Τα νομικά της απαγωγής Μαδούρο από τις ΗΠΑ
Η στρατιωτική απαγωγή ενός αρχηγού κράτους και η παραβίαση διεθνούς δικαίου και εγχώριων περιορισμών για την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων αποτελούν ενέργειες που εμπίπτουν αδιαμφισβήτητα στην έννοια της κατάχρησης εξουσίας
Λέξεις: Βασίλης Σωτηρόπουλος
Η στρατιωτικού τύπου επιχείρηση που εκτέλεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στη Βενεζουέλα με στόχο τη βίαιη απαγωγή του εν ενεργεία προέδρου Ν. Μαδούρο, και η μετέπειτα “μεταγωγή” του στη Νέα Υόρκη για να αντιμετωπίσει ποινικές κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν, αποτελεί μια νομική πρόκληση που αφορά τον πυρήνα του διεθνούς δικαίου, της διεθνούς δικαιοδοσίας, αλλά και της κοινοβουλευτικής λογοδοσίας.
Οι ΗΠΑ έχουν βασίσει την αιτιολόγηση της επιχείρησης εν μέρει σε ένα διεθνές ένταλμα και κατηγορητήριο που εκδόθηκε σε αμερικανική ομοσπονδιακή δικαιοδοσία, στο οποίο περιλαμβάνονται βαριές κατηγορίες εναντίον του Μαδούρο και της στενής του οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων εμπλοκής σε διεθνές εμπόριο ναρκωτικών ουσιών, συγκρότησης και διεύθυνσης εγκληματικών οργανώσεων με χαρακτηριστικά narco-terrorism και σχέσεων με διεθνή καρτέλ.
Σύμφωνα με το αμερικανικό κατηγορητήριο που δημοσιοποιήθηκε μετά την απαγωγή του, ο Μαδούρο κατηγορείται για ηγεσία και διεύθυνση ενός διεθνούς δικτύου που εισήγαγε τεράστιες ποσότητες κοκαΐνης στις ΗΠΑ, εμπλεκόμενος με βίαιες συμμορίες και καρτέλ όπως το Cartel of the Suns και Tren de Aragua, καθώς και για σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση ναρκο-τρομοκρατίας, εισαγωγή κοκαΐνης και παράνομη κατοχή και χρήση όπλων και εκρηκτικών κατά τη διάρκεια αυτών των ενεργειών. Οι κατηγορίες αυτές απηχούν ποινικές διατάξεις του Ομοσπονδιακού Ποινικού Κώδικα των ΗΠΑ, όπως αυτές περί συμμορίας για εισαγωγή ναρκωτικών και ναρκο-τρομοκρατίας, οι οποίες επισύρουν αυστηρές ποινές, συμπεριλαμβανομένων πολυετών στερήσεων ελευθερίας ή ισόβιας κάθειρξης για όσους κρίνονται ένοχοι υπεύθυνοι για τέτοια διεθνή εγκλήματα.
Το ζήτημα της «νομιμότητας» ενός διεθνούς εντάλματος, που υποστηρίζει μέρος της επιχειρηματολογίας των ΗΠΑ περί νόμιμης δικαστικής επιδίωξης, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Μπορεί τα αμερικανικά δικαιοδοτικά όργανα έχουν εκδώσει ένταλμα ή κατηγορητήριο, αλλά αυτή η προδικασία δεν καθιστά από μόνη της νόμιμη μια βίαιη διεθνή επέμβαση, στρατιωτικού τύπου, χωρίς τη συγκατάθεση της χώρας όπου διαπράττονται οι ενέργειες, ή την έγκριση διεθνούς οργάνου όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με βάση το άρθρο 39 και επ. του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η νομιμότητα των ενταλμάτων εξαρτάται μεν από τη δικαιοδοσία και την δικονομία των Αρχών που τα εκδίδουν, αλλά αυτά δεν νομιμοποιούν μονομερή επέμβαση σε ξένο έδαφος για την επιβολή της εκτέλεσής τους. Η έκδοση ενταλμάτων από την αμερικανική ομοσπονδιακή δικαιοσύνη παρέχει νομική βάση για καταδίωξη εντός των ΗΠΑ, αλλά δεν καλύπτει νομικά μιας στρατιωτικού τύπου επιχείρηση που παραβιάζει την κυριαρχία ενός άλλου κράτους.
Η έκδοση του διεθνούς εντάλματος και η εκτέλεσή του πρέπει να λειτουργούν με σεβασμό στο καθεστώς της κυριαρχίας και στις αρχές του διεθνούς δικαίου.
Το άρθρο 2 §4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών καθιερώνει την απαγόρευση της χρήσης βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας άλλου κράτους, που αποτελεί κανόνα jus cogens — αναγκαστικό δίκαιο –τα δε κράτη υποχρεούνται να τον τηρούν, ανεξάρτητα από τις εσωτερικές τους νομοθεσίες. Η απαγωγή ενός αρχηγού κράτους και η στρατιωτική επέμβαση στη χώρα του, χωρίς τη συγκατάθεση του κράτους υποδοχής ή την εντολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας, προσκρούει ευθέως σε αυτή τη νομική επιταγή και στην πάγια νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.
Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου διαμορφώνει το πλαίσιο για την εκτίμηση τέτοιων καταστάσεων. Στην υπόθεση για τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στην Νικαράγουα (υπόθεση Νικαράγουα κατά Η.Π.Α.), το Δικαστήριο κατέληξε ότι η χρήση βίας από ένα κράτος στο έδαφος άλλου κράτους συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου, εκτός εάν καλύπτεται από ρητή έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή αποτελεί νόμιμη αυτοάμυνα σύμφωνα με το άρθρο 51. Το Δικαστήριο υπογράμμισε επίσης ότι η απαγόρευση της χρήσης βίας είναι εθιμικός κανόνας που δεσμεύει όλα τα κράτη, ακόμη και ανεξαρτήτως ειδικών συμφωνιών. Ο χαρακτηρισμός των ενεργειών των ΗΠΑ ως χρήσης βίας είναι νομικά αδιαμφισβήτητος, δεδομένου ότι περιλάμβανε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο έδαφος μιας κυρίαρχης χώρας, χωρίς τη συγκατάθεσή της ή την έγκριση των αρμόδιων οργάνων του ΟΗΕ.
Η νομολογία για την ασυλία αρχηγών κρατών, όπως αυτή εξελίχθηκε στην υπόθεση του εντάλματος σύλληψης της 11.4.2000 στην υπόθεση του Κονγκό κατά του Βελγίου, τονίζει περαιτέρω ότι εν ενεργεία αρχηγοί κρατών απολαμβάνουν πλήρους προσωπικής ασυλίας από την ποινική δικαιοδοσία άλλων κρατών. Η μεταφορά του Μαδούρο με στρατιωτική επιχείρηση σε αμερικανικό έδαφος παραβιάζει αυτόν τον κανόνα, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του αμερικανικού κατηγορητηρίου. Η ίδια η λειτουργία του διεθνούς δικαίου περί ασυλίας δεν γνωρίζει «διεθνή ένταλματα» όταν εκδίδονται από κράτη κι όχι από διεθνείς οργανισμούς (όπως π.χ. από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο) που να υπερισχύουν της προστασίας που παρέχεται σε εν ενεργεία αρχηγούς υπό κανονικές συνθήκες. Αυτό το καθεστώς έχει διαμορφωθεί με στόχο την προστασία της ανεξαρτησίας και της λειτουργικής ικανότητας των κρατών και των εκπροσώπων τους στον διεθνή χώρο. Η ερμηνεία και η εφαρμογή των ενταλμάτων πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αρχές αυτές, ακόμη και όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για σοβαρά εγκλήματα που διαπράχθηκαν εκτός των ορίων του κράτους που εκδίδει το ένταλμα. Μόνο με την εμπλοκή διεθνών οργανισμών, βάσει ισχυουσών διεθνών συνθηκών, μπορούν να νομιμοποιηθούν τέτοιες παρεμβάσεις στην εθνική κυριαρχία.
Αν και τα εντάλματα και οι κατηγορίες κατά του Μαδούρο εγείρουν σοβαρά ζητήματα φερόμενης ποινικής ευθύνης, η εκτέλεσή τους με στρατιωτική απαγωγή παραβιάζει την κυριαρχία της Βενεζουέλας. Η έκδοση ενός διεθνούς εντάλματος υπό το αμερικανικό ποινικό σύστημα δεν παρέχει αυτομάτως νόμιμη άδεια για στρατιωτική επέμβαση — η διεθνής νομιμότητα απαιτεί είτε συγκατάθεση του κράτους υποδοχής είτε έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ εξέδωσαν ένταλμα εις βάρος του Μαδούρο και το επικαλούνται ως μέρος της επιχειρηματολογίας τους δεν αναιρεί την υποχρέωση σεβασμού των βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου, που έχουν ιεραρχική υπεροχή σε σχέση με εσωτερικές νομοθετικές διαδικασίες.
Αυτό σημαίνει ότι η επίκληση αυτών των παραβιάσεων από την πλευρά του Μαδούρο μπορεί να οδηγήσει στην απαλλαγή του ακόμη κι από ένα αμερικανικό δικαστήριο. Ένα αμερόληπτο αμερικανικό δικαστήριο που θα εξετάσει τις συνθήκες παρέμβασης των αμερικανικών αρχών και θα διαπιστώσει ότι η η ενέργεια των ΗΠΑ αντιβαίνει σε κεντρικές διατάξεις του διεθνούς δικαίου, όπως αυτές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που απαγορεύουν τη μονομερή χρήση βίας και τη στρατιωτική παρέμβαση, και προσκρούει σε σημαντικούς κανόνες περί ασυλίας εν ενεργεία αρχηγών κρατών, δεν μπορεί παρά να κηρύξει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και τελικώς να απαλλάξει τον Μαδούρο, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία των κατηγοριών εις βάρος του. Δεν πρόκειται βέβαια για την πιο πιθανή εξέλιξη λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία και τον ακραίο δυισμό εσωτερικού – διεθνούς δικαίου που ακολουθούν τα αμερικάνικα δικαστήρια, αποκλείοντας την έρευνα τήρησης του διεθνούς δικαίου και αποδεχόμενα ακόμη και παρανόμως προσαχθέντες ως κατηγορούμενους, αλλά είναι μια σημαντική ευκαιρία η νομολογία τους αυτή να αλλάξει. Δεν μπορεί η χώρα που δίδαξε έλεγχο συνταγματικότητας να παριστάνει ότι δεν δεσμεύεται στις ατομικές ποινικές υποθέσεις από το διεθνές δίκαιο. Υπ’ αυτή την εκδοχή, η οποία επιστημονικά και νομικά είναι η μόνη αναμενόμενη με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο, ως σύνολο εθνικού και διεθνούς δικαίου και ως προς τα αμερικανικά δικαστήρια, η παρέμβαση για την απαγωγή Μαδούρο αχρηστεύει εντελώς το ένταλμα σύλληψής του, ακυρώνει απολύτως το κατηγορητήριο και οδηγεί την υπόθεση αυτή στο απόλυτο δικαστικό φιάσκο.
Ήδη, η παγκόσμια κοινότητα αντέδρασε έντονα: ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ χαρακτήρισε την επέμβαση ως «επικίνδυνο προηγούμενο» και έθεσε ζητήματα σεβασμού του διεθνούς δικαίου, ενώ πολλά κράτη εξέφρασαν ανησυχία και καταδίκη της ενέργειας ως παραβίαση κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας.
Στο επίπεδο του αμερικανικού δικαίου, η στρατιωτική ενέργεια εγείρει επίσης σοβαρά ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας. Η War Powers Resolution του 1973 περιορίζει την εξουσία του Προέδρου να αναπτύσσει στρατιωτικές δυνάμεις εκτός των εγγυημένων πλαισίων χωρίς κοινοβουλευτική έγκριση, και η μονομερής δράση που οδηγεί σε στρατιωτική επέμβαση σε κυρίαρχο κράτος χωρίς τέτοια έγκριση παραβιάζει τις αρχές της διακριτής εξουσίας που καθιερώνει το αμερικανικό σύνταγμα. Αυτή η παραβίαση των ορίων εξουσίας επιφέρει νομικές και πολιτικές συνέπειες στο εσωτερικό των ΗΠΑ, καθώς ο Πρόεδρος θα μπορούσε να κριθεί πολιτικά και νομικά υπεύθυνος για κατάχρηση εξουσίας.
Η συνταγματική διάταξη που προβλέπει τη διαδικασία του impeachment αποτελεί μηχανισμό λογοδοσίας του Προέδρου για «κατάχρηση εξουσίας» και «σοβαρά εγκλήματα ή παραβιάσεις». Η στρατιωτική απαγωγή ενός αρχηγού κράτους και η παραβίαση διεθνούς δικαίου και εγχώριων περιορισμών για την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων αποτελούν ενέργειες που εμπίπτουν αδιαμφισβήτητα στην έννοια της κατάχρησης εξουσίας. Ωστόσο, οι τρέχουσες εσωτερικές πολιτικές συνθήκες, με πλειοψηφία στο Κογκρέσο και στη Γερουσία που ευνοεί την εκτελεστική εξουσία, απομακρύνουν την πιθανότητα επιτυχούς ολοκλήρωσης διαδικασίας impeachment που θα οδηγούσε σε καταδίκη.
Συνολικά, η ανάλυση του διεθνούς και εσωτερικού δικαίου δείχνει ότι η στρατιωτική απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί σοβαρή απόκλιση από τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ κρατών, την προστασία της κυριαρχίας και την ισχύ των διεθνών ενταλμάτων, καθιστώντας την πράξη νομικά προβληματική και ακλόνητα αντιθεσμική στο ευρύ περιθώριο του διεθνούς δικαίου και του εθνικού δικαίου των ΗΠΑ. Αποτελεί μια άσκηση για τους ίδιους τους αμερικανούς δικαστές που θα κληθούν να δικάσουν για το κατά πόσον θα τιμήσουν τις ιδιότητές τους.
*Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι νομικός




