορεί να πράξει αυτό το ιερό δικαίωμα, να πενθήσει, να συνειδητοποιήσει την απώλεια του αγαπημένου του; Γράφει ο Β. Μάστορας
Λέξεις: Βασίλης Μάστορας
Πώς είναι να πενθείς ενώ δεν πρέπει; Η αντίφαση στην προηγούμενη πρόταση, ξέρω, δεν βγάζει νόημα. Για ποιον αναθεματισμένο λόγο ένας άνθρωπος να μην μπορεί να πράξει αυτό το ιερό δικαίωμα, να πενθήσει, να συνειδητοποιήσει την απώλεια του αγαπημένου του;
Εδώ έρχεται το When the Light Breaks, μια ισλανδική παραγωγή του 2024, η οποία έφτασε μέχρι και το Φεστιβάλ Καννών, για να επισημάνει ένα θέμα περιθωριοποιημένο, όπως και οι πρωταγωνιστές αυτού.
Κεντρική συνιστώσα της ταινίας αποτελεί ο λαθραίος θρήνος.
Η Ούνα χάνει σε αυτοκινητικό δυστύχημα τον κρυφό της έρωτα, Ντίντι. Και είναι κρυφή, καθώς η φανερή, η υποτίθεται μοναδική, ακούει στο όνομα Κλάρα. Αυτή είναι που απολάμβανε την ‘’αποκλειστικότητά’’ του, έως ότου ο αγαπημένος της φύγει. Και όταν ο Ντίντι πέθανε, εκείνη μπορούσε να κλάψει, να θρηνήσει για τον έρωτά της χωρίς να κριθεί. Αντίθετα, η Ούνα καταδικάστηκε σε μία δυστυχία που δύσκολα αντέχει κανείς. Να μην μπορεί να εκφράσει τα ίδια της τα συναισθήματα, επειδή δεν είναι ‘’νομιμοποιημένα’’, αισθήματα-απόρροια μιας μοιχείας.
Αναγκάζεται να πενθεί βουβά. Όλοι οι υπόλοιποι στον κύκλο του Ντίντι ξεσπούν. Είτε γιατί είναι συγγενείς, είτε επειδή πρόκειται για φίλους και, φυσικά, γιατί αποτελούσε την κοπέλα του. Η Ούνα πού είναι όμως; Πουθενά. Στερείται το κοινωνικό δικαίωμα της έκδηλης στενοχώριας και συμπαράστασης σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Ένας ιδιοφυής συμβολισμός για την κοινωνική ιεραρχία ακόμα και στον θάνατο.
Η ταινία δεν ακολουθεί το κλισέ όπου η ‘’επίσημη’’ και η ‘’παράνομη’’ μισιούνται. Τις τοποθετεί σε ένα πλαίσιο βαθιά ανθρώπινο, θέλοντας να αναδείξει την ενότητα που ενδέχεται να ακολουθήσει τον αποχωρισμό ενός ατόμου. Σπάνε τα “εγώ” τους, όπως έσπασε το νήμα της ζωής του Ντίντι.
Ο τίτλος μόνο τυχαίος δεν είναι. Το ‘’σπάσιμο του φωτός’’ (When the Light Breaks) κινείται από το ένα ηλιοβασίλεμα στο άλλο, μια προσπάθεια για να αναδειχθεί το γεγονός πως τα καλύτερα θα έρθουν μόνο όταν περάσει η νύχτα.

Η ταινία αυτή δεν καταπιάνεται με τον θάνατο αυτό καθ’ αυτόν. Ασχολείται με τους ανθρώπους που μένουν πίσω, σε μια κοινωνία που βάζει “πρέπει” ακόμα και στο πώς θα θρηνούν τα μέλη της.
*Ο Βασίλης Μάστορας είναι Φοιτητής Ψυχολογίας και Ποιητής.
