Σε είδα στην πορεία…
Σήμερα περπατώντας για ώρες ένοιωσα μια απίστευτη ομορφιά, από τις μέρες που λες δεν χάθηκαν όλα...
Η πορεία διαλύεται ησύχως. Φεύγουμε και μεις. Στο δρόμο, το βλέμμα συναντιέται με ένα κορίτσι. Κρατά στο χέρι αποφασιστικά ένα πανό που γράφει ”Δεν έχω οξυγόνο”. Σηκώνω το κινητό και τη φωτογραφίζω. Είναι η τρίτη φορά που δάκρυσα στη σημερινή πορεία. Η δεύτερη ήταν με κάτι άλλα παιδιά που κρατούσαν χαρούμενα ένα πανό με μπαλόνια και ένα κορίτσι με πολύχρωμο φόρεμα προσπαθούσε να το σηκώσει ψηλά και η πρώτη με έναν ενενηντάχρονο, που κόντρα στο χρόνο και στην ανυμπόρια, ήταν εκεί και λιποθύμησε σε ένα πεζοδρόμιο. Όταν συνήλθε, λίγο πριν τον πάρει το ασθενοφόρο έλεγε στον κόσμο, καλά είμαι προχωρήστε μη σταματάτε…
Τις εικόνες αυτών των παιδιών, την ελπίδα διάλεξα να ντύσουν αυτές τις λίγες λέξεις. Τα παιδιά αυτά είναι οι αυτόπτες μάρτυρες του μέλλοντος. Θα λένε ήμουν και γω εκεί…
Ήμουν για μέρες σε σκέψεις τι θα γίνει σήμερα. Αν πρέπει να πας ή να αφήσεις την απογοήτευση της τελευταίας χρονιάς να σε νικήσει. Όσα σκίασαν την ουσία της πιο δυσώδους υπόθεσης που βιώσαμε μετά τη Μεταπολίτευση. Του μεγαλύτερου και πιο χυδαίου κρατικού εγκλήματος που συνέβη εδώ. Ήταν πολύ πυκνός ο χρόνος από την περσινή μεγαλειώδη πορεία, την πιο μεγάλη που πήγαμε ποτέ μέχρι τη σημερινή. Συνέβησαν πολλά και εξόχως προκλητικά. Μας αποδεκάτισαν.
Μερικά από αυτά όχι από τους ηθικούς αυτουργούς του εγκλήματος ούτε καν από το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα που αυτοκτονεί θεαματικά μπροστά στα μάτια μας, αλλά από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της ιστορίας των Τεμπών. Τουλάχιστον μερικούς από αυτούς. Όλα αυτά αλλά και πολλά άλα παγκόσμια απογοητευτικά λειτούργησαν μέσα μας απωθητικά. Σαν γέφυρα να περάσει κανείς στην οδό της ματαιότητας.

Τις τελευταίες μέρες όμως, όσο η επέτειος πλησίαζε και η οργή φούσκωνε ξανά, με την ιδέα και μόνο πως 3 χρόνια ζούμε το αδιανόητο, πως η αλαζονεία των κυβερνώντων όλο και μεγαλώνει, πως το δίκιο, το βασικό συστατικό της δημοκρατίας μαζί με την ελευθερία μοιάζει ουτοπία πια, τα πόδια μας οδήγησαν ξανά με περηφάνια εκεί κάτω, στους δρόμους. Εκεί και μόνο εκεί που η λαϊκή βούληση μπορεί να γίνει ποτάμι και να συνθλίψει το άδικο. Αρκεί να μαστε μαζί.
Και σήμερα περπατώντας για ώρες ένοιωσα μια απίστευτη ομορφιά. Γιατί ήμασταν στους δρόμους της χώρας εκατοντάδες χιλιάδες, γιατί είδα και αγκάλιασα κόσμο πολύ. Είδα τη συμμαθήτρια μου τη Δέσποινα που καθόμασταν σε διπλανά θρανία πριν 45 χρόνια, τον κουμπάρο μου το Θανάση που μεγαλώνουμε παρέα χαμένοι στην ίδια πόλη, ακροάτριες μου που είναι πια γιαγιούλες με όμορφα κάτασπρα μαλλιά, φίλους περπατήσαμε παλιά σε πορείες διεκδίκησης και μετά αποσυρθήκαμε από αυτές, αγόρια και κορίτσια που είχαν στον ώμο τα παιδιά τους, τη γενιά της κόρης μου που για μια μέρα την οθόνη του κινητού την χρησιμοποίησε για να ανεβάσει πρόσωπα. Παρόντες στην πιο ελπιδοφόρα ιστορίας που ζήσαμε στη ζωή μας. Αυτής που λέει δεν θα το βάλουμε κάτω, αν οι 57 ψυχές δεν βρουν έστω μια δικαίωση…

Γύρισα σπίτι. Η τηλεόραση παίζει τις φωνές εκείνης της νύχτας από τα βαγόνια, γονείς που κλαίνε και το τραγούδι του Φοίβου μας. Βουρκώνω ξανά. Αν θα θυμάμαι κάτι από αυτή τη μέρα θαναι εκείνα τα χαμόγελα και την κουβέντα που λέγαμε όλοι, ο ένας στον άλλον. Είμαστε πολλοί, τίποτε δεν χάθηκε…

