Του Προφήτη Ηλία
Η Μαρία Δούμπα τιμά την ανεπιστρεπτί χαμένη χαρά των παλιών πολύχρωμων πανηγυριών
Λέξεις: Μαρία Δούμπα
Ήταν η πρώτη φορά που θα μ’ έπαιρναν στο πανηγύρι. Ο απότομος κατακόρυφος σχεδόν δρόμος μέχρι το εκκλησάκι ήταν απαγορευτικός για μικρά παιδάκια. Η μητέρα μου όμως λύγισε στη λαχτάρα κ την επιμονή μου. Μετάνιωσε βέβαια καθ’ οδόν, γιατί εκτός από την ανηφόρα είχε να κρατά κ εμένα στην αγκαλιά της, γιατί κουραζόμουν εύκολα. Επίσης ο ξάδελφός μου ο Γιάννης, δεκαπεντάχρονος πάνω κάτω τότε, με κράτησε στην αγκαλιά του στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής.
4,5 χρ. ; Έτσι νομίζω. Με τα ξαδέρφια μου Βαγγέλη και Γκόγκο στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία στην κορυφή του ψηλότερου λόφου του χωριού μας. Αυστηρά σκηνοθετημένη η φωτο από την θεία τους την Μάρα, έφηβη τότε, φαίνεται η φούστα της στην άκρη της φωτο καθώς μέχρι τέλους επιβλέπει την επιτυχία του σκηνοθετικού της έργου. Μας έβαλε να κρατάμε με το ένα χέρι κλαδί βελανιδιάς και με το άλλο τα υπέροχα ενδημικά κόκκινα άγρια κρίνα. Έχω βλοσυρό ύφος γιατί στο παρά πέντε μου αφαίρεσε το ψάθινο καπέλο μου και πονάνε πολύ τα μάτια μου από το φως του ήλιου απέναντι. Η αλήθεια είναι πως ήταν πολύ μεγάλο για τα μέτρα μου αλλά εμένα δεν μ’ ένοιαζε καθόλου !
Μόλις ετοιμαστήκαμε το πρωί, διαπίστωσα πως το παλιό καπέλο ήταν πολύ μπεμπέ για την περίπτωση ! Ήθελα ψάθινο! Έβαλα λοιπόν τα κλάματα κ τις φωνές γιατί δεν πρόβλεψαν να μου αγοράσουν !Η μητέρα μου 28-29 χρ. τότε, ωραία ντυμένη, έχασε το κέφι της από τους γόους μου καθώς δήλωνα πως χωρίς καπέλο δεν ανεβαίνω στον Προφήτη Ηλία! Από μηχανής θεός η γειτονοπούλα μας η Μέρη, δεκαετία+ μεγαλύτερή μου, έσπευσε αρωγός στον σπαραγμό μου φέρνοντας ένα υπέροχο τεράστιο ψάθινο καπέλο με ζωγραφισμένα πάνω του 3 λουλούδια. Νομίζω, μέχρι σήμερα δεν έχω ξαναδεί ωραιότερο !Μεγάλο για τα μέτρα μου βέβαια αλλά απολύτως του γούστου μου!Πώς να περιγράψω τα αισθήματα ευτυχίας που με κατέκλυσαν;;;Και εκεί που φαίνονταν να έχουν χαθεί όλα, απεναντίας πασίχαρη και με πάρα πολύ καμάρι-ένεκα το μεγαλίστικο καπέλο- ξεκίνησα για το πανηγύρι.
Αυτό το καπέλο, λοιπόν, της «Ντίβας», τόλμησε να μου αφαιρέσει η σκηνοθέτις Μάρα…γι’ αυτό κ τα μούτρα μου…
Γιατί τα γράφω τώρα όλ’ αυτά; Τιμώντας μάλλον την ανεπιστρεπτί χαμένη χαρά των παλιών πολύχρωμων πανηγυριών, την δεδομένη τους ιερή συλλογικότητα…και κατά πως φαίνεται θα ανέβω και φέτος στον Προφήτη Ηλία αλλά τίποτε δεν είναι πια το ίδιο, ούτε καν το παλιό πέτρινο γκρίζο εκκλησάκι δεν υπάρχει, το καθαγιασμένο από τις ανάσες, τον ιδρώτα, τον μόχθο, τη χαρά των προγόνων…
