Το τέλος του 8ώρου δεν είναι μεταρρύθμιση, είναι πολιτισμική ήττα
Θεωρητικά, ο άνθρωπος θα έπρεπε να εργάζεται λιγότερο. Αντίθετα, του ζητείται να είναι διαρκώς διαθέσιμος - Γράφει ο Ιωάννης Μπαξεβάνος
Λέξεις: Ιωάννης Μπαξεβάνος
Το 8ωρο δεν γεννήθηκε ως τεχνική ρύθμιση της αγοράς εργασίας. Γεννήθηκε ως όριο απέναντι στην απληστία της βιομηχανικής εποχής. Ως η ιστορική απαίτηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως παραγωγική μονάδα.
«8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ξεκούραση, 8 ώρες ζωή».
Αυτό δεν ήταν σύνθημα τεμπελιάς. Ήταν πολιτισμική διακήρυξη. Ήταν η στιγμή που η κοινωνία παραδέχθηκε ότι χωρίς ελεύθερο χρόνο δεν υπάρχει δημοκρατία, σκέψη, οικογένεια, δημιουργία ή ουσιαστική ανθρώπινη ύπαρξη.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η Ευρώπη μοιάζει έτοιμη να αμφισβητήσει ακόμη και αυτή τη στοιχειώδη γραμμή προστασίας.
Η πρόταση του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς για μεγαλύτερη «ευελιξία» στην εργασία και αποδυνάμωση του ημερήσιου ορίου εργασίας παρουσιάζεται ως αναγκαίος οικονομικός ρεαλισμός. Η ίδια λέξη επαναλαμβάνεται μονότονα από κυβερνήσεις, αγορές και οικονομικούς αναλυτές: ανταγωνιστικότητα.
Πάντα ανταγωνιστικότητα.
Σαν η ανθρώπινη ζωή να αποτελεί απλώς μεταβλητή κόστους.
Ο Καρλ Μαρξ είχε προειδοποιήσει ότι ο καπιταλισμός δεν αγοράζει απλώς εργασία· αγοράζει ανθρώπινο χρόνο ζωής. Και κάθε «μεταρρύθμιση» που επεκτείνει τα όρια της εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο από επέκταση αυτής της κατάσχεσης.
Η ειρωνεία είναι ιστορική.
Ζούμε στην πιο τεχνολογικά προηγμένη εποχή που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Η τεχνητή νοημοσύνη, η αυτοματοποίηση και η ψηφιακή παραγωγή αυξάνουν διαρκώς την αποδοτικότητα. Θεωρητικά, ο άνθρωπος θα έπρεπε να εργάζεται λιγότερο.
Αντίθετα, του ζητείται να είναι διαρκώς διαθέσιμος.
Να απαντά παντού, πάντα, αδιάκοπα. Να μετατρέψει ολόκληρη τη ζωή του σε προέκταση της εργασίας του.
Η πρόοδος δεν χρησιμοποιείται για να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την εξάντληση, αλλά για να μεγιστοποιεί την απόδοση της εξάντλησής του.
Ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν περιέγραψε αυτή τη συνθήκη ως «κοινωνία της κόπωσης». Μια κοινωνία όπου η εξουθένωση δεν θεωρείται παθολογία αλλά φυσιολογική κατάσταση. Το burnout δεν αντιμετωπίζεται ως αποτυχία του συστήματος· αντιμετωπίζεται ως απόδειξη επαγγελματικής αφοσίωσης.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται θεωρητικές αναλύσεις για να καταλάβει τι σημαίνουν όλα αυτά.
Εδώ, το 8ωρο έχει διαβρωθεί εδώ και χρόνια στην πράξη. Στον τουρισμό, στην εστίαση, στα delivery, στην τηλεργασία, χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται πέρα από κάθε λογικό όριο χωρίς αντίστοιχη αμοιβή ή ασφάλεια. Η «ευελιξία» μεταφράζεται συνήθως σε φθηνότερη και πιο πειθαρχημένη εργασία.
Και όσο αυξάνονται οι ώρες εργασίας, τόσο υποβαθμίζεται η ίδια η ζωή.
Οι μισθοί δεν επαρκούν. Τα ενοίκια εκτοξεύονται. Ο ελεύθερος χρόνος αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ενοχή. Οι άνθρωποι επιστρέφουν σπίτι εξαντλημένοι, χωρίς ψυχική ενέργεια να σκεφτούν, να διαβάσουν, να συμμετέχουν, να αγαπήσουν ή έστω να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους.
Εδώ συναντά κανείς και τον Αλμπέρ Καμύ. Ο Καμύ έβλεπε τον παραλογισμό σε μια κοινωνία όπου ο άνθρωπος επαναλαμβάνει καθημερινά την ίδια εξαντλητική διαδρομή μέχρι να πάψει να αναρωτιέται γιατί ζει έτσι. Το πιο επικίνδυνο σημείο δεν είναι η κούραση. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να θεωρεί αφύσικη την εξάντλησή του.
Και ίσως εκεί βρισκόμαστε σήμερα.
Γιατί το τέλος του 8ώρου δεν αφορά μόνο την εργασία. Αφορά τη δημοκρατία την ίδια.
Άνθρωποι χωρίς ελεύθερο χρόνο δεν συμμετέχουν ουσιαστικά στην κοινωνία. Δεν σκέφτονται πολιτικά. Δεν δημιουργούν. Δεν αντιδρούν. Περιορίζονται στην επιβίωση.
Μια κοινωνία εξαντλημένων ανθρώπων είναι πάντα πιο εύκολα διαχειρίσιμη.
Καμία κοινωνία δεν μπορεί να αποκαλείται προηγμένη όταν χρειάζεται ολοένα περισσότερες ώρες εργασίας για να συντηρήσει ολοένα χειρότερες συνθήκες ζωής.
Το τέλος του 8ώρου δεν θα είναι απλώς το τέλος μιας εργατικής κατάκτησης.
Θα είναι η επίσημη παραδοχή ότι η οικονομία απέτυχε να υπηρετεί τον άνθρωπο και πλέον απαιτεί από τον άνθρωπο να θυσιάζεται για να τη συντηρεί.
*Ο Ιωάννης Μπαξεβάνος είναι φιλόλογος

