Το Πήλιο που με μεγάλωσε

Λυπάμαι για όσους δεν ένιωσαν ή δεν θα νιώσουν ποτέ αυτό που ένιωθα στο χωριό μου στο Πήλιο, τον Άγιο Ιωάννη - Γράφει η Κατερίνα Χρυσοχόου

Parallaxi
το-πήλιο-που-με-μεγάλωσε-1482394
Parallaxi

Λέξεις: Κατερίνα Χρυσοχόου

Πολλές φορές τύχαινε να ξυπνήσω από τον αέρα και τον ήχο των οργισμένων κυμάτων που έφτανε στο παράθυρο μου. Ξαφνικά την επόμενη μέρα σηκωνόμουν και ο ήλιος έδινε λάμψη στην θάλασσα η οποία ακουγόταν ήρεμη σαν αγουροξυπνημένη. Τότε λέγαμε ότι η θάλασσα ήταν λάδι. Δίπλα από την θάλασσα περπατούσα ξένοιαστη, χωρίς να έχω μάθει ακόμη ακόμη τι σημαίνει βάρος.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι το Πήλιο είναι επίφοβος προορισμός. Όμως ο Αι Γιάννης μου δεν μου χάλασε ποτέ χατίρι. Κάθε πρωί με περίμενε ζεστό το πρωινό μου στον φούρνο. Το βράδυ παίζαμε κλέφτες και αστυνόμους μαζεμένοι στην πλατεία. Στην ίδια πλατεία που ερωτεύτηκα το βιβλίο για πρώτη φορά. Ένας μεγάλος πάγκος με βιβλία απλωνόταν στο μήκος της και εγώ χάζευα και χάζευα, αφού τότε ήταν σαν να μην μέτραγε ο χρόνος

Ο καιρός περνούσε φάσεις όμως δεν με πείραζε ίσα ίσα με μάγευε. Αυτό το χωριό, συνδύαζε μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, άγρια θα έλεγε κανείς, με τις πιο χρυσαφένιες, ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Έτσι δεν βαριόσουν ποτέ. Πού και πού θα έβρεχε. Αυτές ήταν οι μέρες ανασυγκρότησης μου. Αγάπησα παράφορα αυτή την βροχή. Ήταν ξεχωριστή για μένα. Με το που ο ουρανός γινόταν γκρίζος φορούσα την ζακέτα μου, καθόμουν στο παράθυρο και παρατηρούσα τις στάλες να πέφτουν μέσα στην θάλασσα, με τον δικό τους συγχρονισμένο ρυθμό. Οι αισθήσεις μου ξυπνούσαν και εστίαζα στον ήχο αλλά και στην μεθυστική μυρωδιά της υγρασίας και της βρεγμένης γης. Μου υπενθύμιζαν ότι οι διακοπές τελείωναν. Σε λίγο θα έβλεπα την βροχή στην πόλη. Έπρεπε να απολαύσω το καλοκαίρι, γιατί θα έκανα αρκετό καιρό να το ξανασυναντήσω.

Στο χωριό δεν υπάρχει η αίσθηση κινδύνου. Έτσι πήρα την πρώτη δόση ελευθερίας μου. Περπατούσα μόνη μου σαν να μου άνηκε, ήξερα κάθε γωνία.

Το αποτύπωμα που αφήνουν οι διακοπές στον καθένα καθορίζεται από τις αναμνήσεις την οικειότητα που νοιώθεις, στο μέρος που βρίσκεται. Στο χωριό νιώθεις μεγάλος, νιώθεις ότι ανήκεις κάπου και η τριβή σου με τους ανθρώπους σε εμπνέει. Οι συγχωριανοί μου ήταν η καλύτερη μου συντροφιά.

Κάθε μέρα έλεγα καλημέρα στους φίλους μου στο «Μωβ Ποδήλατο» (το μαγαζί με τα σουβενίρ που χαλούσα όλο το χαρτζιλίκι μου) .

Το βράδυ η Ηρώ μου ετοίμαζε την κρέπα μου και καθόμουν στο μαγαζί της μέχρι αργά. Στο ενδιάμεσο έκανα μια βόλτα προς το Παπά Νερό για να κουβεντιάσω με τη φίλη μου με το πιο ωραίο τατουάζ γκέισας που είχα δει.

Το χωριό είναι οι άνθρωποι του και οι συνήθειες που αναπτύσσεις. Όλα είναι προβλέψιμα και σίγουρα. Ήτανε σίγουρο ότι μετά από ένα κουραστικό περπάτημα μέσα από βράχια θα έφτανες στην πιο παραμυθένια παραλία που έχεις αντικρίσει. Αυτό θα ήταν η ανταμοιβή σου.

Από την άλλη στην κατασκήνωση της ΧΑΝΘ που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Άη Γιάννη, συχνά βλέπαμε παραστάσεις στο θεατράκι της και παρατηρούσα τους κατασκηνωτές να παίζουν κρυμμένο θησαυρό γύρω από το ξενοδοχείο του θείου μου.

Στο ξενοδοχείο αυτό δεν ένιωθε κανείς επισκέπτης. Περισσότερο, το ένοιωθαν όλοι σαν την δική τους θερινή κατοικία. Για αυτό, εκείνος. Δεν είχε σημασία αν ερχόσουν πρώτη φορά στο ξενοδοχείο ως τουρίστας ή αν ερχόσουν 15 συνεχόμενα χρόνια. Τους αντιμετώπιζε όλους με τον ίδιο τρόπο σαν να τους έβαζε σπίτι του.

Επέλεγε τα πιο διαλεχτά ποτά και φαγητά, όχι για επίδειξη αλλά επειδή έτσι είχε μάθει. Συνήθιζε επίσης και να σε κερνάει αν σε συμπαθούσε. Κοσμογυρισμένος γαλουχημένος και με άψογο γούστο ήθελε να δώσει στον πελάτη την πιο ποιοτική διαμονή.

Επέλεγε πάντα την κατάλληλη μουσική για την ατμόσφαιρα ή για την ώρα της ημέρας. Ήθελε να μεταφέρει στους επισκέπτες μια γεύση του πως βλέπει τον κόσμο.

Αλλά τα υλικά αγαθά δεν ήταν σίγουρα αυτά που καθιστούσαν μοναδικό το ξενοδοχείο. Αυτό που στην πραγματικότητα το ξεχώριζε ήταν το μεράκι που έβαζε ο θείος μου. Στο ξενοδοχείο μας, κατά γενική ομολογία, θα έτρωγες τα καλύτερα γλυκά του χωριού, φτιαγμένα από την γιαγιά μου με συνταγές που διάβαζε από το τεφτέρι της. Όσοι δοκίμαζαν έλεγαν ότι δεν είχαν φάει καλύτερη καρυδόπιτα, εκμέκ ή παγωτό μόκα. Θυμάμαι επίσης και τα τεράστια τραπέζια με ψάρια που ετοίμαζε. Μια μεγάλη παρέα ανθρώπων μικρών και μεγάλων που τους συνέδεε το καλοκαίρι.

Το χωριό μου στο Πήλιο, ο Αι Γιάννης, δεν είναι απλά μια χαρούμενη παιδική ανάμνηση για μένα, είναι τα καλοκαίρια μου. Είναι οι στιγμές με την οικογένεια μου, η σύνδεση με την φύση, η χαμένη αίσθηση ανεμελιάς και πολλά ακόμα. Πάντα θα επιστρέφω σε αυτό το μέρος νοερά η φυσικά, όταν θα νιώθω την ανάγκη να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Αυτό το μέρος είναι βασικό κομμάτι της ταυτότητας μου και πιστεύω ότι χωρίς αυτό δεν θα είχα γίνει τόσο ρομαντική.

*Η Κατερίνα Χρυσοχόου είναι δευτεροετής φοιτήτρια του τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ

**πηγή εικόνας: Agios Ioannis, Pelion – Άγιος Ιωάννης, Πήλιο / Facebook Page

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα