Γιώργος Ιωάννου: Η συνάντηση του λυρικού λογοτέχνη με το τραγικό μεδούλι της Θεσσαλονίκης
Διαμορφωμένος από το τραγικό μεδούλι της πόλης και ξέρει να το διαχειρίζεται επιδέξια να ανεβάζει και να κατεβάζει τους τόνους
Λέξεις: Στέλιος Κούκος
Ο Γιώργος Ιωάννου δημιούργησε έναν λογοτεχνικό κόσμο από το μεδούλι της πόλης. Της γενέτειράς του. Της Θεσσαλονίκης. Και αυτό αποτελεί ένα τεκμήριο ή ένα εχέγγυο πως το λογοτεχνικό του αποτύπωμα ήταν και είναι γνήσιο. Χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει πως προκρίνουμε το γραφικό, την γραφικότητα. Εξάλλου δεν έχει καμιά σχέση το έργο του Γιώργου Ιωάννου με γραφικότητες.
Και εδώ μου έρχεται κατά νουν ο στίχος «σιγανά και ταπεινά» που λέει και το νησιώτικο. «Σιγανά πατώ στην γη…», όπως και ελαφροπάτητα ήταν τα βήματά του Ιωάννου στην πόλη που διέσχισε και έκανε ποικίλες διαδρομές και στάσεις στους δρόμους, τα σοκάκια, τις πλατείες, τα καφενεία, τις ταβέρνες της πόλης. Όπως, επίσης και τις εκκλησιές της (Αχειροποίητο, Αγία Σοφία, Άγιο Δημήτριο…), το πανεπιστήμιο και τον λοιπό χώρο πέριξ όπου βρισκόταν το Εβραϊκό νεκροταφείο, τα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, το κτίριο της Φιλανθρωπικής Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, το δάσος του Σέιχ Σου…
Βεβαίως, όσον αφορά τα ελαφροπατήματα του Ιωάννου στην Θεσσαλονίκη θα πρέπει να πούμε πως όταν χρειάστηκε συγκρούστηκε και τα έβαλε γενναία με όσους πίστευε πως τον υπονόμευαν.
Ο ίδιος ήταν παιδί του κέντρου της πόλης και, βεβαίως, παιδί ξεριζωμένων από την Ανατολική Θράκη. Ο Γιώργος Ιωάννου φρόντισε να «ρίξει» βαθιές ρίζες στην Θεσσαλονίκη, ίσως για να νιώθει λιγότερο ξεριζωμένος. Μπορεί και να ήξερε καλά πως το παρόν μπορεί να δρα επιδέξια υπονομευτικά στο όλο σώμα της πόλης και τον κόσμο της και να προδιαγράφει γι’ αυτήν ένα άδηλο μέλλον. Οπότε γι’ αυτόν ήταν απαραίτητο το σκάψιμο της Θεσσαλονίκης. Ή ακόμη και η καλλιέργεια της πόλης, η εύρεση και η συνάντηση μαζί της. Και μάλιστα μπορούμε να πούμε πως αυτό αποτέλεσε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνάντηση. Και όχι μόνον γι’ αυτόν.
Σίγουρα, λοιπόν, το έργο του διαθέτει το απαραίτητο έρμα που στηρίζει γερά το εποικοδόμημά του. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο λογοτεχνικό του έργο, αλλά και στο λοιπό: φιλολογικό, ερευνητικό, μεταφραστικό, ομιλίες, άρθρα και επιφυλλίδες σε εφημερίδες και περιοδικά. Τίποτε απ’ αυτά που έγραφε δεν ήταν μετέωρο, στον αέρα. Έγραφε και μιλούσε με γνώση, σεβασμό, ευγένεια και ευαισθησία. Και, βεβαίως, σε όλα αυτά που προαναφέραμε υπάρχει μια εσωτερική επικοινωνία και μια αγωνία σύνθεσης. Ήταν συγκοινωνούντα δοχεία. Το ένα είδος δεν υπονόμευε το άλλο και δεν ένιωθες να υπάρχει κάποια διάσταση ανάμεσα στον λογοτέχνη-δημιουργό με τον φιλόλογο, μελετητή, ερευνητή.
Επιστρέφοντας στο λογοτεχνικό του έργο -δεν ξέρω αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε τον κυρίως κόσμο του- διαπιστώνουμε πως η γνωριμία του με τα ιστορικά χώματα της πόλης, το υπόβαθρο της και τα δικά της χρώματα, ο Ιωάννου χρωμάτιζε τις σελίδες του και απέδιδε τον διαχρονικό της ζωτικό χώρο και κόσμο. Φέρνοντάς ορισμένες φορές τα κάτω πάνω, τα παλιά στο σήμερα και σε άμεση συνομιλία. Και έτσι προδιέγραφε μπροστά στα μάτια σου και προτού εφευρεθεί το 3D μια Θεσσαλονίκη πασών των εποχών! Κάτι που ουσιαστικά δεν αποτελούσε μια κατασκευή δική του.
Αλλά και γιατί όχι; Ένας δημιουργός με την γενικότερη εποπτεία στο υλικό του θέματός του μπορεί να δημιουργεί και να ανακατασκευάζει τον δικό του «αποκλειστικό» κόσμο. Και ο Ιωάννου με τις γνώσεις που απέκτησε ως ερευνητής της Θεσσαλονίκης, αλλά και ως άνθρωπος που την έψαυσε, την απέδιδε και μας την παρέδιδε με ευαισθησία λυρικού συγγραφέα.
Έτσι δημιουργήθηκε η Θεσσαλονίκη του Ιωάννου, χωρίς να κρύβει κάτω από το… χαρτί (των βιβλίων του) τα στραβά και τα άσχημά της πόλης. Πράγματα που στενοχωρούσαν και τον ίδιο. Αντίστοιχη Θεσσαλονίκη δημιούργησε σίγουρα και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Και, ίσως, μπορούμε να τον αποκαλέσουμε και ως πρώτο διδάξαντα. Από αυτήν την άποψη, δεν θα ήταν άστοχο να αποκαλέσουμε και τον Ιωάννου «παιδί» του Πεντζίκη.
Και να δύο, σπουδαίους και μεγάλους συγγραφείς που καλλιεργούν το «εγχώριο», όσον αφορά την Θεσσαλονίκη, και όχι τα ξένα και τα… αποικιακά («Ελλάδα! Οικόπεδο και αποικία» που τραγουδά ο Διονύσης Σαββόπουλος). Και φυσικά και οι δύο, όπως και ο θεσσαλονικιός τραγουδοποιός που παρεμβλήθηκε… αυθόρμητα στην κουβέντα μας, δεν προέκριναν την γραφικότητα και δημιούργησαν έργο σημαντικό και σύγχρονο.
Και αν θέλουμε να ταυτίσουμε το εγχώριο με την οξυμένη και δημιουργική ταπεινότητα μοιάζει να δημιουργείται κάτι αντίστοιχο με την πυρηνική σχάση η οποία μπορεί να απελευθερώσει δημιουργικές δυνάμεις. (Φυσικά και με το ανάλογο ταλέντο).
Άλλωστε για να… εμβαθύνουμε περισσότερο σ’ αυτόν τον δημιουργικό πυρήνα θα πρέπει να αναρωτηθούμε: αν δεν γνωρίζεις τον δικό σου κόσμο, μπορείς να ξέρεις ή ακόμη να καταλάβεις τον ξένο; Εκτός αν καλλιέργησες τον ξένο. Οπότε αυτόν θα πρέπει να «διαπραγματευτείς», θέλοντας και μη. Φτάνει αυτό που κάνεις να αποτελεί προσωπική έκφραση και να το αγαπάς έως θανάτου! Του θανατά!
Το πάθος μοιάζει να μετρά σε ένα έργο και αυτό ξεχωρίζει κάποιον που γράφει για να γράφει και κάποιον που γράφει ή που δημιουργεί με πατημένα τα… γκάζια.

Και ο Ιωάννου, μοιάζει να δούλεψε έτσι. Το ομολόγησε και ο ίδιος, συνδέοντάς το και με τον «πόλεμο» ή την αμφισβήτηση που δέχτηκε, λέγοντας πως έγραφε συνέχεια για να παρουσιάσει έργο. Όγκο! Γι’ αυτό σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε πως όλα του τα βιβλία είναι ισάξια. Προσωπικά, όμως, είμαι της γνώμης πως και ένα βιβλίο ή ακόμη και ένα ποίημα είναι ικανό να δώσει σε έναν λογοτέχνη τα εύσημα της δημιουργικής αθανασίας.
Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τον Ιωάννου που, όπως υποστηρίξαμε παλιότερα «ξεκλείδωσε» την μικρή φόρμα, το πεζογράφημα και το διήγημα για πολλούς νέους λογοτέχνες. Η δική του «κατάθεση» ήταν μια ιδιαίτερα σύγχρονη πρόταση. Μια άμεση προσέγγισης ενός θέματος. Αυτό, μάλλον, τον βοήθησε η θητεία του στην ποίηση. Τα πεζογραφήματα του ήταν μια πραγματική αποκάλυψη και αγαπήθηκαν πολύ.
Ο Γιώργος Ιωάννου γεννήθηκε το 1927, πέντε χρόνια μετά την μικρασιατική τραγωδία και τον ερχομό των εκτοπισμένων στην Θεσσαλονίκη, δέκα χρόνια μετά την μεγάλη πυρκαγιά που κατέκαψε το κέντρο της πόλης, εννιά χρόνια μετά τον Μεγάλο Πόλεμο (Α’ Παγκόσμιο) που η Θεσσαλονίκη είχε αλωθεί κατά κάποιον τρόπο από τα πολύχρωμα συμμαχικά στρατεύματα, 13 πριν από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο (ελληνοϊταλικό πόλεμο και το έπος του ’40, γερμανική επίθεση και την τριπλή κατοχή της χώρας από Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία, τον αφανισμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης). Ενδιάμεσα είχαμε τον Μάη του ’36 με τους νεκρούς στον κέντρο της πόλης, ένα γεγονός που θεωρήθηκε ως πρόβα για την δικτατορία του Μεταξά που ακολούθησε. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε και την αθλιότητα του εμφυλίου και ότι προέκυψε μετά!
Έτσι η Θεσσαλονίκη βρισκόταν σε αναβρασμό, αν όχι σε ένα διαρκές χάος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πόλη βρισκόταν σε παρατεταμένες οδύνες τοκετού. Και εκεί μέσα, να και ο Ιωάννου να κρατά ημερολόγια και σημειώσεις σαν να ήξερε, πως θα κληθεί μια μέρα να ανασυστήσει την «ιδανική» Θεσσαλονίκη μέσα από την… κεκαυμένη και πυρόπληκτη ιστορία της, αν όχι το χάος της. Όσα έζησε στον ιδιαίτερα ταραγμένο αιώνα του.
Χαράς στο κουράγιο του θα έλεγε κάποιος!
Ναι, θέλει μεγάλο κουράγιο να αναπαραστήσεις όλον αυτόν τον καημό των ξεριζωμένων από την Θράκη, τον Πόντο μέχρι την Καππαδοκία και τα ολοκαυτώματά τους, όπως και το αντίστοιχο των συμπολιτών του Εβραίων που το είδε να ξετυλίγεται μπρος στα μάτια του. Τις αγωνίες για την εξασφάλιση του άρτου του επιούσιου εν μέσω σκληρής ναζιστικής κατοχής, ακόμη και την εμπλοκή σε επικίνδυνες δραστηριότητες κάτω από την μύτη των Γερμανών για την εξασφάλιση λίγων χρημάτων.
Ο Ιωάννου, λοιπόν, μοιάζει να είναι διαμορφωμένος από το τραγικό μεδούλι της πόλης και ξέρει να το διαχειρίζεται επιδέξια να ανεβάζει και να κατεβάζει τους τόνους, ακόμη και με χιούμορ και με ευρύτερο ερωτικό λόγο, κοινωνήσιμο και δραστικό μέσα σου.
Ο ευαίσθητος παλμογράφος της πόλης Γιώργος Ιωάννου κοίταξε την Θεσσαλονίκη κατάματα ή ακόμη κάνοντάς της υπερηχογράφημα και μαγνητική τομογραφία. Τα αποτελέσματά των εξετάσεών του αυτών προέκυψαν για μας ως ένα επίτευγμα δόξας λυρικής και συγχρόνως τραγικής, ως ένα δελτίο λογοτεχνικής δεινότητας και ευρύτερης γνώσης. Και εδώ συναντιούνται η λυρικότητα και η τραγικότητα του λόγου του Γιώργου Ιωάννου που δεν είναι λόγος κούφιος.
Ένας γόνος ξεριζωμένων που ρίζωσε από «ένα φιλότιμο» για πάντα στην καρδιά της πόλης, των πολιτών της και όσων θέλουν να την ακουμπήσουν. Να νιώσουν και την δική του γνήσια λογοτεχνική φλόγα και φλέβα που μετέτρεψε την κληρονομιά της και το μεδούλι της σε ένα ανεπανάληπτο προσωπικό λογοτεχνικό αφήγημα. Ή και το αντίστροφο!
Σήμερα επέτειο του θανάτου στις 16 Φεβρουαρίου του 1985 τον ευχαριστούμε για όσα έκανε για την Θεσσαλονίκη, για την λογοτεχνία, για μας!
*Ο Στέλιος Κούκος γεννήθηκε στη Λευκωσία και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Δημόσιο Δίκαιο και Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές «Πράος έρως» και «Ζώον Θαλασσινόν» και το βιβλίο «Ωριμάζει μέσα μου ο Παπαδιαμάντης».

