Τάισέ με! Έξι αδηφάγα τέρατα και το τέλος της ανακύκλωσης
Ο Θοδωρής Καρυώτης γράφει για τις επιπτώσεις του νέου μοντέλου διαχείρισης απορριμμάτων, μαζί με πολιτικά συμπεράσματα
Λέξεις: Θοδωρής Καρυώτης
Πάντα είχα μια αμφιθυμία σχετικά με την ανακύκλωση. Ενώ τη θεωρώ απαραίτητη και χρησιμοποιώ τους μπλε κάδους συστηματικά, ταυτόχρονα, μου φαίνεται σαν μια «τεχνική» λύση σε ένα πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, που ηθικοποιεί και εξατομικεύει την ευθύνη της διαχείρισης των σκουπιδιών, την ώρα που μια παγκόσμια οικονομία στηριγμένη στην αέναη παραγωγή και κατανάλωση ευτελών, εφήμερων, άχρηστων και συχνά βλαβερών προϊόντων καταπίνει τη γη και τους πόρους της.
Κι όμως, το νέο σύστημα διαχείρισης των απορριμμάτων ακυρώνει ακόμη κι αυτή την ατελή αλλά αναγκαία λογική της ανακύκλωσης. Με όλους τους περιορισμούς της, η ανακύκλωση είναι το κλειδί στην διαχείριση των σκουπιδιών. Όμως υπήρξε προϊόν μιας άλλης, πιο αθώας εποχής, όπου η ασταμάτητη συσσώρευση πλούτου είχε ακόμη την ανάγκη να ντύνεται με τον μανδύα της περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευαισθησίας, της «βιωσιμότητας». Πλέον δεν τηρούνται ούτε αυτά τα προσχήματα.
Η νέα «τεχνική» λύση στο πρόβλημα των σκουπιδιών που προωθεί η κυβέρνηση – η δημιουργία ενός δικτύου έξι μεγάλων μονάδων καύσης απορριμμάτων πανελλαδικά – διέπεται από ένα και μόνο κριτήριο: κέρδος για συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα, κόστος για τους δήμους, για τους πολίτες και για το περιβάλλον.
Το σχέδιο
Σύμφωνα με το σχέδιο «ενεργειακής αξιοποίησης» των αστικών απορριμμάτων, τα «υπολείμματα» του μπλε κάδου (ό,τι δεν καταφέρνουν να ανακυκλώσουν τα Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών) αλλά και σύμμεικτα σκουπίδια (αυτά του πράσινου κάδου) θα περνούν από μονάδες επεξεργασίας και θα γίνονται «καύσιμο» σε μορφή πέλετ, χειρότερης (RDF) ή καλύτερης (SRF) ποιότητας. Το σχέδιο προβλέπει την καύση περίπου 1,3 εκατ. τόνων τον χρόνο για την παραγωγή ενέργειας, με στόχο να πέσει η ταφή απορριμμάτων σε ΧΥΤΑ κάτω από 10% έως το 2030.
Ολόκληρη η χώρα θα εξυπηρετείται από έξι μονάδες: στη Ροδόπη, την Κοζάνη, την Πελοπόννησο, τη Βοιωτία, την Αττική και το Ηράκλειο, με τα σκουπίδια να ταξιδεύουν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φτάσουν εκεί – ακόμη και από νησιά. Το Δημόσιο δεσμεύεται να τροφοδοτεί τις μονάδες με συγκεκριμένες ποσότητες σκουπιδιών, ενώ πέρα από το επεξεργασμένο «καύσιμο», προβλέπεται να καίγονται και ανεπεξέργαστα σκουπίδια.
Ο βασικός σχεδιασμός μοιάζει ήδη αποφασισμένος: οι ανάδοχοι θα προτείνουν την ακριβή χωροθέτηση των μονάδων· οι δήμοι, παρά τις αρχικές αντιδράσεις, θα κληθούν να προσαρμοστούν· η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων εγκρίθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ η δημόσια διαβούλευση – που έκλεισε τον Οκτώβριο που πέρασε – είχε απλώς διακοσμητικό χαρακτήρα, ώστε να δοθεί ένας αέρας δημοκρατικής νομιμοποίησης σε ένα προαποφασισμένο σχέδιο. Ως συνήθως σε τέτοιες διαδικασίες, αποφασιστικό ρόλο θα έχουν οι αντιστάσεις των τοπικών κοινωνιών – ή η απουσία τους – όταν συγκεκριμενοποιηθεί η χωροθεσία των μονάδων.
Ο οικονομικός τύπος ήδη πανηγυρίζει ότι το πρόβλημα των απορριμμάτων μετατρέπεται σε «ευκαιρία για ανάπτυξη». Όπως πάντα όταν ακούμε τη λέξη «ανάπτυξη», πρέπει να αναρωτηθούμε: Ποιος ή τί αναπτύσσεται; Με τί όρους; Και ποιος βγαίνει χαμένος;
Το νέο σχέδιο μετατρέπει τα σκουπίδια σε πηγή κερδοφορίας για τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Τις μονάδες θα κατασκευάσουν και θα διαχειρίζονται ιδιώτες – τα ονόματα που ακούγονται είναι οι «συνήθεις ύποπτοι»: ΔΕΗ, ΤΕΡΝΑ, AKTOR, Motor Oil, Metlen και Μεσόγειος – με συμβάσεις εικοσιπενταετίας και «εγγυημένες ποσότητες», δηλαδή εγγύηση ότι θα έχουν πάντα υλικό να καίνε. Οι ανάδοχοι των μονάδων καύσης απορριμμάτων θα πληρώνονται διπλά: πρώτον, από τους δήμους για την παραλαβή και καύση ανά τόνο σκουπιδιών· δεύτερον, από την πώληση ενέργειας στο δίκτυο, και μάλιστα με γενναιόδωρα επιδοτούμενη τιμή, αφού λογίζεται ως ενέργεια από… ανανεώσιμη πηγή!
Και τι θα μας κοστίσει;
Όπως πάντα, όταν τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται, τα κόστη κοινωνικοποιούνται. Οι χαμένοι σε αυτή τη διαδικασία είμαστε εμείς, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Το πρώτο κόστος είναι περιβαλλοντικό: όσο κι αν η καύση ντυθεί με το αφήγημα της «καθαρής τεχνολογίας», συνεπάγεται εκπομπές ρύπων, διοξινών, βαρέων μετάλλων και τέφρας, που θα μετατρέψουν τις τριγύρω περιοχές σε «ζώνες θυσίας», με μη αναστρέψιμες περιβαλλοντικές, υγειονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Πέρα από αυτά, υπάρχει και η γενικότερη συνεισφορά της καύσης στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, άρα και στην κλιματική αλλαγή. Σε αυτή τη ρύπανση πρέπει να προσθέσουμε και τις εξατμίσεις από τα ατέλειωτα καραβάνια απορριμματοφόρων που θα συρρέουν από όλα τα μέρη της Ελλάδας προς αυτά τα έξι κέντρα. Η ενέργεια που θα παράγεται είναι τόσο μικρή (1 TWh ετησίως, περίπου 2% της πανελλαδικής κατανάλωσης) ώστε το επιχείρημα ότι θα αντικαταστήσει άλλες, πιο ρυπογόνες μορφές ενέργειας, δεν μπορεί να σταθεί σοβαρά.
Το δεύτερο κόστος είναι οικονομικό: το κόστος παραλαβής και καύσης το επωμίζονται οι δήμοι – δηλαδή όλα τα νοικοκυριά μέσω των δημοτικών τελών. Οι εκτιμήσεις μιλούν για περίπου 120€ ανά τόνο, τιμή ήδη πολλαπλάσια από αυτή που πληρώνουμε για την ταφή σε ΧΥΤΑ. Ωστόσο, με το σύστημα «δικαιωμάτων ρύπων» που έχει στα σκαριά η ΕΕ (ένα σύστημα «μόλυνσης επί πληρωμή»), μετά το 2030 το κόστος αυτό μπορεί να διπλασιαστεί.
Υπάρχει όμως και ένα τρίτο, κρυφό κόστος: υπονομεύεται η προοπτική μιας διαφορετικής διαχείρισης στηριγμένης στην ανακύκλωση. Οι εικοσιπενταετείς συμβάσεις περιλαμβάνουν εγγυημένες ποσότητες «καυσίμου». Δηλαδή χτίζουμε έξι τέρατα που απαιτούν να τα ταΐζουμε στο διηνεκές με σκουπίδια, και θα μας τιμωρούν όταν δεν το κάνουμε. Αυτό αποτελεί άμεσο αντικίνητρο για την πρόληψη, τη μείωση, την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση: ακόμη κι αν μειώσουν τον όγκο των σκουπιδιών που καταλήγει στον πράσινο κάδο, οι δήμοι πληρώνουν το ίδιο ποσό για την καύση. Και αν τα Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών αυξήσουν το ποσοστό των υλικών του μπλε κάδου που δεν ανακυκλώνουν επιτυχώς, συνεχίζουν να έχουν τρόπο διάθεσης του «υπολείμματος». Με άλλα λόγια, παρά τις διακηρύξεις, η ανακύκλωση παύει να αποτελεί την κεντρική λογική του συστήματος διαχείρισης απορριμμάτων.
Και όχι μόνο τιμωρείται η μείωση των σκουπιδιών, αλλά επιδοτείται και η αύξηση τους: η χρέωση καύσης για τις «πλεονάζουσες» ποσότητες – οτιδήποτε παραπάνω από αυτό που προβλέπεται στη σύμβαση – είναι περίπου δέκα φορές χαμηλότερη (10€ ανά τόνο), δίνοντας κίνητρο στους δήμους να την προτιμήσουν έναντι εναλλακτικών όπως η ανακύκλωση.
Υπάρχουν εναλλακτικές;
Η απόρριψη της καύσης σκουπιδιών δεν σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσουμε να θάβουμε τα σκουπίδια μας σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Σαφώς είναι απαραίτητες νέες διαδικασίες και έργα υποδομής.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται να ξαναεφεύρουμε τον τροχό. Αν δεν εφαρμόζονται οι εναλλακτικές στην καύση, αυτό δεν συμβαίνει επειδή δεν είναι καλά τεκμηριωμένες και δοκιμασμένες, ούτε επειδή είναι πιο ακριβές. Είναι επειδή δεν δημιουργούν τα απαραίτητα περιθώρια κέρδους για τις κρατικοδίαιτες μεγάλες εταιρίες. Επειδή απαιτούν αποκέντρωση και ευρείες κοινωνικές συνέργειες, που είναι δύσκολο να ελεγχθούν από συγκεκριμένα κεντρικά συμφέροντα και κέντρα εξουσίας. Επειδή απαιτούν ρυθμίσεις που να μεταφέρουν το κόστος διαχείρισης των σκουπιδιών σε αυτούς που τα παράγουν, και όχι στους καταναλωτές. Επειδή απαιτούν εκτροπή δημόσιων πόρων από τους εθνικούς εργολάβους προς τις τοπικές κοινωνίες, για να οικοδομήσουν και να στελεχώσουν τοπικά, μη κερδοσκοπικά, κοινωνικά ελεγχόμενα συστήματα διαλογής, επανάχρησης και ανάκτησης υλικών.
Και επειδή, τέλος, ως κοινωνία μαστιζόμαστε από μια τραγική έλλειψη φαντασίας, που μας εμποδίζει να σχεδιάσουμε από κοινού το πώς θα μετατρέψουμε αυτόν τον ενεργοβόρο, αδηφάγο πολιτισμό μιας χρήσης σε έναν πολιτισμό μοιράσματος, επανάχρησης, επισκευής, ανταλλαγής, διαλογής και αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας. Έτσι, και πάλι ένα κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα (η αλόγιστη σπατάλη πόρων και παραγωγή σκουπιδιών) αναζητά μια «τεχνική» λύση που να διατηρεί άθικτη τη λογική του συστήματος. Αντί να χτίσουμε ικανότητες και δομές διαχείρισης στη γειτονιά και στον δήμο, να μειώσουμε την παραγωγή αποβλήτων, και να κάνουμε τον κύκλο διαχείρισης των υλικών υπόθεση συλλογική, υλοποιούμε έξι ακόμη φαραωνικά σχέδια «ανάπτυξης» που κλέβουν αέρα από το μέλλον μας. Όπως οποιαδήποτε άλλη τεχνική λύση, ωστόσο, η καύση απορριμμάτων δεν είναι «ουδέτερη». Είναι μια διευθέτηση με συγκεκριμένες ροές ύλης, χρήματος και εξουσίας, που διοχετεύει δημόσιους πόρους σε λίγους και μετακυλίει τα κόστη στο περιβάλλον, τα νοικοκυριά και τις τοπικές κοινωνίες.
*Ο Θοδωρής Καρυώτης είναι Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου της Γάνδης
