Waldemar Bastos: Το πορτρέτο ενός ρομαντικού – Ένα φως μες στο σκοτάδι
ή ένας λόγος για να ζεις, χαραγμένος στα αυλάκια ενός βινυλίου
Έχω πικ απ, έχω και κάνα, δυο βινύλια. Απρόσωπο αυτό και συνάμα προσωπικό το γεγονός ότι δεν κατονομάζω τους τίτλους αυτών των έργων που έχω στην κατοχή μου. Κατοχή, τι λέξη και αυτή και πόσο παρανοεί την αίσθηση της ελευθερίας του να επιλέγει κανείς ποιο από όλα αυτά τα – αμέτρητα – μουσικά δημιουργήματα θα καταλήξει να δεσπόζει κάποια μικρή ή μεγάλη, συλλογή.
Υπό την κατοχή, άθελα μου, καθώς ως δώρα έφτασαν μια καλή μέρα στην πόρτα μου. Ανέκαθεν, γοητευόμουν ακούγοντας ανθρώπους να μιλούν με πάθος για τα ενδιαφέροντα, για την κάψα που πυροδοτεί της ψυχούλας τους το γλυκό κρασί, που τόσο μελιστάλακτο γεμίζει τα μάτια από αναθυμιάσεις ζωογόνες ώστε να αναδυθούν στους δύο αυτούς οβάλ καθρέφτες δάκρυα από τις θύμισες.
Ένα γνώριμο κοινό βίωμα, αν βοηθάει καλύτερα να κατανοήσετε αυτό που λέω, είναι της υπόκλισης η στιγμή, από τους ηθοποιούς μιας παράστασης ενώσω εκείνοι στέκονται αντικριστά με τους θεατές. Τις θύμισες λοιπόν, εκείνες που σηματοδοτούν το υπέροχο – και επιτρέψτε μου εδώ να δανειστώ αυτό τον τίτλο από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη – «είμαι όλα όσα έχω ξεχάσει».
Είναι αστείο το πώς καμιά φορά αναδεικνύονται συνάψεις μεταξύ της αλληλουχίας των σκέψεων, αλλά και κυρίως από των αποτυπώσεων τους επάνω σε ένα ψηφιακό χαρτί. Η γενέθλια χώρα του Ηλία Μαγκλίνη συνορεύει με αυτήν του ανθρώπου που με έκανε να θέλω να αποκτήσω το πρώτο μου βινύλιο στα 27 μου, κιόλας, χρόνια.
«Pretaluz» πάει να πει – σε μια ελεύθερη μετάφραση από τα πορτογαλικά στα ελληνικά – το φως που εκπέμπει το σκοτάδι. Ποιο να είναι το σκοτάδι και πώς να είναι άραγε το φως που εκπέμπει αυτό;
Pretaluz (1998) σε μια άτυπη, δική μου, προσωπική σημειολογία πάει να πει Waldemar Bastos.
Γεννήθηκε στην Αγκόλα, η οποία συνορεύει με το τότε Βελγικό Κονγκό, το 1954, το οποίο αργότερα θα ονομαζόταν Ζαΐρ.
«Πέντε αιώνες αποικιοκρατίας είχαν ως αποτέλεσμα, καθώς μεγάλωνα, να ακούω τραγούδια από πολλές διαφορετικές κουλτούρες» λέει ο ίδιος.
Εκτός από τους αφρικανικούς ήχους που απορρόφησε, άκουγε και βραζιλιάνικη μουσική, ενώ αναφέρει τους Beatles, τον Νατ Κινγκ Κόουλ, τους Bee Gees και τον Κάρλος Σαντάνα ως πρώιμες επιρροές του. Μεγάλωσε σε μια χώρα που είχε ενσωματωμένη στην γεωγραφία της πολέμους.
Εκτός από τους αφρικανικούς ήχους που απορρόφησε, άκουγε και βραζιλιάνικη μουσική, ενώ αναφέρει τους Beatles, τον Νατ Κινγκ Κόουλ, τους Bee Gees και τον Κάρλος Σαντάνα ως πρώιμες επιρροές του. Μεγάλωσε σε μια χώρα που είχε ενσωματωμένη στην γεωγραφία της πολέμους.
Αν και οι δύο πλευρές του εμφυλίου πολέμου προσπάθησαν να διεκδικήσουν τη μουσική του ως δική τους, ο ίδιος αρνήθηκε να εμπλακεί σε κομματικές πολιτικές αντιπαραθέσεις, προωθώντας αντ’ αυτού ένα μήνυμα που υπογράμμιζε την αξία κάθε ζωής, την ομορφιά του κόσμου και την ανάγκη για ελπίδα.
«Η μουσική μου πηγάζει από το παράδοξο», δήλωσε ο ίδιος ενώσω διέμενε στην Πορτογαλία.
«Είμαι επαγγελματίας μουσικός που σχεδόν δεν έχει σπουδάσει μουσική, ένας Αφρικανός καλλιτέχνης του οποίου το πρώτο άλμπουμ ηχογραφήθηκε στη Νότια Αμερική, ένας καλλιτέχνης από μια χώρα που έχει καταστραφεί από τον πόλεμο, του οποίου τα κύρια θέματα είναι η ειρήνη και η αισιοδοξία, ένας τραγουδιστής και τραγουδοποιός που θεωρείται η φωνή της Αγκόλας, αν και αυτή τη στιγμή ζω στην Πορτογαλία».
Τα παραπάνω στοιχεία, είναι δευτερεύοντα. Όχι με την έννοια της ασημαντότητας ή ακόμα και της σημαντικότητας που μπορεί ένα άλλο “νούμερο ένα” να προπορεύεται αυτού. Δευτερεύοντα, καθώς απλούστατα πάντα θα έπονταν της ακρόασης που με έκανε να σταματήσω – απλά και μόνο για να σημειώσω στη λίστα «Every brilliant thing» (πρόκειται για ένα θεατρικό έργο που έγραψε ο Ντάνκαν Μακμίλαν σε συνεργασία με τον Τζόνι Ντόναχο) έναν λόγο για τον οποίο αξίζει κανείς να ζει.
Καθώς η βελόνα πλησιάζει για να ακουμπήσει στο human made, κοχύλι, αυτό με τις εκατοντάδες εγχάρακτες εσοχές – ξεκινάει: το λεπτό, ρυθμικό μοτίβο της κιθάρας με χορδές από ατσάλι – που λειτουργεί σαν ένα μελαγχολικό κυκλικό loop. Ένας βαθιά συναισθηματικός και στοχαστικός τόνος, πριν καν εισέλθει η τρυφερή φωνή του Waldemar για να εκφράσει την έκκληση για ειρήνη και ενότητα στο πρώτο τραγούδι του δίσκου “Sofrimento”:
Angola é tão grande / Tão rica e tão linda / Que dá para todos nós / E pra quem ama Angola
«Η Αγκόλα είναι τόσο μεγάλη / Τόσο πλούσια και τόσο όμορφη / Που φτάνει για όλους μας / Και για όσους αγαπούν την Αγκόλα»
