close search results icon

Ποτάμια είναι και κυλούν

Το άγνωστο υδάτινο στοιχείο της Θεσσαλονίκης

Ποτάμια είναι και κυλούν
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Η Θεσσαλονίκη είναι ένα παλίμψηστο σε οριζόντια θέση. Ξαπλωμένα στρώματα ιστορίας, ξαπλωμένα φύλλα για παραδοσιακή πίτα από αρχαίο αλεύρι. Ένας κορμός δένδρου που απλά δεν ορθώνεται προς τον ουρανό, αλλά απλώνεται σαν το νερό που κυλά στο πεζοδρόμιο και βρίσκει τις διαδρομές του στα χωρίσματα των πλακών.

Αυτό το παλίμψηστο αν ακολουθούσαμε την παραδοσιακή και γνωστή διαδικασία που οι δασολόγοι χρησιμοποιούν για τη μέτρηση της ηλικίας του δένδρου, δηλαδή αν παίρναμε ένα ειδικό τρυπάνι που θα μαρτυρούσε τα δαχτυλίδια που σχηματίζονται στον κορμό του, αν φτάναμε στο μη παρέκει προς τα κάτω της πόλης και έπειτα βγάζαμε ένα κύλινδρο γεμάτο από το υλικό της πόλης ανά τα χρόνια, τις περιόδους και τις επιρροές της.

Μέσα σε αυτό το μεγάλο δείγμα ιστορίας, αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας, από μάρμαρα, πέτρα, πράσινο μέχρι τσιμέντο και λαμαρίνα τι ρόλο θα έπαιζε το υδάτινο στοιχείο, το νερό που έτρεξε και τρέχει στην πόλη. Ποτάμια, χείμαρροι, ρέματα σαν μικρές και μεγαλύτερες αρτηρίες που σπάνε τη μονοτονία του υλικού στοιχείου και δίνουν μιαν εικόνα, αλλιώτικη, μια αισθητική καλύτερη. Το πάλαι ποτέ κελάρυσμα απέναντι στο σύγχρονο ήχο του κομπρεσέρ που ετοιμάζει το μετρό.

Η Θεσσαλονίκη κάποτε ζούσε με το νερό, όχι αυτό της θάλασσας, αλλά των χειμάρρων και των ρεμάτων. Σε αρκετές περιοχές οι άνθρωποι βίωναν τη γλυκιά αίσθηση να ξυπνάς πλάι σε τρεχούμενο νερό, αλλά και με την αγωνία να υπερχειλίσει, να φουσκώσει και να τους βάλει σε μπελάδες, να γεμίσει λάσπες το σπιτικό τους και μούχλα τα σημεία που θα καθίσει το νερό. Όσο στέρευαν ή μπαζώνονταν τα ρέματα ξέφυγαν από αυτές τις καταστάσεις, αλλά το νερό δεν σταματά και δεν σταμάτησε να κυλά.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Όταν η πόλη κάηκε το 1917, όπως μας αναφέρει η καθηγήτρια Πολεοδομίας του τμήματος Αρχιτεκτονικής ΑΠΘ, Αλέκα Γερόλυμπου, ουσιαστικά χτίστηκε εκ νέου πάνω σε όσα είχαν μείνει, έγιναν πολλά μπαζώματα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το νερό που ζούσε πλάι
στους κατοίκους της πόλης, στο μεγαλύτερο του βαθμό, τώρα πια ζει από κάτω. Υπογείως. Άλλωστε σε πάρα πολλά κτίρια του κέντρου στα υπόγειά τους υπάρχουν αντλίες, όπως στο κτίριο του ΚΘΒΕ που τραβούν το γλυκό νερό απευθείας από την ‘’πηγή’’ και καταλήγουν δυστυχώς στην αποχέτευση, χωρίς καμία απολύτως αξιοποίηση, ούτε καν για πότισμα.

Ακούμε οι νεότεροι για ιστορίες μεγαλύτερων που ως παιδιά έπαιζαν πλάι σε ρέματα, τα θυμούνται ως καθημερινή εικόνα με την οποία ζούσανε και συνδέονταν, ανέπνεαν κι έκοβαν δρόμο από τα παράλληλα μονοπάτια πλάι στο νερό που έτρεχε. Πλέον πολύ λίγα από αυτά έχουν απομείνει. Οι ξέφρενοι ρυθμοί δόμησης άλλαξαν τα δεδομένα και τις συνθήκες που χρειάζεται ένα ρέμα για να κρατηθεί, αλλά και να προσφέρει τα οφέλη του.

Ο χείμαρρος της Ευαγγελίστριας

Ένας από τους χειμάρρους ήταν αυτός -ή μάλλον αυτοί- της Ευαγγελίστριας. Ένα σημείο που εκατοντάδες χρησιμοποιούμε, το ζούμε, το περπατάμε, κάποτε κατέβαζε νερό και ό,τι άλλο αυτό παρέσερνε. Ο χείμαρρος της Ευαγγελίστριας (δηλαδή η στεγνή πλέον πορεία που ακολουθούσε) θέτει ένα άτυπο όριο του ιστορικού κέντρου προς τα ανατολικά και ταυτόχρονα συνιστά τη διαχωριστή γραμμή της περιοχής της Ευαγγελίστριας με αυτής των Σαράντα Εκκλησιών, του λόφου, όπως λέμε. Κατερχόταν από τη σημερινή περιοχή του Αγίου Παύλου.

Κατά την οθωμανική περίοδο ο χείμαρρος αποτελείτο από τρία παρακλάδια. Το πρώτο παρακλάδι το οποίο ήταν και το κοντινότερο προς το κέντρο κατέβαινε μέσα από την Άνω Πόλη, τη σημερινή οδό Ηπείρου, ανατολικά της Ακρόπολης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνει το βιβλίο Η Θεσσαλονίκη των Νερών, των Μιχάλη Τρεμόπουλου και Γιώργου Μπλιώνη (εκδόσεις Αντιγόνη) πολύ κοντά στο Επταπύργιο υπήρχε ένα μουσουλμανικό νεκροταφείο για τους ασθενείς που πέθαιναν από πανούκλα. Εντός του
νεκροταφείου υπήρχε κρήνη με μαρμάρινη σαρκοφάγο υποδοχής του νερού.

Το δεύτερο παρακλάδι είναι και ιστορικό γιατί ‘’βάφτισε’’ το δάσος της πόλης
μας. Κατέβαινε από εκεί που βρίσκεται σήμερα το θέατρο Δάσους, όπου και υπήρχε η κρήνη του Σεΐχη, εξού λοιπόν και Σέιχ Σου. Αργότερο περί τα 1755 την πηγή αυτή ανακαίνισε άλλος Σεΐχης. Το συγκεκριμένο παρακλάδι κατερχόταν από την εκκλησία των Αγίων Σίλα και Τιμοθέου.

Το τρίτο παρακλάδι ξεκινούσε από αρκετά ψηλότερο. Συγκεκριμένα από το ύψωμα/λόφο Καρά Τεπέ, εκεί στην Άσπρη Πέτρα του Σέιχ Σου, όπου και βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου, μέσα στο δάσος. Κατέβαινε παρακάτω, χωρίς εννοείται τον περιφερειακό να κόβει το δάσος και περνούσε από τον ζωολογικό κήπο. Τα τρία αυτά παρακλάδια ενώνονταν στο σημείο ακριβώς μπροστά από τα νεκροταφεία της Ευαγγελίστριας στη συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου, Εθνικής Αμύνης και Πανεπιστημίου.

Εκεί που συνήθως μπορείτε να συναντήσετε έναν άνθρωπο που το μυαλό του δεν άντεξε τη σκληρότητα του κόσμου και ξέφυγε, έναν περιστερώνα που κοιτά το φυσικομαθηματικό και το άγαλμα του Γεωργίου Βιζυηνού που μας κοιτά όλους. Από εκεί ενιαία πια τα νερά κυλούσαν από την Εθνικής Αμύνης και κατέληγαν πλησίον του Λευκού Πύργου.

Το μόνο που απομένει σήμερα από τις ένδοξες και υγρές εποχές του χειμάρρου είναι ορατό από τους Κήπους του Πασσά, από το σημείο που στην περίοδο της καραντίνας που τους επισκέπτονταν πολλοί το χρησιμοποιούσαν ως άτυπο και φυσικό ουρητήριο.

Τα παλιά χνάρια του χειμάρρου πλάι στο νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος, μια μικρή χαράδρα γεμάτη βλάστηση που απλά φουντώνει και συντηρείται μόνο της.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Ξηροπόταμος

Ψηλά από το Παπανικολάου κατέβαινε ο χείμαρρος τού Ξηροποτάμου. Όταν λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου προκλήθηκε προσφυγική κρίση οι λόφοι από την Εξοχή μέχρι το Ρετζίκι ξεκίνησαν να κατοικούνται και σιγά-σιγά να αναπτύσσεται ζωή. Ήδη από το 1914 εμφανίστηκαν προσφυγικές οικογένειες στο Ρετζίκι, οι οποίες μάλιστα λόγω της ευφορίας του εδάφους είχαν κήπους και καλλιέργειες στα μικρά τους σπίτια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1920 ιδρύθηκε από το Ελληνικό Κράτος στη θέση του Παπανικολάου σε πρώην βρετανικά παραπήγματα που χρησίμευαν για τη φροντίδα
ασθενών και τραυματιών, το Νοσοκομείο Φυματιώντων Ασβεστοχωρίου, γνωστό κι ως Σανατόριο. Οι φθισικοί ασθενείς έβρισκαν στην περιοχή του Ασβεστοχωρίου ένα ιδανικό κλίμα για τον περιορισμό των συνεπειών της φυματίωσης και της επιδείνωσής της. Το κλίμα είναι ξερό λόγω της έντονης παρουσίας των ασβεστόλιθων, αλλά και του δάσους Κουρί. Φυσικά ισορροπιστής του κλίματος, αλλά και λόγος που η φύση και το δάσος θάλλουν είναι το
νερό του Ξηροποτάμου.

Μέχρι το 1970 ο Ξηροπόταμος περνούσε μέσα από το χωριό πίσω από εκεί που βρίσκεται σήμερα το Γυμνάσιο του Ασβεστοχωρίου και οι εγκαταστάσεις της ΧΑΝΘ με το πράσινο να είναι σε εκείνο το σημείο πολύ έντονο, όπως και η διαπεραστική και λυτρωτική μυρωδιά της υγρασίας, καθώς μπαίνεις σε μονοπάτια καταπράσινα. Αν ακολουθήσει κανείς το μονοπάτι προς τα κάτω θα βγει στο Ρετζίκι στην κάτω μεριά του Σέιχ σου, εκεί όπου βρίσκονται σήμερα το σούπερ μάρκετ Lidl. Παρακάτω δεν συνεχίζει, γιατί το Ρετζίκι είναι πια σαν μικρή πόλη με όλο και περισσότερη και πυκνότερη ανοικοδόμηση.

Σοβαρό πρόβλημα στην υγεία του νερού δημιουργούσε τόσο το ασβεστολιθικό υπέδαφος της περιοχής, όσο και η διαρκής μείωση στην ποσότητα παροχής του λόγω των εκσκαφών και των εκρήξεων από τα φουρνέλα στα λατομεία που λειτουργούσαν στο Ρετζίκι και το Ασβεστοχώρι, στην περιοχή που οι ντόπιοι αποκαλούν νταμάρια.

Έτσι ο Οργανισμός Ύδρευσης Θεσσαλονίκης διέκοψε τη λειτουργία των πηγών του Ξηροποτάμου το 1985. Για την ιστορία λίγο παρακάτω από την πύλη του Σανατορίου μέσα στην κοιλάδα του Ξηροποτάμου Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών εκτέλεσαν 15 αντιστασιακούς Ασβεστοχωρίτες και υπαλλήλους του Σανατορίου στις 26 Ιουλίου 1944.

Δενδροπόταμος

Αν αναρωτιέστε πού κατέληγε ο Ξηροπόταμος και κάπου σαν πάει το μυαλό λόγω του κοινού δεύτερου συνθετικού, ορθά σκέπτεστε, στον Δενδροπόταμο. Αποτελεί το σημαντικότερο χείμαρρο της Θεσσαλονίκης.

Στον Δενδροπόταμο καταλήγουν τα νερά από όλη τη λεκάνη απορροής της δυτικής Θεσσαλονίκης, είναι αποδέκτης τόσο ομβρίων όσο και ακαθάρτων υδάτων. Το μήκος του χείμαρρου που διασχίζει το πολεοδομικό συγκρότημα ξεπερνά τα 25 χιλιόμετρα. Στο μεγαλύτερο μήκος του κλάδου έγινε υπογειοποίηση και στη θέση της όχθης κατασκευάστηκε η οδός Δενδροποτάμου τη δεκαετία 1970, και το πάρκο ανάπλασης Δενδροπατάμου στην Ομόνοια Σταυρούπολης το 2004.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΥΑΘ στο Δενροπόταμο εκβάλλουν: ο χείμαρρος Διαβατών, ο χείμαρρος Μενεμένης και οι κλάδοι αυτού, ο χείμαρρος Ασημάκη ο χείμαρρος Ωραιοκάστρου, ο χείμαρρος «Αγίου Παντελεήμονος», ο χείμαρρος Ευκαρπίας στην περιοχή Ανθοκήπων , ο χείμαρρος Ξηροπόταμου, όπως αναφέρθηκε ήδη και οι κλάδοι αυτού, που διασχίζουν περιοχές του Ρετζικίου, Ασβεστοχωρίου, Εξοχής και ένας κλάδος του περιοχές του Φιλύρου, ο χείμαρρος Ηλιουπόλεως που αποτελείται ουσιαστικά από τρεις ξεχωριστούς χείμαρρους: των Συκεών, της οδού Ρ. Φεραίου και της Πολίχνης – Κρυονερίου Συκεών, ο χείμαρρος Μύλου και Φιλύρου που πρόκειται ουσιαστικά για την προέκταση και πέρας του κυρίως Δενδροποτάμου.

Στο μεγαλύτερο μέρος τους και σε ποσοστό πέραν του 80% όλα τα παραπάνω ρέματα είναι πλέον πλακοσκεπείς αγωγοί μεγάλων διαστάσεων, τα εδάφη άνωθεν τους έχουν απαλλοτριωθεί και έχουν κατασκευαστεί δρόμοι που διασχίζουν την πόλη.

Δυστυχώς ο Δενδροπόταμος έπειτα και από την κατασκευή δικτύου υπονόμων στη Σταυρούπολη έχει γίνει αποδέκτης λυμάτων βιοτεχνικών και βιομηχανιών, που με τη σημερινή αδιαφορία των διοικήσεων για το υδάτινο στοιχείο, έχει ως αποτέλεσμα τα νερά που φέρει να είναι μολυσμένα κι έτσι πολλά πουλιά που βρίσκουν νερό ή τροπή πέριξ του ‘’ποταμού’’ να πεθαίνουν.

Ο χείμαρρος του Ντεπώ

Από τα ανατολικά της Πυλαίας κατερχόταν προς τη σημερινή περιοχή της Νέας Ελβετίας. Στις όχθες περίπου του χειμάρρου χτίστηκε το 1927ο οικισμός Ουζιέλ, ο οποίος και θα στέγαζε τους υπαλλήλους της εταιρείας Τροχιοδρομιών. Κατοικίες κατασκευάστηκαν και ψηλότερα προς την κοίτη.

Αποτελούνταν από δυο παρακλάδια που ξεκινούσαν από την ανατολική Πυλαία και διέρχονταν βορειοδυτικά της Αποθήκης των Τροχιοδρόμων ή γαλλιστί του Ντεπώ των
Τραμ. Ενώνονταν περίπου στο ύψος της Δελφών και Σοφούλη και από εκεί και κάτω τα
νερά κυλούσαν ενιαία Ο χείμαρρος κατέληγε στο Θερμαϊκό στο ύψος του αλευρόμυλου
Αλλατίνη.

Ο χείμαρρος έμοιαζε με το γράμμα ύψιλον. Ο ανατολικός κλάδος ακολουθούσε τη σημερινή οδό Νέστορος Τύπα, ενώ διερχόταν επίσης κατά πάσα πιθανότητα μεταξύ του σημερινού πάρκου της Νέας Ελβετίας και του νέου κεραμοποιείου Αλλατίνη. Ο δυτικός λέγεται πως κατέβαινε από την περιοχή της Οσίας Ξένης εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το γήπεδο του Άρη για να καταλήξει στην ένωση με τον άλλο μετά τη Βίλα Μπιάνκα.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Ο χείμαρρος του Ντεπώ ήταν μια όχι ευθεία υδάτινη γραμμή που νοητά ένωνε τα νέα κεραμοποιεία Αλλατίνη στη Νέα Ελβετία και τους μύλους Αλλατίνη κατά το 1919. Για το
λόγο αυτό, αλλά και για το σημαντικό ρόλο που έπαιξε η εβραϊκή οικογένεια, ο χείμαρρος
λέγεται και… Αλλατίνη.

Το ρέμα της ΥΦΑΝΕΤ

Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει στην Τούμπα; Πέρα από την οικονομική ανάπτυξη που γνωρίζει η περιοχή που λειτουργεί ανεξάρτητα από το κέντρο με δική της αγορά, εστιατόρια, καφέ , δεν υπάρχει δρόμος που να μην έχει στο πεζοδρόμιο εκείνα τα χαρακτηριστικά κίτρινα κάγκελα που συμβολίζουν την ύπαρξη γέφυρας.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Το ρέμα δεν ονομαζόταν πάντα έτσι. Η αρχική του επίσημη ονομασία ήταν ”παλιάς καραντίνας’’. Σύμφωνα με τους Μιχάλη Τρεμόπουλο και Γιώργο Μπλιώνη, η ονομασία αυτή
εντοπίζεται περί το 1890 και άρα κάπου προς τις εκβολές του χειμάρρου εικάζεται πως βρισκόταν το Λοιμοκαθαρτήριο της πόλης, όπου περνούσαν την καραντίνα, το lockdown
μέλη πληρωμάτων των πλοίων που έφταναν στην πόλη.

Ο χείμαρρος της Παλιάς Καραντίνας σχηματιζόταν από δυο κλάδους που ξεκινούσαν από ψηλά, πάνω από το σημερινό περιφερειακό. Έπαιρναν νερό από δυο ορεινά παρακλάδια που κυλούσαν σαν να αγκαλιάζουν το λόφο του Σιβρί Τεπέ (Μυτερός Λόφος) που βρίσκεται σε ύφος νοτιοανατολικά του ξενοδοχείου Φιλίππειον στο Σέιχ Σου.

Ο ένας κλάδος έχει μείνει γνωστός και ως Λάκκος των Τριών Βρύσεων . Στο άλλο παρακλάδι Προφήτη Ηλία, πάλι κοντά στο ξενοδοχείο βρέθηκε βυζαντινή πηγή.

Θα μπορούσε να ειπωθεί πως το ρέμα αυτό χαρακτηρίζεται από την παρουσία και κατασκευή νοσοκομείων γύρω του. Το νοσοκομείο Χιρς (σημερινό Ιπποκράτειο) ολοκληρώθηκε το 1908, ενώ στην όχθη του χειμάρρου την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε το Ρωσικό Νοσοκομείο , ενώ λίγο πιο δυτικά συναντάμε το νοσοκομείο Θεαγένειο. Μεγάλο τμήμα των νερών του χειμάρρου ακολουθούσε την οδό Βαρόνου Χιρς.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Η ροή του χειμάρρου στην περιοχή της Τούμπας ήδη από τότε έπαιξε κομβικό ρόλο στο να εγκατασταθούν αρκετοί κάτοικοι εκεί, καθώς οι συνθήκες ζωής και καλλιέργειας ήταν αρκετά καλές. Το ρέμα είναι επίσης γνωστό ως Κωνσταντινίδη. Αυτή τη μετονομασία την οφείλει στη Σχολή Κωνσταντινίδη που λειτούργησε κατά το 1910-1935 στην περιοχή και στην απελευθέρωση. Στο κτίριο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι μετέπειτε στεγάστηκε και το βρεφοκομείο του Αγίου Στυλιανού μέχρι το 1940 ενώ από το 1948 και εντεύθεν η Σχολή Τυφλών. Οι εκβολές του χειμάρρου κατέληγαν δίπλα σχεδόν σε αυτό το ιστορικό κτίριο για την ιστορία της πόλης, την έπαυλη Χασάν Πριστίνα στη σημερινή οδοό Στρ. Αθ. Χρυσοχόου.

Νέα βαφτίσια για το ρέμα έχουμε από το 1975 περίπου όταν πια συνδέθηκε απόλυτα με το εργοστάσιο που λειτουργούσε στην οδό Παπάφη ακριβώς στα όρια του ρέματος. Ειδική μνεία
πρέπει να γίνει στην ΥΦΑΝΕΤ, καθώς το πρώτο εργοστάσιο είχε ήδη ιδρυθεί το 1908 και από τότε λειτουργούσε, υπό οθωμανικά βέβαια τότε συμφέροντα ως εταιρεία υφασμάτων και φεσιών.

Ακριβώς απέναντι από την όχθη του χειμάρρου αλλά ανατολικά ανεγέρθηκε το 1923 η εκκλησία του Αγίου Φανουρίου. Από τότε που κατασκευάστηκε η περιφερειακή τάφρος το ρέμα πλέον φέρει μόνον απόνερα. Τόσο η ΥΦΑΝΕΤ όσο και η εκκλησία έχουν σήμερα στάση λεωφορείου με το όνομά τους, όμως το ρέμα είναι ανεκμετάλλευτο. Μπορείς να το χαζέψεις κρατώντας τα κίτρινα κάγκελα και σε ορισμένα σημεία να ακολουθήσεις ένα μονοπάτι που υπάρχει στην οδό Λαμπράκη. Αυτό που έχει επικρατήσει αντί για νερό στο ρέμα, είναι η άσφαλτος, αφού όλο και περισσότερες οικοδομές ”φυτρώνουν’’ στη γειτονιά της Τούμπας, οι δρόμοι μεγαλώνουν και το ρέμα γίνεται αντιληπτό μόνο από τη βλάστηση και τα δένδρα
που μπόρεσε να δώσει.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμη ρέματα, αυτό του Κυβερνείου, το Μεγάλο Ρέμα, το ρέμα της Δόξης και της Ορτανσίας. Το υδάτινο στοιχείο είχε έντονη παρουσία στην πόλη και τις έδινε πολλές ανάσες, όμως στο μεγαλύτερό του βαθμό ζει πλέον υπόγεια. Έχουν πέσει πάνω του στρώσεις και στρώσεις ασφάλτου και τσιμέντου. Σίδερα και τούβλα από γιαπιά πάτησαν τα νερά και τώρα αυτά ζουν από κάτω μας ως διαρκής ενθύμηση μιας άλλης ζωής κι εποχής.

Μόνο το μικρά οικοσυστήματα και η πυκνότητα μιας αλλιώτικης βλάστησης, ίσως και της
μόνης που υπάρχει σε τέτοιο βαθμό στη Θεσσαλονίκη έχουν αφήσει και τη χρωστάμε στους χειμάρρους και τα ρέματα. Ποια είναι η δική μας στάση απέναντι σε αυτή την προσφορά;

Η εγκατάλειψη, η όλο και αυξανόμενη τσιμεντοποίηση του χώρου που μας έλαχε να ζήσουμε, τα μπαζώματα των ρεμάτων και τα σαρζενέτια. Αναφέρει ο κύριος Τρεμόπουλος ότι η βιασύνη για πολιτικούς λόγους της κατασκευής του μετρό είχε ως αποτέλεσμα μέχρι και τη χωροθέτηση σταθμού μέσα σε ρέμα. Δεν δόθηκε καμιά προσοχή σε πρώην και νυν περιοχές χειμάρρων.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σταθμού της Νέας Ελβετίας, ο οποίος κατασκευάζεται πάνω και μέσα στο χείμαρρο του Ντεπώ εκτοπίζοντας μια μικρή φυσική λίμνη. Προφανώς η φύση του εδάφους σε συνδυασμό με τα νερά, απαιτούσαν όλο και μεγαλύτερες ποσότητες μπετόν για να λυθούν προβλήματα στατικότητας και πλημμύρων.

Εικόνα: Μαριάννα Γιαμουρίδου

Η ύπαρξη χειμάρρων και ρεμάτων στον αστικό ιστό της πόλης είναι μια ευλογία που δεν εκτιμήσαμε. Το όλο σύστημα που αναπτύσσεται λόγω των νερών είναι ένα ζωντανό οικοσύστημα με πράσινο μέσα στην πόλη το οποίο και ρυθμίζει καλύτερα το μικροκλίμα, καθαρίζουν, φιλτράρουν τον αέρα. Αλλάζει η ποιότητα ζωής, διότι κρατιέται μια φυσική απόσταση από το διπλανό σπίτι, δημιουργείται ένα ανάχωμα στην άκρατη δόμηση.

Τα μέρη πλάι στους χειμάρρους αποτελούν ικανές και ικανοποιητικές διεξόδους απέναντι στη σκληρή καθημερινότητα που περιορίζεται στην στρυφνότητα των γρήγορων ρυθμών, των υποχρεώσεων και της επικράτησης του γκρίζου κυριολεκτικά και μεταφορικά τσιμέντου. Ένας περίπατος μέσα στο πράσινο, μια προβολή σε ένα υπαίθριο σινεμαθέατρο, μια μπύρα σε ένα μικρό αναψυκτήριο στον τελειωμό της διαδρομής θα σήμαιναν και θα σημαίνουν την επανακατάκτηση του αξιοποιήσιμου ελεύθερου χρόνου, την ανάπτυξη της σχέσης σεβασμού προς τη φύση και γενικότερα κάτι που όλοι χρειαζόμαστε να ηρεμήσουμε, να κατεβάσουμε λίγο ταχύτητες. Η σχέση με τη φύση είναι διαλεκτική και σχέση αρχικής σύλληψης και κατανόησης του κόσμου.

Θυμόμαστε τα νερά μας μόνον όταν μας δημιουργούν προβλήματα. Πλημμύρισε ο Ανθεμούντας και δημιουργήθηκαν προβλήματα στους δρόμους. Οι άλλοτε χαράδρες που έρεε το νερό γέμισαν λάσπη λόγω του Μπάλλου.

Κι εγώ σκέφτομαι τον Κάρολο Τσίζεκ που έγραφε: Τώρα που η λίμνη του Αγίου Βασιλείου αργοπεθαίνει, χαίρομαι γιατί κάποτε πήγα στις όχθες της και βούτηξα στα νερά της τα γυμνά μου πόδια, κι ας γεμίσουν αμέσως βδέλλες. Κι αναρωτιέμαι πόσοι είναι σήμερα οι Θεσσαλονικείς που θυμούνται τη λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και το βάτο που σχημάτιζε ο ποταμός Ανθεμούντας από την κοιλάδα της Γαλάτιστας μέχρι περίπου το σημερινό αεροδρόμιο, δίπλα στο οποίο τα λιγοστά νερά του χύνονταν στο Θερμαϊκό. Γιατί πέρασαν περίπου εξήντα χρόνια από την εξαφάνισή τους. (Κάρολος Τσίζεκ, Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις, εκδόσεις Κίχλη, 2013, σελ.9)

Το συμπέρασμα μπορούμε να το βγάλουμε παραφράζοντας μια σκέψη που έγραψε ο Σάκης Σερέφας, στο κείμενό του ο Βυθός της Ευαγγελίστριας (Οδοιπορικό Θεσσαλονίκης, περπάτημα στην πόλη αλλιώς, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2021, σελ.167). Όλοι μας σε αυτή την πόλη αν αφήσουμε ανοιχτή τη λεκάνη της τουαλέτας διαθέτουμε στο σπίτι μας ένα πηγάδι γεμάτο νερό που εκβάλλει στο Θερμαϊκό Κόλπο. Όλο το νερό της πόλης πια είναι υπόγειο.