close search results icon
Ρένη Πιττακή: Μήπως με τη σιωπή μας είμαστε συνένοχοι σε όσα συμβαίνουν;

Συνέντευξη

Ρένη Πιττακή: Μήπως με τη σιωπή μας είμαστε συνένοχοι σε όσα συμβαίνουν;

Η σπουδαία ηθοποιός του θεάτρου μιλάει στη Parallaxi λίγο πριν έρθει στη Θεσσαλονίκη για παραστάσεις

  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Η Ρένη Πιττακή έρχεται στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Αυλαία, με την παράσταση «Η Γερμανίδα γραμματέας» του Κρίστοφ Χάμπτον σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου κι αυτό στάθηκε μία καλή αφορμή για να συζητήσουμε μαζί της.

Ο μονόλογος του Χάμπτον, μας βάζει να αναρωτηθούμε για τις ηθικές μας αρχές και τις εκπτώσεις που είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε εν ονόματι του προσωπικού μας συμφέροντος. Το έργο βασίζεται στις μαρτυρίες της Μπρουνχίλντε Πόμσελ, η οποία διατέλεσε γραμματέας του Γκέμπελς. 

renh-pittakh-germanida-grammateas-1.jpg


«Εμείς την παράσταση την ξεκινήσαμε το φθινόπωρο του ’20. Κάναμε το καλοκαίρι τις πρόβες μας με τον Γιάννη τον Μόσχο και τα τέλη του Οκτώβρη ξεκινήσαμε με 30% πληρότητα και με μάσκες αλλά τότε κάναμε τρεις παραστάσεις και σταματήσαμε. Υπήρχε λοιπόν αυτή η μαγιά και μετά μαζευτήκαμε και το ξαναδουλέψαμε το φθινόπωρο του ’21 και ξεκινήσαμε πάλι τον περασμένο Οκτώβρη όπου έμεινε στην Αθήνα στο Ιλίσια-Βολονάκης η παράσταση μέχρι την περασμένη Κυριακή.»

Έχετε ωραίες αναμνήσεις από τη Θεσσαλονίκη;

Χαίρομαι πολύ που ανεβαίνουμε επάνω γιατί πάντα περνάω καλά στη Θεσσαλονίκη. Στο παρελθόν βέβαια, τώρα που το θυμήθηκα, έχω και μία αρνητική ανάμνηση, από όταν είχαμε ανέβει με την Μπέττυ Αρβανίτη για το «Πολιορκία του Λένινγκραντ» το 2001, σε μία press conference, όπου υπήρχε ένα αρνητικό κλίμα από κάποιους δημοσιογράφους χωρίς να έχω ιδέα γιατί γινόταν αυτό, μία αγένεια δηλαδή. Ήταν μία άσχημη υποδοχή που βέβαια τώρα γελάω που το λέω, αλλά τότε ήταν ενοχλητικό. Το θυμήθηκα τώρα που συζητάμε για τη Θεσσαλονίκη, το είχα ξεχάσει όλο αυτό. Πάντα ήταν καλά όμως όταν ανέβαινα στη Θεσσαλονίκη, είχα πάντα καλές αναμνήσεις εκτός από αυτό το μελανό σημείο.

Τι ήταν αυτό που σαν κέρδισε κι αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο στον ρόλο της «Γερμανίδας Γραμματέα»;

Που πρόκειται για μία γυναίκα απλή, της διπλανής πόρτας. Ένα πραγματικό πρόσωπο, δηλαδή η Μπρουνχίλντε Πόμσελ ήταν όντως μία από τις γραμματείς του Γκέμπελς, όχι ιδιαιτέρα του, αλλά ήταν μία από τις γραμματείς του. Μία ικανότατη επαγγελματίας που αντιπροσωπεύει τα εκατομμύρια ανθρώπους που κλεισμένοι στη δική τους προσωπική σφαίρα, αδιαφορούν για τα κοινά και επιστρατεύουν την απώθηση για να επιβιώσουν. Σε καταστάσεις όμως, που γινόταν τέρατα. Είναι αυτή η σιωπηλή πλειοψηφία, η οποία καθιστά δυνατό το έγκλημα. Γιατί είχαμε το μεγαλύτερο έγκλημα τον 20ο αιώνα. Βλέπουμε ότι αυτό το πρόσωπο υπάρχει και το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό κρύβουμε κι εμείς μία Πόμσελ μέσα μας; Δηλαδή σε ποιο βαθμό μπορούμε να ανεχτούμε, να σιωπήσουμε, να κλείσουμε τα μάτια σε εγκλήματα, στην αδικία, σε όλα αυτά που συμβαίνουν. Δε θα με ενδιέφερε μία εξιστόρηση της ζωής της, όσο ότι αυτό το πρόσωπο έχει μία συμπεριφορά που συναντάμε διαχρονικά. Είναι δηλαδή δίπλα μας, είναι εμείς. Δηλαδή, πόσο μπορούμε να επηρεάσουμε την πραγματικότητα που ζούμε, μήπως με τη σιωπή μας είμαστε συνένοχοι σε όσα συμβαίνουν; Βάζει ερωτηματικά ο συγγραφέας Κρίστοφερ Χάμπτον. Συγκεκριμένα αναφέρει πως δεν έχει ιδέα κατά πόσο λέει την αλήθεια η Πόμσελ κι αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη αμφιθυμία και το ελκυστικό με το θέμα του έργου για μένα. Εν γένει, λέει πως πάντα επιθυμεί να αφήνει τις κρίσεις και τα συμπεράσματα στο κοινό.

Εμείς που γεννηθήκαμε ακριβώς μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι θα βλέπαμε μία τέτοια επάνοδο του φασισμού σε όλη την Ευρώπη


Εσείς τι πιστεύετε για την Πόμσελ;

Εγώ αισθάνομαι ότι στον πόλεμο δεν ήθελε να ξέρει. Είχε μία απώθηση, δεν ήθελε να γνωρίζει για να μη χάσει τα προνόμια της. Για να μη χάσει την ησυχία της και την καλή δουλειά της. Τα μάρκα που έβγαζε στο Υπουργείο προπαγάνδας. Εκεί λοιπόν είναι το θέμα και κάπου λέει συνεχώς «δε ξέραμε» και «αδίκως με κλείσανε φυλακή», ενώ σε σημεία του μονολόγου της έρχονται κάποιες μνήμες, κάποια φλάς στο μυαλό της και απωθεί τις ενοχές της. Έχει έναν τρόπο να τις ξεπερνάει και να πηγαίνει παρακάτω και χάρη σε αυτή την ελαφρότητα της επιβίωσε μέχρι τα 106 της χρόνια νομίζω. Κάποια στιγμή μάλιστα της ξεφεύγει και λέει «Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα να ξέρω» και βγαίνει ότι υπάρχει μία χαμένη ενοχή. Εγώ θεωρώ ότι δικαίως πήγε στο Μπούχενβαλντ. Ξέρετε, βλέπανε όλους εκείνους τους ανθρώπους που χάνονταν, που έκλειναν τα μαγαζιά και έφευγαν από τη γειτονιά, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε όμως. Η Πόμσελ είχε και μία πολύ καλή της φίλη εβραία, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε καν να τη βοηθήσει και εξαφανίστηκε, σκοτώθηκε στο Άουσβιτς. Για μένα λοιπόν, ήταν πρόκληση αυτό. Εμείς οι άνθρωποι που γεννηθήκαμε ακριβώς μετά την απελευθέρωση από τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι μετά από τέτοια εγκλήματα τότε, θα βλέπαμε μία τέτοια επάνοδο του φασισμού σε όλη την Ευρώπη και σε εμάς εδώ, με αυτά που είδαμε με τη Χρυσή Αυγή στη βουλή ή τώρα με την επέμβαση του Πούτιν στην Ουκρανία. Δε μπορούμε να διανοηθούμε ότι μετά από αυτή την εμπειρία θα συζητάμε για αυτή την επέμβαση ή την πιθανότητα ενός τρίτου Παγκόσμιου πολέμου. Είναι φοβερό.

Ο κόσμος δεν θέλει να θυμάται;

Προφανώς ο κόσμος δε θέλει να θυμάται. Υπάρχουν τα μεγάλα συμφέροντα, διότι η αγορά κυριαρχεί. Η πολιτική δεν κοντρολάρει την αγορά. Η αγορά κοντρολάρει την πολιτική. Δε μπορεί να το χωρέσει ο νους μου ότι δεν υπάρχει μνήμη ή κάτι που να το προλάβει όλο αυτό που γίνεται.

Πώς νιώθετε που έχετε ένα πολύ καινούριο κείμενο και που μπορεί το θέατρο να σας δίνει συνέχεια νέες προκλήσεις;

Είναι ένα κείμενο που ανέβηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο το 2019 με την σπουδαία Μάγκι Σμιθ. Παίρνοντας αφορμή από ένα ντοκιμαντέρ που είχε γίνει από μία βιενέζικη κολεκτίβα και ένα βιβλίο για τη ζωή της, ο Κρίστοφερ Χάμπτον πήρε υλικό και έγραψε τον μονόλογο. Είναι ωραίες αυτές οι νέες προκλήσεις. Το κείμενο, μου το έφερε ο παραγωγός ο Γιάννης Κανελλόπουλος, κι ενώ για αρκετά χρόνια είχα μία αδιαφορία για τους μονολόγους, το διαχρονικό θέμα του, ήταν ένα κέντρισμα που πραγματικά με σήκωσε από την καρέκλα. Μου έδωσε σκοπό, ενέργεια να μπω στη ζωή της και να αφήσω μετά τη συζήτηση και την σκέψη στον καθένα. Όταν ξεκινήσαμε μάλιστα τις παραστάσεις, ήμουν επιφυλακτική, σκεφτόμουν πως θα είναι ένας μονόλογος, σε ένα υπόγειο με ένα πρόσωπο πάνω στη σκηνή, αλλά ευτυχώς υπήρξε έντονο ενδιαφέρον από το κοινό και ελπίζω να υπάρξει ενδιαφέρον και στη Θεσσαλονίκη.

"Είχαμε από τον Κουν αλλά και από τον Βογιατζή, συμπεριφορές που ξεπερνούσαν τα όρια. Έτσι ήταν τότε"

renh-pittakh-germanida-grammateas-3.jpg

Ξεκινήσατε δίπλα στον Κάρολο Κουν και μείνατε κοντά του για πολλά χρόνια. Τι είναι αυτό που θέλετε να θυμάστε περισσότερο από εκείνον;

Ήμουν στο Θέατρο Τέχνης 40 χρόνια στο σύνολο. Το 1987 έφυγε ο Κουν. Ήμουν κοντά του 30 χρόνια και μετά συνέχισα καμιά δεκαριά ακόμα. Ήτανε άλλη εποχή. Αυτό που πραγματικά είναι πολύ σημαντικό είναι αυτό το πάθος και η αφοσίωση για το λειτούργημα του. «Είναι η θρησκεία μου το θέατρο, δεν είναι ο θεός, είναι ο Διόνυσος η θρησκεία μου» έλεγε και όντως αυτό ήταν η θρησκεία του Κουν. Θυμάμαι όλη αυτή την ακραία αφοσίωση που είχε σε αυτό. Πέρα από την προσωπικότητα, το ταλέντο, την αισθητική, την ενέργεια, τα θετικά και τα αρνητικά του.

Λόγω του MeToo και των κακοποιητικών συμπεριφορών στο θέατρο, αναφέρθηκε κάποιες φορές το όνομα του Κουν ότι ήταν πολύ απαιτητικός με τους ηθοποιούς. Ισχύει;

Εγώ λέω και απαιτητικός και τυραννικός μπορεί να ήταν, αλλά καμία σχέση με τώρα. Ήταν ένας άλλος αιώνας. Ο Κουν ναι, περνούσε τα όρια. Σήμερα βλέπουμε ότι υπάρχουν σκηνοθέτες που είναι ταλαντούχοι και συνδυάζουν και μία συμπεριφορά η οποία είναι ευγενική, ανθρώπινη. Υπάρχουν και πιεστικοί, επίμονοι, απαιτητικοί σκηνοθέτες αλλά δεν ξεπερνάνε τα όρια. Είχαμε και από τον Κουν αλλά και από τον Λευτέρη τον Βογιατζή, συμπεριφορές που ξεπερνούσαν αυτά τα όρια. Έτσι ήταν τότε. Κάποιος τα ανεχόταν και παρέμενε χάρη στο «κυνήγι του απολύτου» γιατί έβλεπε πως αυτοί οι άνθρωποι είχαν ένα πάθος σε όσα κάνανε για την τέχνη. Δεν γινόταν δηλαδή για να τυραννήσουν ή να ταπεινώσουν τον ηθοποιό, γινόταν γιατί οι ίδιοι τυραννιόντουσαν εσωτερικά. Ήταν δαιμονισμένα πρόσωπα για την τέχνη. Σε όλη αυτή την ιστορία της κακοποίησης, πόσα χρόνια πριν δεν υπήρχε η ενδοοικογενειακή βία και οι βιασμοί μέσα στις οικογένειες; Τεράστιες υποθέσεις. Τεράστιοι φάκελοι ή τεράστια ποσοστά άγνοιας. Ευτυχώς ξεκίνησε αυτό το ζήτημα από τον αθλητισμό, από την Σοφία Μπεκατώρου και έδωσε αυτή την κλωτσιά στα πράγματα για να μπορούν να βγουν στο φως πια. Έπρεπε να γίνει αυτό. Ήρθε η στιγμή να σπάσει το απόστημα. Να μη μπορεί κάποιος να προσβάλει το σώμα, το είναι ή την προσωπικότητα κάποιου. Ελπίζω να υπάρξει μία δικαιοσύνη για αυτή την κακοποίηση των γυναικών και των αντρών.

Ο νέος ηθοποιός στο θέατρο, τι πρέπει να ψάχνει;

Δεν είμαι εγώ που θα πω τι πρέπει για τους νέους ηθοποιούς. Τα πρέπει δε μου αρέσουν. Αυτό που βλέπω είναι ότι υπάρχουν νέοι άνθρωποι που είναι πραγματικά αξιόλογοι, ταλαντούχοι και καλλιεργημένοι. Αυτό που μπορώ να πω είναι, αντοχή. Το θέατρο ξέρετε είναι μαραθώνιος. Αν δε θέλει ένα ταλέντο να είναι ένα πυροτέχνημα που θα σβήσει. Η εποχή είναι διαλυτική, ας πούμε, δεν υπάρχουν εκ των πραγμάτων επιχορηγούμενα κέντρα που να συγκεντρώνουν ομάδες και έτσι οι νέοι είναι κάπως διαλυμένοι. Δεν έχουν πού να σταθούν, πρέπει να τρέχουν, να ψάχνουν κι εκεί χρειάζεται αντοχή. Αντοχή και σοβαρότητα πάνω στη δουλειά τους.

Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση σας με το κοινό;

Χαίρομαι για τη σχέση που έχω με το κοινό. Υπάρχει μία σχέση εκτίμησης και σεβασμού. Αγάπης ανάμεσα σε κάποιο κόσμο του θεάτρου και σε εμένα. Το διαχωρίζω επειδή δεν είμαι ιδιαίτερα γνωστή σε ένα ευρύτατο κοινό.

Οι συμμετοχές σας στην τηλεόραση είναι λίγες

Δεν είπα όχι στην τηλεόραση ποτέ. Αν είναι κάτι που με ενδιαφέρει το προχωράω. Απλά όλα γίνονται μέσα από τις δικές μου αξίες. Πρώτα πρώτα, έχω κάνει τηλεόραση ακόμα από την εποχή του Κουν. Ήταν όμως μίας νοοτροπίας που έπρεπε να γίνει κάτι γρήγορα, οπότε υπήρξε αποχώρηση. Μετά από καιρό, ήρθε η «Αίθουσα του Θρόνου» της Δημητρακοπούλου, το «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες» του Κουτσομύτη με μια μικρή συμμετοχή και μετά το τελευταίο ήταν το «Δέκα» πάλι με την Πηγή Δημητρακοπούλου που είναι ανάλογων ρυθμών με εμένα. Τώρα βλέπω ότι υπάρχουν κάποιες καλές δουλειές. Φαίνεται με την εισβολή του Netflix και του ίντερνετ που μπορεί ο καθένας να παρακολουθεί τα πάντα, ξεκίνησαν κι εδώ οι παραγωγοί να κάνουν κάποιες καλύτερες δουλειές και στη σκηνοθεσία και στην επιλογή των ηθοποιών. Βλέπω πως υπάρχει μία τέτοια προσπάθεια. Αν ερχόταν κάποια πρόταση που πληροί αυτά που θέλω, ασφαλώς και θα τη συζητούσα. Δεν έχω κλειστή την πόρτα.

renh-pittakh-germanida-grammateas.jpg


Εσείς βλέπετε τηλεόραση;

Βλέπω τηλεόραση αλλά αργά το βράδυ. Για χαλάρωση. Πρέπει να πω πως μέσα στον κορονοϊό υπήρχαν κάποιες ωραίες ταξιδιωτικές εκπομπές από τα κρατικά κανάλια που ήταν πολύ ενδιαφέρουσες. Ειδικά σε μία εποχή που δεν μπορούσαμε να κάνουμε και ταξίδια. Βλέπω και κάποιες εκπομπές για το θέατρο και αργά το βράδυ κάποια ταινία ή αστυνομική σειρά αντί για υπνωτικό χάπι.

Το μαγικό με την τέχνη δεν είναι ότι μπορεί ο καθένας να την αντιληφθεί διαφορετικά;

Ακριβώς. Μου θυμίσατε κάτι ωραίο που μου είχε πει ο Γιώργος ο Χειμωνάς, «Η τέχνη δεν είναι για τους λίγους, δεν είναι για τους πολλούς, είναι για τον καθένα χωριστά». Την τέχνη την κρίνει λοιπόν ο καθένας με τη δική του κρίση, τα δικά του βιώματα, τις δικές του αποσκευές. Εκεί ακριβώς γεννιέται και μία συζήτηση μεταξύ των ανθρώπων. Το θέατρο, είναι αυτό που λέμε, μας φέρνει στο μαζί.

Τι θα ευχηθείτε για τον εαυτό σας;

Υγεία και βλέποντας και κάνοντας. Εγώ ποτέ δεν ήμουν της οργάνωσης και των σχεδίων, ήμουν ένα τζιτζίκι όπως είπα κάποτε και πετάχτηκε ο Μίμης ο Κουγιουμτζής - ήμασταν μαζί εκεί κάτω στο υπόγειο σε μία συνέντευξη - και λέει «Εγώ είμαι το μυρμήγκι».

Φωτογραφίες : Μιχάλης Κλουκίνας


*Η παράσταση "Μια Γερμανίδα Συγγραφέας" του Κρίστοφερ Χάμπτον σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου, θα είναι στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο Αυλαία από την Τετάρτη 6 μέχρι την Κυριακή 10 Απριλίου και την επόμενη εβδομάδα, από τις 13 μέχρι τις 17 Απριλίου.