Parallax View

Τι ωραία παράσταση, για να ξεκινήσει κανείς να παρακολουθεί θέατρο

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι μεσολάβησε προτού φτάσει κάποιος σε εκείνη την αίθουσα που θα του άλλαζε τη ζωή ανεπιστρεπτί;

Ανδρέας Νεοκλέους
τι-ωραία-παράσταση-για-να-ξεκινήσει-κα-1482553
Ανδρέας Νεοκλέους

Υπάρχει μια πικρία την οποία δυσκολεύομαι να αποβάλω. Δεν έχω παρακολουθήσει πολλές ταινίες, δεν έχω δει πολύ θέατρο, αλλά δεν έχω διαβάσει ακόμα και πολλά από εκείνα τα βιβλία που θα ήθελα να μην σκονίζονται στα ράφια της βιβλιοθήκης μου.

Ζηλεύω τους ανθρώπους που θυμούνται εκείνη τη πρώτη φορά που βρέθηκαν ανυποψίαστοι ανάμεσα σε υποψιασμένους. Η σπουδαία Μάγια Λυμπεροπούλου – ηθοποιός, σκηνοθέτιδα και μεταφράστρια του θεάτρου – δήλωνε συχνά με περηφάνια και αυτοσαρκασμό «επαγγελματίας θεατής».

Χρησιμοποιούσε τον όρο για να περιγράψει τη σχέση με την παρακολούθηση της τέχνης, η οποία ξεκίνησε από τα μαθητικά της χρόνια πριν ακόμα ανέβει στη σκηνή, αλλά και για να τονίσει την ανάγκη του (ανθρώπου) καλλιτέχνη να βλέπει, να κρίνει και να αφουγκράζεται το θέατρο με απόλυτη συνείδηση και οξυδέρκεια.

Πώς θυμάσαι κάτι από το οποίο απουσιάζεις, από το οποίο θα ήθελες να είσαι παρών αλλά δεν έτυχε. Απλώς δεν έτυχα σε μια οικογένεια όπου η παρακολούθηση θεάτρου ήταν μια έξοδος.

Και αυτό είναι εντάξει.

Μου αρέσει ωστόσο, γοητεύομαι όταν ακούω – ιδίως – ηθοποιούς να μιλάνε για το πώς εισήλθαν σε αυτόν τον υπέροχο κόσμο του θεάτρου. Ποια ήταν η πρώτη τους παράσταση;

Τσαλάκωσα μια σελίδα από το “Χρονοκαταφύγιο” του Γκοσποντίνοφ τις προάλλες· λέει πως «με τα χρόνια κατάλαβα πως το παρελθόν κρύβεται περισσότερο σε δύο σημεία – στα απογεύματα (με τον τρόπο που πέφτει το φως) και στις μυρωδιές».

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι μεσολάβησε προτού φτάσει κάποιος σε εκείνη την αίθουσα που θα του άλλαζε τη ζωή ανεπιστρεπτί. Και τι μυρωδιές διέκρινε η μύτη ενός παιδιού –ενός μη καπνιστή θεατή– καθώς καθόταν στα πόδια της μητέρας του εκείνο το βράδυ;

Είχα βρεθεί κάποια στιγμή σε έναν θίασο, όπου έκανα μια δημοσιογραφική έρευνα για την μέθοδο που χρησιμοποιεί ένας σκηνοθέτης της πόλης, θυμάμαι μια ηθοποιό να μιλάει για τη μυρωδιά του πάλκου, της από ξύλου φτιαγμένης θέσης και μιας ροζ τσιχλόφουσκας.

Συνεχίζω με τα λόγια του σπουδαίου Βούλγαρου συγγραφέα: «Δεν είναι παράξενο, πράγματι, που δεν υπάρχει κάποια συσκευή που να διατηρεί τη μνήμη της μυρωδιάς; Στην πραγματικότητα υπάρχει μία, μία και μοναδική, πριν από την τεχνολογία, αναλογική η πιο παλιά απ’ όλες. Η γλώσσα, εννοείται.»

Μέχρι τώρα δεν έχουμε τίποτα άλλο. Γι’ αυτό και ο Γκοσποντίνοφ θεωρεί απαραίτητο να παγιδεύσει κανείς τις μυρωδιές μέσα από τις λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί για να τις περιγράψουν ή να τις συγκρίνουν.

Κι εγώ, με τη σειρά μου, παγιδεύω εδώ τη μυρωδιά εκείνου του πάλκου και της ροζ τσιχλόφουσκας, για να μην χαθούν. Η αλήθεια είναι πως αυτό από μόνο του δεν μου λέει και κάτι – το αξιοζήλευτο σε αυτή την περίπτωση και αυτό που δεν θέλω να χάσω: είναι ο τρόπος που κανείς κοιτάει στο κενό και αναπολεί.

Ανασύροντας από το άγραφο ημερολόγιο της μνήμης τα πρώτα θραύσματα από όπου εκκίνησε μια πορεία που θέλει τον ίδιο πάντα σε σχέση με αυτό που τον μάγεψε.

Στην προκειμένη το θέατρο.

Δεν έχω καμία εικόνα – όχι γιατί είμαι ξεχασιάρης, αν και είμαι κάποιες φορές – αλλά επειδή απλούστατα απουσιάζει αυτό το βίωμα από την παιδική μου ηλικία. Έπρεπε να ενηλικιωθώ για να ανακαλύψω ότι αυτός ο χώρος για μένα μπορεί και να σημαίνει πολλά.

Ωστόσο, τι συμβαίνει όταν στη γραμμή της ιστορίας του, από τότε που εσύ γεννήθηκες, έπαιξες ως παιδί, φίλησες το πρώτο κορίτσι, εκπλήρωσες τη στρατιωτική σου θητεία, τελείωσες με τις σπουδές – αυτός ο κόσμος της σκηνής απλώς δεν υπήρχε;

Τι συμβαίνει όταν η δική σου γραμμή ξεκινά να γράφεται ετεροχρονισμένα, στην ενηλικίωση, χωρίς παιδικά θραύσματα να τη στηρίζουν;

Ίσως τελικά, το να ανακαλύπτεις το θέατρο αργότερα, με συνείδηση και όχι από οικογενειακή συνήθεια, να σε κάνει έναν θεατή πιο ευάλωτο, αλλά και πιο υποψιασμένο.

Λάθος. Kακώς θα το πω αυτό. Καμιά φορά νομίζεις ότι ξέρεις, ότι αυτό που παρακολουθείς απλά υπάρχει από τη στιγμή που εσύ ξεκίνησες να το παρακολουθείς. Βλέπεις, ακόμα και η ζωή συμβαίνει χωρίς εμάς, μακριά από εμάς. Όπως ακριβώς, σε κάποιο θέατρο, σε μια από τις καλύτερες μέρες της παιδικής μου ηλικίας, μπορεί να παιζόταν κρυφά εκείνο το έργο που θα αποτελούσε για εμένα το «καλύτερο ξεκίνημα από όλα».

Προχθές, είχα την τύχη να παρακολουθήσω μια παράσταση.. στο θέατρο Τ, «Δύο γυναίκες χορεύουν» λοιπόν – κι αν κάτι ποτέ δεν αλλάζει είναι η ανάγκη ταύτισης. Επομένως, εικάζω πως έτσι δικαιολογείται η πλειοψηφική προσέλευση κόσμου μεγαλύτερης ηλικίας από ότι η δική μου.

Γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας κάθονται δεξιά και αριστερά μου – ενώ διάσπαρτοι βρισκόμαστε στην πλατεία του «Τ» λίγοι αυτοί που είναι κάτω των 30. Αυτό που θέλω να θίξω δεν αφορά τόσο την ηλικία αυτή καθαυτή – παρά το εύρος παραστάσεων που έχει παρακολουθήσει ένας π.χ. 70αρης σε σχέση με έναν 27αρη.

Όταν οι πλείστες παραστάσεις που παρακολουθούμε στο σήμερα, εν έτει 2026, συχνά καταφεύγουν στην αποδόμηση, στην τεχνολογία ή σε μια πιο εγκεφαλική προσέγγιση, αναρωτιέμαι τι αναζητούν όσοι κάθονται δίπλα και τριγύρω μου.

Όσοι έχουν βρεθεί στον συγκεκριμένο θεατρικό χώρο, ξέρουν πως πρόκειται για μια αίθουσα με ελάχιστη απόσταση από τη σκηνή. Γεγονός που σημαίνει δύο πράγματα.

Πρώτον, μια εγγύτητα που κάνει τη δημιουργία της θεατρικής ψευδαίσθησης ακόμα πιο δύσκολη. Πάνω στη μικρή, μαύρη σκηνή έχει τοποθετηθεί ένα ξύλινο παλέτο, τετραγωνίζοντας μια ακόμα μικρότερη σκηνή, όπου η επαφή των δύο ηθοποιών γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτική.

Και δεύτερον, μέσα σε αυτό το περιορισμένο τετράγωνο που θυμίζει καθιστικό, η χρήση αντικειμένων της καθημερινότητας —όπως ένα σίδερο και μια σιδερώστρα— αποκτά μια καθηλωτική κυριολεξία. Κι αυτό καθρεφτίζει στις ερμηνείες τόσο της Σοφίας Βούλγαρη και κυρίως της Έφης Σταμούλη.

Το «κυρίως» δεν ξέρω γιατί το λέω. Ίσως γιατί υπάρχει εκεί μια βαθύτερη εμπιστοσύνη, ένα ευκολότερο «να αφεθώ». Αν μπορώ κάπως να εξηγήσω αυτό το ανεξήγητο πράγμα, θα έλεγα ότι η παρουσία της μου υπενθυμίζει όλα όσα δεν πρόλαβα να δω. Η δική τους Πειραματική Σκηνή υπήρξε ως ένας χώρος όπου γεννήθηκαν δεκάδες από εκείνα τα ιδανικά «ξεκινήματα» που εγώ έχασα, ένας κόσμος που διαμόρφωσε τους «υποψιασμένους» θεατές που κάθονται σήμερα δίπλα μου.

Για μένα, που στερούμαι τέτοιες μνήμες από το παρελθόν, αυτή η παράσταση στάθηκε εκεί ως ένα αυτούσιο συμβάν, ένα ανεπανάληπτο γεγονός ενός «περασμένου» θεάτρου, μακριά από τις επιλογές που συνηθίζονται σήμερα.

Μια κλασική, αλλά παρ’ όλα αυτά υβριδική, σύγχρονη κωμωδία που, με όλη την απλότητά της, το λιτό σκηνικό και την εμπιστοσύνη σε δύο ανθρώπους που υπήρξαν και αποδόθηκαν πάνω στη σκηνή με καθαρότητα, μου χάρισε τη δική μου αναλογική μνήμη.

Τι ωραία παράσταση, για να ξεκινήσει κανείς να παρακολουθεί θέατρο.

Τι ωραία παράσταση, τελικά, για να ξεκινήσει κανείς να παρακολουθεί ξανά θέατρο

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα