close search results icon

Περάσαμε μια μέρα στο μικρότερο καφενείο της πόλης

Στη γωνία της Πλατείας Μαβίλη ένα μαγαζί μοιάζει με μικρό βαγόνι, σε ταξιδεύει με το που κλείσεις την πόρτα και μπεις μέσα. Είναι το μυστικό καταφύγιο των λίγων και των ησύχων, που ξέρουν να γλεντούν.

Περάσαμε μια μέρα στο μικρότερο καφενείο της πόλης
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

 

Εικόνες: Μηνάς Τσιτσής

Στην πόλη δεν υπάρχουν μυστικά. Ούτε άγνωστοι δρόμοι, ούτε εξεζητημένα στέκια. Αργά ή γρήγορα όλα βγαίνουν στο φως, μαθαίνονται, γι’ αυτό μην νομίζεις ότι μπορείς να έχεις κρυφούς παραδείσους. Καλύτερα είναι κάτι που ξέρεις, να το βγάλεις στο φόρα όσο πιο σύντομα μπορείς, να μην έρθει η απογοήτευση ότι σε αποκάλυψαν, ότι σε ξεσκέπασαν, αλλά να φανεί ότι τους έκανες και τη χάρη.

Υπάρχει όμως κάτι το μυστηριακό σε όλα αυτά τα κρυφά που όπως είπαμε φανερώνονται. Όταν, λοιπόν, όλοι θα ξέρουν τα πάντα τι είναι αυτό που θα ξεχωρίζει τον τρόπο τον ανθρώπων στην περιήγηση, στις μικρές λατρείες τους, στις διασκεδαστικές τους συνήθειες;

Ο κόσμος του φαντασιακού έρχεται και σκεπάζει επιφορτίζει το καθετί που κάνουμε, από το πού βγαίνουμε μέχρι το τι τρώμε; Είναι εκείνη η αόρατη κλωστή που περιτυλίγει της καταστάσεις και δημιουργεί εντός τους ένα κλίμα οικειοποίησης και οικειότητας. Αυτή η κλωστή συνίσταται στον ψυχισμό του καθενός, στο βίωμα, στο πώς έχει μάθει, τους αλλόκοτους, ασυνείδητους, δυσερμήνευτους ιδιωματισμούς που όμως είναι οι ερμηνευτικοί άξονες του κόσμου, οι αστυνόμοι της μνήμης που συλλαμβάνουν το ερέθισμα μέσα σε ένα κοπάδι ψαριών και σαν περνάει η αντάρα μένει το καλύτερο, το πιο μεγάλο πιασμένο στο δόλωμα των υποδοχέων του μυαλού.

Περπατάω που λες όλα τα δρομάκια πάνω από την Εγνατία, μια-δυο παράλληλους πάνω το πολύ, πολλά λαβυρινθώδη κοψίματα σε τέμνουσες καθέτους, έχω ξεκινήσει από το ύψους της Αριστοτέλους χώθηκα στην Κλεισούρας με κατεύθυνση στο μυαλό μου Πλατεία Μαβίλη. Συνήθως περνάω από αυτούς τους δρόμους χωρίς να έχω συγκεκριμένη πορεία, πόσο μάλλον προορισμό. Όχι όμως αυτή τη φορά, επειδή κάποιος μοιράστηκε μια πληροφορία, μια ματιά που σκόνταψε και βρήκε το δρόμο της.

Πάω στο πιο μικρό μαγαζί της πόλης. Πλησιάζω Μαβίλη περνώντας μπροστά από την ιστορική καπναποθήκη Κωνσταντινίδη που τώρα έχει μετατραπεί σε ξενοδοχείο, το οποίο βρίσκεται στα τελειώματα και μάλλον αυτός ήταν ο λόγος που αναβαθμίζεται η περιοχή, την οποία θυμάμαι επί διετία με λαμαρίνες, σκαμμένη και σαφώς υποβαθμισμένη. Καθώς φτάνω στη συμβολή Γλάδστωνος και Παλαμά, ακούγονται ήδη τα νερά από το συντριβάνι που απλώνει μια αύρα ζωντάνιας στην ανοιχτωσιά της πλατείας.Τον κρύο κάνει την ατμόσφαιρα πιο καθαρή προσφέροντας ιδανικές συνθήκες στους ήχους και τη μουσική να ταξιδεύουν ευκολότερα.

Σε ένα απότομο κατέβασμα του πίδακα στο συντριβάνι το αυτί μου πιάνει μια πόρτα να ανοίγει και το «Όταν έρχονται τα σύννεφα» του Μάνου Χατζιδάκι να βγαίνει προς τα έξω και να κυριαρχεί στη γειτονιά χωρίς να παίζει ιδιαίτερα δυνατά. Είναι από το Cafe Chantant. Μαβίλη 21. Κοιτάζω από το τζάμι να νιώσω εκείνη τη ζεστασιά που δίνει το να βλέπεις στο εσωτερικό ενός χώρου ενώ είσαι απ’ έξω βράδυ με κρύο κι έχεις τη σιγουριά πως θα μπεις εντός του.

Ένα μικρό, θεόμικρο, μαγαζάκι με ένα κουζινάκι, μια τουαλέτα, 3 τραπέζια, τα δυο κολλητά και 6 καρέκλες. Έτσι θα έλεγε κάποιος που νοιάζεται μόνο για τα χοντρά, τους πρόχειρους υπολογισμούς και τις απλές σκέψεις, αν χωράει η παρέα του, αν το βολεύει. Όμως, στο Chantant πρέπει, βασικά για να το βιώσεις, για να το καταλάβεις πραγματικά πρέπει να αντιλαμβάνεσαι των εσωτερικό κόσμο των αντικειμένων, τη νοοτροπία του συλλέκτη, να γίνεις Θεός και να δώσεις πνοή στο κάθε υλικό.

Ο Σίμος το έχει φτιάξει όλο κι όλα με το χέρι. Από βαψίματα κι υδραυλικά μέχρι φώτα και διακόσμηση. Μου δείχνει πρώτα αυτό για το οποίο καμαρώνει περισσότερο. Ένα μηχανισμό με τον οποίο ανεβοκατεβάζει μια ξύλινη κατασκευή στην οποία έχει τοποθετήσει όργανα, που είτε του χάρισαν, είτε είχε και τα έφτιαξε και με μια μανιβέλα χειροκίνητη, ανεβοκατεβάζει την κατασκευή όταν θελήσει να παίξει κανένας και να στηθεί κάνα αυτοσχέδιο γλέντι.

Μικρά συλλεκτικά μπουκαλάκια ουίσκι, τσίγκινα καραφάκια, ένα πέταλο από αφρικανικό άλογο, ένα καλοπόδι  παπουτσιού που έχει πλέον μεταμορφωθεί σε θήκη πένας-φτερό, κεριά και ρεσώ. Εδώ πέρα μέσα λέει ο Σίμος, χαριτολογώντας, κάθε κίνηση είναι χειρουργικά υπολογισμένη και κάθε εκατοστό μετράει.

Τον αφήνω πάλι λίγο γιατί κάνει συνέχεια μερεμέτια, δεν σταματάει να ψηλαφεί το χώρο και να υλοποιεί παλιές ιδέες ή να του έρχονται καινούριες. Κάθομαι έξω με τον κύριο Κυριάκο, ο οποίος είναι θαμώνας εδώ. Φωνάζει στο Σίμο για καφέ και του λέει περίμενε. ο Κυριάκος με κοιτάει και μου λέει ξέρεις πόσοι πέθαναν με το περίμενε. Γελάει. Ο κύριος Κυριάκος έρχεται και έχει το προνόμιο να παίζει κάνα τάβλι με το Σίμο. Ο Σίμος δεν το δίνει σε πελάτες, δεν έρχονται εδώ για να παίζουν τάβλι, αυτό είναι για ιδιωτική χρήση. Βέβαια εδώ πέρα μέσα, μου λέει, είχε διοργανωθεί τουρνουά τάβλι και όχι πρόχειρα πράγματα με κάνα δυο της γειτονιάς, είχαν έρθει μεγάλοι παἰκτες ταβλαδόροι από άλλες πόλεις.

Πολλά είναι αυτά που έχουν γίνει εδώ πέρα μέσα. Έρχονται παρέες μουσικών ήδη με τα όργανά τους φορτωμένα στην πλάτη. Δεν έχουμε σχεδιάσει να παίξουν, απλά καθόμαστε τα λέμε, πίνουμε και ξαφνικά σκάει η διάθεση και στήνονται ρεμπέτικα. Άπειρα τέτοια γλέντια έχουμε κάνει εδώ και να ναι μέσα στο χώρο 19-20 άτομα ορθάδικο, χαμός, περιγράφει ο Σίμος. Άλλες φορές άμα δεν έχουν φέρει τα όργανα, αλλά κουβαλάνε μαζί τους την όρεξη, πιάνω τη μανιβέλα και κατεβάζω την κιθάρα, που σου έδειξα και τη βγάζουμε πένα.

Ο Σίμος είναι μουσικός, παίζει πιάνο. Έχει περάσει από τους δρόμους της κλασικής μουσικής, παίζοντας στη χορωδία της ΧΑΝΘ από μικρό παιδί, ξεναγήθηκε στο ρεμπέτικο και έπαιξε σε αυτοσχέδια στούντιο που έχυναν από τα παράθυρα παλιών οικοδομών ροκ μουσική στους δρόμους της πόλης. Στο μαγαζί παίζει κλασική τζαζ, tango argentino, πολύ ρεμπέτικο και αρκετά έντεχνα. Να ακούγεται τώρα η Χαρούλα από μέσα με τους O.p.a.

Το πρωί ασχολούμαι με τις τέχνες μου, λίγο μουσική και κυρίως αρχιτεκτονική διακόσμηση. Το μαγαζί το ανοίγω στις 5. Παλιά έκλεινα στις 7 το πρωί γιατί λειτουργούσε σαν αφτεράδικο. Τώρα εντάξει περάσαμε τα 50 και κάπως δεν φτουράμε τόσο πολύ, αλλά μέχρι 2 και κάτι το πηγαίνω. Πάντα το δούλευα μόνος, όπως και το έφτιαξα και το φτιάχνω μόνος. Το μαγαζί σου δεν υπάρχει απλά και δρα μόνο του. Εσύ το χαρακτηρίζεις. Μου εξηγεί. Υπήρξαν αρκετά μαγαζιά στη Θεσσαλονίκη με μια ταυτότητα, με ένα πρόσημο. Στην πορεία, όμως, το χάσανε. Έπεσαν σε αυτό το εμπορικό παιχνίδι, Βάλανε μηχανή και ξεκίνησαν να δίνουν στο χέρι, take away.

Εγώ δεν γουστάρω τέτοια πράγματα, τι νόημα θα είχε να δίνω ένα καφέ στο χέρι και να φεύγει; Να του παίρνω απλά το 1,20, εγώ ούτως ή άλλως χρόνια τον καφέ τον έδινα 1 ευρώ.  Μετά ξεκινάει και η αλλοίωση, έχεις πολλές παραγγελίες και άρα λεφτά, πηγαίνεις απλά παίρνεις καφέ με τα τσουβάλια που μπορεί και να μην ξέρεις τι είναι. Εγώ που ξέρω ότι δεν θα κάνω πάνω από μια ποσότητα συγκεκριμένη, επιλέγω τα παραδοσιακά καφεκοπτεία, από την Ερμού, κάποτε τη Μοδιάνο, τη στοά Μενεξέ, όπου είχε μαγαζί ο πατέρας μου κι έτσι έμαθα τη δουλειά. Ξέρεις πόσοι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας περνάνε από εδώ για τον καφέ και μόνο; Αν και εδώ πέρα μέσα στο μικρό ορθογώνιο και τη μια σταλιά κουζίνα έχω μαγειρέψει μέχρι και σούπες, έτσι επειδή ήθελα και όσους ήθελαν να ζεστάνουν το μέσα τους, τους φίλεψα, μου λέει με ευχαρίστηση.

Και θυμάμαι τώρα αυτό που γράφει ο Κώστας Τομανάς στο βιβλίο του «Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης» για τα συνοικιακά καφενεία σε αντιπαραβολή με τα όχι τα τόσο άγνωστα: […]Μικρά κουτάκια, με λίγα τραπεζάκια, δεν σήκωναν την πολυτέλεια να έχουν γκαρσόνι, που κουβαλάει τους καφέδες στους πελάτες. Σ’ αυτά, ο ίδιος ο καφετζής που έψηνε τους καφέδες τους σερβίριζε κιόλας. Ήξερε ότι ο κυρ Γιάννης τον πίνει βαρύ γλυκό, ο κυρ Νίκος σκέτο γιατί έχει σάκχαρο κι ο κυρ Μιχάλης με ολίγη. Οι ταχτικοί πελάτες διάλεγαν μόνοι τους το τάβλι που είχε τα καλύτερα πούλια, την τράπουλα που δεν είχε σημαδεμένα χαρτιά και πολλές φορές έπαιρναν μόνοι τους τους καφέδες απ’ τον πάγκο.[…].

Το στέκι γίνεται στέκι επειδή παραμένει όμοιο με το χαρακτήρα του, αν αυτός που το δουλεύει τον αλλάξει για να βγάλει πέντε φράγκα παραπάνω δεν το εκτιμά ο κόσμος ο οποίος αναζητά στέκια επειδή ψάχνει το χαρακτήρα και τη σταθερότητα μαζί, θέλει ένα χώρο να τον κάνει το μέρος του. Αν αυτό αλλοιωθεί πάει τελείωσε. Το στέκι πρέπει να στέκει. Αλλά τί είναι που του δίνει αυτή τη δυνατότητα;

Την απάντηση μπορεί να τη βρει κανείς στην μπροστινή όψη του Chantant ακριβώς πίσω από το πρώτο τραπέζι έξω. Υπάρχει ένα ξύλο. Κάτι λέει πάνω, κάτι χάραξε ο Σίμος. Η αγάπη πάντα στέκει, πάντα πιστεύει. Προς Κορινθίους Α’ Επιστολή, ο ύμνος της αγάπης του Αποστόλου Παύλου. Βέβαια μου λέει ο Σίμος πείραξε λίγο το κομμάτι, το οποίο κανονικά λέει ”η αγάπη πάντα στέγει”.

Έτσι κι εδώ αυτό που υπάρχει και κάνει τόσο ξεχωριστό το μέρος είναι η αγάπη. Όσοι έρχονται εδώ, έρχονται στοχευμένα. Είναι κυρίως αρχιτέκτονες, δικηγόροι, γιατροί. Τη νύχτα καταφθάνει νεότερος κόσμος για ποτό, ειδικά το καλοκαίρι γινόταν χαμός μέσα κι έξω. Στο μεταξύ άνθρωποι της γειτονιάς και κάτοικοι της περιοχής περνάνε και χαιρετιούνται με το Σίμο, ο οποίος ξέρει μέχρι και το ραντεβού στο κτηνίατρο για το σκύλο μιας κυρίας. Πολλά από τα αντικείμενα που κοσμούν το χώρο τα έχουν φέρει για να τα χαρίσουν πελάτες ή γνωστοί. Έτσι σαν ένα μικρό φόρο τιμής σε αυτό το μαγικό πράγμα που ένιωσαν πίνοντας μια ρακή. Τα περισσότερα είναι του Σίμου, τα έβρισκε από εδώ κι από εκεί, άλλα σε παλαιοπωλεία, άλλα τελευταία στιγμή πριν το οριστικά πέταμα. Τα κράτησε, τα φρόντισε και τώρα τα καμαρώνει και τα καμαρώνουμε στη ζεστασιά ενός ακίνητου μικρού βαγονιού.

Το μαγαζί άνοιξε το 2010, όταν το πήρε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Πήγαινε μαζί με την άδειά του ως καφενείου, η οποία θα έληγε αν δεν μεταβιβαζόταν. Σπούδασε δυο παιδιά αυτό το μαγαζί, του προηγούμενου και για το Σίμο τα λεφτά του τα έβγαλε και με το παραπάνω. Δηλαδή αυτά που χρειαζόταν για να μπορεί να ασχολείται με τις μουσικές του, από τις οποίες δυστυχώς σήμερα στην Ελλάδα δεν ζεις.

Δώστε μου μισό λεπτό γιατί φεύγει ο Κυριάκος. Θα πάει να δει τον ΠΑΟΚ λέει κι αν έχει διάθεση μπορεί να ξαναπεράσει. Στο μεταξύ περιμένω εγώ έναν δικό μου φίλο γιατί όπως είπαμε τέτοια μέρα δεν αξίζει να τα κρατάς κρυφά.

Καθόμαστε μέσα τώρα και ο Σίμος συνεχίζει πάντα να κάνει κάτι και χαζολογάμε. Μέσα στο χαζολόγημα γίνεται το καλύτερο ξεδίπλωμα, που απλά αφήνει τις ιστορίες να κυλήσουν. Οι ερωτήσεις καμιά φορούν μπλοκάρουν αυτή τη διέξοδο. Ας σας πω μερικές.

Το μαγαζί λειτουργούσε από το 1953, οπότε και ανεγέρθηκε η οικοδομή στο νούμερο 21. Λίγους μήνες μετά σήκωσε τα ρολά του. Πριν ήταν μια αποθήκη, που ενίοτε λειτουργούσε σαν κυλικείο. Παλιά υπήρχε ένα κουρείο στο σημείο, από το οποίο περνούσε ο Κώστας Χατζηχρήστος, πιτσιρίκι τότε, αλλά ήδη άπιαστος, τα μάτια του έβγαζαν φλόγες λένε, καθώς του φόρτωναν να κάνει θελήματα. Ήταν παιδί εδώ της γειτονιάς.

Εδώ έχουν κρυφτεί και έχουνε φάει ληστές. Ο θρυλικός λήσταρχος Γιαγκούλας είναι επικηρυγμένος. Η ασφάλεια τον κυνηγάει. Έχουν μάλλον φτάσει στα ίχνη του, γιατί σε ένα υπόγειο λίγο παραπέρα έχουν βρει σακιά με ψωμιά, φρούτα και άλλα κλοπιμαία, που πήγαιναν σε φτωχό κοσμάκη. Τότε ο Γιαγκούλας τους παίρνει χαμπάρι και πηγαίνει να κρυφτεί στο νούμερο 21. Προφανώς ακόμα δεν είχε γίνει καφέ. Παλιά είχε ένα πατάρι εδώ, που αν κάποιος έρθει στο μαγαζί μπορεί να το καταλάβει άσχετα αν δεν υπάρχει πια. Σε εκείνο το πατάρι κουλουριάστηκε ο Φώτης ο Γιαγκούλας για να πεθάνει αργότερα στην τελευταία του καταδίωξη με δυο σφαίρες στο στομάχι. Πάντως δεν πέθανε σε αυτή στην πλατεία Μαβίλη.

Μου λέει ο Σίμος, έχει έρθει και ένα από τα εγγόνια του Κωνσταντινίδη της παλιάς καπναποθήκης, που τώρα τη μετατρέπουν σε ξενοδοχείο και το τρέχουν τα ίδια του τα εγγόνια, το οποίο δεσπόζει στην περιοχή και ξεχωρίζει με το κίτρινό του χρώμα. Δεν έχω ξαναδεί πιο προσιτό άνθρωπο, ωραίος τύπος, απλός κι όχι λαμόγιο και ψωνισμένος. Μοιάζει πολύ εντάξει.

Παλιά εκεί που βρισκόταν η καπναποθήκη και νυν ξενοδοχείο βρισκόταν η αγγλική Πρεσβεία. Υπάρχει μια ιστορία που λένε πως έγινε εδώ μπροστά. Είχαν μια μέρα λέει βγει στους δρόμους οι Γερμανοί στην κατοχή πολύ θυμωμένοι. Κυνηγούσαν κάποιους σαμποτέρ με όπλα γεμάτα. Μέσα στο πλήθος κυνηγούσαν και ένα μικρό παιδί γύρω στα 13, το οποίο δεν ξέρουμε αν έφταιγε ή όχι. Εκείνο ξεκίνησε να τρέχει προς την αγγλική πρεσβεία, γιατί τότε οι Άγγλοι δεν τους συμπαθούσαν και τόσο τους Γερμανούς και το παιδί ήλπιζε να βρει καταφύγιο και προστασία εκεί. Οι Γερμανοί όμως ρίχνανε με τα όπλα προς τους κυνηγημένους. Τότε μια σφαίρα διαπέρασε τον δεξί ώμο του μικρού. Δεν ξέραμε τότε πώς τον ελέγανε, αλλά αργότερα θα κυκλοφορούσε στην περιοχή με το όνομα Μπαρμπα-Γιώργης και έναν ώμο σακατεμένο, με μια τρύπα όσο σχεδόν το στόμιο του φλιτζανιού του καφέ.

Πίνουμε ρακές και ο Σίμος συνεχίζει μέσα τη συζήτηση να αναφέρει περιστατικά και συμβάντα. Κάποια δεν μπορώ να τα αποκαλύψω. Μπορώ, όμως, να σας πω πως ο γνωστός και Θεσσαλονικιός διηγηματογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης έχει έρθει στο Cafe Chantant. Το μαγαζί του άρεσε τρομερά, τόσο που με το Μανούσο Μανουσάκη υπήρχε η σκέψη να γυριστεί εδώ μέσα η ταινία που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Σκαμπ «Ουζερί Τσιτσάνης», όμως για κάποιο μεταξύ των υπευθύνων λόγων προτιμήθηκε η Αγίου Μηνά για ορισμένες σκηνές. Βέβαια είχαν πει φεύγοντας πως αν τα γυρίσματα γινόντουσαν εδώ δεν θα άλλαζαν τίποτα στο χώρο, θα τον άφηναν, ως είχε, γιατί αποπνέει αυτή τη γλυκιά νοσταλγική ανεπιτήδευτη φυσικότητα.

Τώρα, όμως, είναι ώρα να κλείσω γιατί ήρθε πάλι ο Κυριάκος, χαρούμενος γιατί κερδίσανε με το σκορ που έπρεπε. Τα έχουμε στήσει εδώ ζεστά, αφήνοντας απέξω το κρύο του Δεκέμβρη. Αλλά δεν σας είπα το βασικότερο, γιατί αυτό το όνομα, πώς προκύπτει το Cafe Chantant;

Στα γαλλικά το ρήμα chanter σημαίνει τραγουδώ. Chantant με την κατάληξη του γερουνδίου (gérondif) είναι δηλαδή το τραγουδῶν, αυτό που άδει. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα και της Belle Epoque γνώρισαν τεράστια άνθιση και στιγμάτισαν την κοινωνική ζωή και τη διασκέδαση στο Παρίσι, επεκτεινόμενα και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης, όπως τη Νάπολη. Δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στο φωτισμό και τη διακόσμησή τους, ώστε να νιώθει ο θαμώνας πως βρίσκεται σε ένα προσεγμένο μέρος, το οποίο όμως είχε φτιαχτεί για να φιλοξενήσει όλων των ειδών τις τέχνες και τους καλλιτέχνες. Πολλές φορές όμως σε περιόδους αναταραχών, διώξεων αριστερών, συγγραφέων, ζωγράφων, μουσικών, εκείνοι έβρισκαν ένα καταφύγιο μέσα σε αυτά τα καφέ, ένα χώρο ελευθερίας που θα τους προστάτευε. Το είχε δει σε μια ταινία ο Σίμος και του έκανε εντύπωση και μετά ξεφυλλίζοντας μια μέρα ένα λεξικό έπεσε πάνω στη λέξη chantant ”ε, εντάξει εδώ είμαστε έκλεισε το όνομα”.

Πράγματι έτσι νιώθεις καθώς πλησιάζεις το Cafe Chantant. Γίνονται τόσο δυσάρεστα πράγματα, από παντού έρχονται άσχημα νέα, βλέπεις τα μέρη να γίνονται εμπορικά, ο κόσμος να απομακρύνεται ο ένας από τον άλλο, η πάλαι ποτέ οικειότητα των στεκιών εξαλείφεται, η διάθεση και ο χρόνος περιορίζονται, αλλά εδώ πέρα μέσα φωλιάζει η ψυχή και βρίσκει την παρηγοριά της. Με όλα ενώνεσαι, με τα αντικείμενα, τα τραπέζια, το Σίμο και όποιον άλλο έρθει. Υπάρχει ένα κώδικας, μια γλώσσα αλλιώτικη που με το πού ανοίξει κανείς την πόρτα γράφεται αυτόματα στη στιγμή στο μυαλό του, χωρίς ώρες διδασκαλίας κι έτσι συμβαίνει και στον επόμενο που θα μπει. Αυτή τη γλώσσα μιλάνε εδώ μέσα.

Όταν το Cafe Chantant είναι να κλείσει για καλοκαίρι, ο Σίμος βάζει πάντα το ίδιο τραγούδι για τη λήψη της νύχτας. Αυτό του τελευταίου ρεσιτάλ της Βερόνικας στην ταινία του Κισλόφσκι La double vie de Veronique σε μουσική του Zbigniew Preisner και αντηχεί στη γειτονιά της Πλατείας Μαβίλη, μα κανένας δεν ενοχλείται.