Θέατρο

Η ξεχωριστή περίπτωση του ταλαντούχου κύριου Νιάρρου

Με αφορμή τους "Παίχτες" στη Θεσσαλονίκη και τα απανωτά sold out, μία συνέντευξη για όσα αγαπάει και όσα συμβαίνουν γύρω του

Γιώργος Σταυρακίδης
η-ξεχωριστή-περίπτωση-του-ταλαντούχο-1005044
Γιώργος Σταυρακίδης

Υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα ηθοποιοί που θεωρούνται απόλυτα επιτυχημένοι χωρίς όμως να έχουν παίξει στην τηλεόραση παρά μόνο στο θέατρο και να έχουν περάσει μόλις τα 30;

Υπάρχουν ηθοποιοί που έχουν βραβευτεί για την τέχνη τους και με τα χρήματα του βραβείου τους έχουν αγοράσει ένα τροχόσπιτο για να “αράζουν’ κάθε φορά που μπορούν να ξεφύγουν από όλα;

Στα προηγούμενα ερωτήματα και σε άλλα πολλά παρόμοια, η γρήγορη απάντηση θα μπορούσε να είναι αρνητική. Αυτό όμως, όταν δεν έχεις γνωρίσει ακόμα τον Γιάννη Νιάρρο…

Γιατί στη δική του περίπτωση, μιλάμε για έναν ηθοποιό που μόλις πέρασε τα 30, ενώ έχει παίξει δίπλα σε σημαντικούς σκηνοθέτες, σε παραστάσεις που στο σύνολο τους έχουν συζητηθεί και έχει τιμηθεί με το θεατρικό βραβείο «Δημήτρης Χόρν» για την ερμηνεία του στην παράσταση “Στέλλα Κοιμήσου”, μιλώντας όλοι για τον καλύτερο ηθοποιό της γενιάς του.

Τον λένε βέβαια και μπλαζέ, τον λένε κάπως μποέμ και έχει και την φήμη του ανθρώπου που με μεγάλη ευκολία θα μιλήσει για όλα, θα πει την γνώμη του χωρίς δεύτερη σκέψη και αν χρειαστεί, θα βγει και μπροστά να υποστηρίξει μία κατάσταση, όπως έκανε τον καιρό του metoo.

Είναι ένας καλλιτέχνης που τα τελευταία χρόνια μοιράζεται – ίσως και άνισα από επιλογή – ανάμεσα στην υποκριτική του τέχνη και στην αγάπη του για τη μουσική, ενώ πρόσφατα σκηνοθέτησε το µιούζικαλ «Σπιρτόκουτο», βασισμένο στην ταινία του Γιάννη Οικονοµίδη, στη Στέγη του Ιδρύµατος Ωνάση.

Η αφορμή για τη συζήτηση μας, ήταν οι παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη με τους “Παίχτες” του Νικολάι Γκόγκολ σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή, που σε συνέχεια των απανωτών sold out στην Αθήνα, όχι μόνο γέμισαν ασφυκτικά το Ράδιο Σίτυ στην Παρασκευοπούλου αλλά πήραν και παράταση μέχρι την Κυριακή 14 Μαΐου.

Ο Γιάννης Νιάρρος, μιλάει για την παράσταση και όσα αγαπάει με τον δικό του, ξεχωριστό, τρόπο, σχολιάζοντας και θίγοντας σε μία ευθεία όλα εκείνα που άλλοι στρογγυλεύουν με επιτυχία.

Φωτογραφία: Δομνίκη Μητροπούλου

Πώς είναι για σένα να λένε όλοι «Ο Νιάρρος είναι ο καλύτερος ηθοποιός της γενιάς του»;

Παλιότερα χαιρόμουν και γούσταρα πολύ. Ήταν κάτι που με γέμιζε. Τώρα πια, μου αρέσει μεν, απλά δεν είναι αυτό που με γεμίζει πλέον.

Τι έχει αλλάξει στον Γιάννη και πλέον δεν τον γεμίζει αυτό;

Ξέρω γω, έχω ωριμάσει νομίζω λίγο και έχω έρθει αντιμέτωπος με διάφορα πράγματα στη ζωή μου που με κάνανε να καταλάβω ότι αν ασχολείσαι με μία τέτοιου είδους αξιολόγηση για τον εαυτό σου ή για τους άλλους, είναι ένα τελείως επιφανειακό χόμπι. Είναι σαν να λες μου αρέσει πιο πολύ η γεύση βανίλια στο παγωτό ή η γεύση σοκολάτα.

Βέβαια ξέρεις πως είναι κάτι το οποίο συντηρεί πολλές καριέρες στο χώρο σας.

Ναι βέβαια. Και τη δικιά μου συντηρούσε και πολλών συντηρεί μέχρι και σήμερα, αλλά δεν ξέρω στην πραγματικότητα αν όλο αυτό τελικά ενδιαφέρει το κοινό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα διαπροσωπικό παιχνίδι μεταξύ συνεντευξιαζόμενων και συνεντευξιαστών. Εντάξει το κοινό έχει τις προτιμήσεις του αλλά νομίζω πως αυτό στην πραγματικότητα πρέπει να έχει ακριβώς τη σημαντικότητα και τη βαρύτητα του να διαλέγεις πίτσα με πεπερόνι ή χωρίς. Είναι τόσο υποκειμενικό και τόσο ανούσιο που δεν έχει σημασία.

Ωστόσο επειδή έχεις βραβευτεί για το ταλέντο σου, θα ήθελα να μου πεις ποια είναι η άποψη σου για τα βραβεία. Γιατί, μία άποψη που λέει πως κάποιος είναι καλός ηθοποιός φεύγει γρήγορα ενδεχομένως, ενώ ένα βραβείο νομίζω πως μένει.

Ένα βραβείο σου δίνει κουράγιο να ξαναπροσπαθήσεις. Φαντάζεσαι πως θα μπορέσεις με την ίδια δύναμη να προσπαθήσεις πάλι όπως τότε που προσπάθησες και σου έδωσε αυτό το βραβείο. Που το βραβείο στην πραγματικότητα πριν το πάρω εγώ, το ήξερα ότι το αξίζω για τον εαυτό μου κι ας ακούγεται αυτό ψωνίστικο. Εννοώ ότι προσπάθησα πάρα πολύ και πήρα ένα βραβείο. Αυτό. Οπότε εγώ το είχα δώσει ήδη στον εαυτό μου, με την έννοια ότι βρήκα το κουράγιο και τη δύναμη να προσπαθήσω. Έχω πάρει βέβαια και βραβεία τα οποία δεν προήλθαν από δουλειά τρελή ας πούμε, οπότε το κάθε βραβείο πρέπει και το κοστολογώ διαφορετικά γενικά για τον κάθε ρόλο.

Εσύ με ποιες λέξεις θα σε χαρακτήριζες αν έπρεπε να συστηθείς ειλικρινά σε κάποιον;

Καλησπέρα Γιάννης. Τριαντάρης μεσόκοπος. Ξέρω γω (γέλια)

Λέω «ειλικρινά» επειδή σκέφτομαι τους «Παίκτες» και την εξαπάτηση που είναι ένα από τα στοιχεία της ιστορίας τους και νομίζω πως λίγο πολύ όλοι προσπαθούμε με αθώα ή πονηρά κίνητρα να εξαπατήσουμε τους άλλους, στα μικρά ή στα μεγάλα μας προβάλλοντας πολλές φορές κάτι άλλο από αυτό που είμαστε.

Σε μία γνωριμία νομίζω δεν έχει να κάνει τόσο με την εξαπάτηση όσο με το να δείξουμε τον καλό μας εαυτό, αποκρύπτοντας βέβαια κάποια στοιχεία μας ανάλογα το με ποιον μιλάμε. Και στο θέατρο που λέμε ότι μεταμορφωνόμαστε, απλά δείχνουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας που είτε εμείς φοβόμασταν να το δείξουμε, είτε δεν μπορούσαμε να το δείξουμε. Όπως είπε και η… «αγαπημένη» υπουργός πολιτισμού ότι εντός πολλών εισαγωγικών εξαπατάμε, αρχικά τον ίδιο μας τον εαυτό, θέλοντας να κατευθυνθούμε προς ένα σκέλος της προσωπικότητάς μας για να κερδίσουμε κάτι κάθε φορά. Είναι όπως όταν πας να μιλήσεις σε μία γυναίκα που τη θέλεις και αμέσως η φωνή σου θα κατέβει τόνο. Αυτό δεν νομίζω να γίνεται ούτε με πονηριά, ούτε με δόλο, απλά συμβαίνει υποσυνείδητα. Όμως σίγουρα υπάρχουν και πιο συνειδητοί τρόποι εξαπάτησης.

Στους «Παίκτες» πάντως βλέπουμε αυτούς τους τρόπους της άλλης εξαπάτησης. Πες μου για την παράσταση;

Η παράσταση επειδή είναι αυτοαναφορική ως ένα βαθμό, δηλαδή μιλάει για την τέχνη της εξαπάτησης. Δεν την παραλληλίζεις με το θέατρο, αλλά επειδή έρχεσαι εξαρχής να δεις θέατρο, κάτι δηλαδή που είναι παράσταση, παίζουμε με αυτό το στοιχείο και με αυτό τον όρο. Σαν να βλέπεις κάποιον να κάνει ένα πραγματικό σόου και ένα ψεύτικο. Η παράσταση αυτή είναι φτιαγμένη μεταξύ πολύ αγαπημένων φίλων, που γνωριζόμαστε από παιδιά με τους πιο πολλούς. Με κάποιους γνωριστήκαμε γύρω στα 17 με 18, με κάποιους γνωριζόμασταν και από πιο μικροί, στα 10 με 11. Και αυτό είναι νομίζω που δίνει μία φρεσκάδα στην παράσταση και μία μοναδικότητα. Κι ήταν ωραίο το ότι πήγε τόσο καλά! Εντάξει, το περιμέναμε να το αγαπήσει κάποιος κόσμος αλλά δεν φανταζόμασταν τόσο πολύ. Νομίζω ότι και επειδή ήταν και μετά τον κορονοϊό που και εγώ και οι άλλοι είχε τύχει να δουλέψουμε σε πιο σκοτεινές δουλειές και κουλτουριαρικες, είπαμε να κάνουμε κάτι που θα το γουστάρουμε και θα θυμηθούμε για ποιο λόγο κάναμε θέατρο. Που δεν ήταν ας πούμε για να εξερευνήσουμε τα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής μας. Ξέρεις, όλες αυτές τις θεωρίες που λέγονται… Αλλά θέλαμε να γουστάρουμε, να γελάσουμε, να λέμε τις βλακείες μας και από εκεί να βγει μία παράσταση που ο άνθρωπος που κατάφερε και το κράτησε όλο αυτό σε ένα επίπεδο παρουσιάσιμο ήταν ο Γιώργος ο Κουτλής που είχε την ικανότητα να το τιθασεύσει και να το τιθασεύει ακόμα μέχρι και σήμερα, με όλη αυτή τη μαλακία που μας δέρνει εμάς.

Τι έχει αλλάξει στον Γιάννη εκείνων των νεανικών χρόνων ή στο Γιάννη του «Νοτιά», που τον έμαθε ο πολύς ο κόσμος, μέχρι τον Γιάννη του σήμερα;

Έχει αλλάξει σίγουρα η φιλοδοξία μου. Δεν με ενδιαφέρει πια όσο με ενδιέφερε παλιά να είμαι ένας καλός ηθοποιός, ήταν κουραστικό αυτό για μένα. Έχουν αλλάξει οι αντοχές μου, θα ήθελα να δουλεύω πια πιο λίγο. Παλιά ήμουν σε φάση που ήθελα να κάνω τα πάντα, έλεγα πως ό,τι βρω μπορώ να το κάνω, να πάω στην Επίδαυρο, να κάνω μιούζικαλ, να κάνω τηλεόραση, κινηματογράφο, ήθελα πολύ να δουλέψω με ανθρώπους. Δεν με ένοιαζε γενικά. Και το έκανα όλο αυτό γιατί γούσταρα τότε να το κάνω. Αυτός ο κλοιός όμως έχει μικρύνει πάρα πολύ πια. Του τι θα θέλω πραγματικά να κάνω. Όποιος με ξέρει γνωρίζει πως πολύ δύσκολα πια θα δεχτώ να κάνω κάτι.

Και σιγά-σιγά βλέπω να δείχνεις και άλλα πράγματα που αγαπάς. Μας έδειξες ότι αγαπάς τη μουσική ή που πρόσφατα σκηνοθέτησες.

Ξέρεις τι γίνεται, αυτά τα είχα κι από πιο μικρός, αλλά με ενδιέφερε πιο πολύ να παίξω εκείνες τις εποχές. Τώρα πια μπορώ να πω ότι τα έκανα κι αυτά, και μία χαρά πήγανε και θα μπορούσα να τα ξανακάνω. Είναι ωραίο ξέρεις το ότι μπορώ και εγώ να αντιληφθώ τον εαυτό μου σε κάτι διαφορετικό, γιατί εντάξει, το ηθοποιηλίκι να το πας μέχρι τέλος είναι δύσκολο.

Και ποιο είναι αυτό το τέλος;

Ξέρω γω, να μην μπορείς να σηκωθείς από το κρεβάτι σου. Είναι κάπως πολύ εγωκεντρικό και πολύ δύσκολο. Για την εμπειρία που έζησα από το σπιρτόκουτο ας πούμε, είναι πολύ πιο όμορφο να βλέπεις να χαίρονται οι άνθρωποι γύρω σου και να το έχεις οργανώσει εσύ όλο αυτό που φέρνει τη χαρά τους και την αγάπη για αυτό που κάνουνε, από το να πηγαίνεις από παράσταση σε παράσταση προσπαθώντας να χαρείς εσύ μέσω του εαυτού σου και της ερμηνείας σου. Το άλλο είναι πιο ομαδικό παιχνίδι ας πούμε.

Αλλάζουν τα συναισθήματα που νιώθεις όταν είσαι στη σκηνή και κάνεις έναν ρόλο από όταν είσαι στη σκηνή και παίζεις μουσική;

Είναι διαφορετικά. Με τη μουσική νιώθω να είμαι πιο ερασιτέχνης, δεν έχω αναγκαστεί να παίξω μουσική πολύ κουρασμένος, πολύ εξαντλημένος. Στο θέατρο παίζω από πάρα πολύ μικρός και έχω αναγκαστεί να παίξω σε στιγμές της ζωής μου. Νομίζω ότι εκεί ξεχωρίζει ο επαγγελματίας, γιατί είναι ένα επάγγελμα που πρέπει να το κάνεις ενώ μπορεί να μη θέλεις. Να μη θέλεις να παίξεις ένα βράδυ. Εκεί ανακαλύπτεις και πράγματα για την τέχνη σου. Δηλαδή πώς θα παίξεις κάτι που είναι πολύ έντονα δύσκολο ενώ δεν θέλεις να το κάνεις και πρέπει να το κάνεις. Αυτό ευτυχώς με τη μουσική δεν μου έχει συμβεί, επειδή δεν είμαι μουσικός και δεν μπορώ να παίξω επαγγελματικά ένα κονσέρτο , οπότε δεν έχω αναγκαστεί ποτέ να πρέπει να πιέσω τη ζωή μου. Είναι από επιλογή μου. Οπότε είναι πολύ πιο ωραίο, αθώο και γλυκό. Λες θα κάνω κανένα live με κανένα φίλο μου να γουστάρουμε και ως εκεί. Δεν υπάρχει δηλαδή αυτό που κάνουμε στο θέατρο, που λες πρέπει να κάνω 30 παραστάσεις και να δούμε πώς θα πάει με τον κόσμο. Όταν κάτι είναι το επάγγελμα σου, ούτως ή άλλως είναι ξενέρωτο, σε οποιαδήποτε τέχνη μπορεί να συμβαίνει αυτό. Θα έπρεπε αλλιώς να είναι τζάμπα όλα, και να μην πληρώνεσαι για αυτό και να μην πληρώνει και ο άλλος για να το δει.

Γιατί νιώθω πως κρατάς αποστάσεις από την τηλεόραση;

Το αστείο είναι ότι βλέπω τηλεόραση και μάλιστα πάρα πολύ. Για μένα είναι πολύ πρακτικό το ζήτημα, γιατί όποτε με παίρνουν τηλέφωνο για κάτι, με παίρνουν μία δύο εβδομάδες πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, εγώ όμως δεν το έχω για να ξεκινήσω τόσο γρήγορα. Δεν είμαι τόσο καλός ώστε σε μία, δύο εβδομάδες να μπορώ να ετοιμαστώ και έχω πάντα πάρα πολύ δουλειά στο θέατρο αυτά τα χρόνια. Φέτος σκηνοθετούσα και έπαιζα, δεν γινόταν να κάνω και γύρισμα με τίποτα.

Έχεις δει δουλειά στην τηλεόραση που σου είχε προταθεί και δεν την έκανες;

Όχι δυστυχώς. Είναι όμως πολύ κουλά και τα δικά μου τα γούστα. Κάτι που μπορεί να μη μου άρεσε, όταν το δω τελικά μπορεί να μου αρέσει. Ξέρεις επειδή είμαι παιδί μιας γενιάς που έχουμε δει ξένη τηλεόραση, είναι πολύ δύσκολο να συγκρίνω την ελληνική. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο νομίζω ότι απέχουμε. Ωστόσο πηγαίνουν πλέον καλύτερα τα πράγματα, υπάρχουν φέτος σειρές που είναι πολύ ωραίες. Μακάρι να μου δοθεί η ευκαιρία να παίξω κάτι που να είναι στα δεδομένα τα σωστά για μένα.

Επιστρέφοντας στην παράσταση «Παίχτες», πες μου δυο λόγια για αυτόν τον ακραίο τύπου που ερμηνεύεις στον ρόλο σου;

Είναι ο εγκέφαλος της κομπίνας πού στήνεται εις βάρος ενός άλλου ήρωα, και είναι αρκετά γοητευτικός σαν ρόλος γιατί είναι το κέντρο αυτής της διαδικασίας της εξαπάτησης. Μπορείς από τη μία στιγμή στην άλλη να αλλάξεις πρόσωπα, να το παίξεις καλός να το παίξεις κακός ή αθώος και αυτός που δίνει τον τόνο σε όλη την κομπίνα. Είναι ένας ωραίος ρόλος. Βέβαια νομίζω ότι στον κόσμο του Γκόγκολ αυτά τα πράγματα έχουν παραμείνει σαν σύμβολα, δεν είναι χαρακτήρες που αν πάρεις και τους διαβάσεις αμέσως σκιαγραφείται μία ερμηνεία γιατί ήθελε αυτό το πράγμα πολλή δουλειά και επέμβαση για να φαίνεται και στη σκηνή.

 Είναι πρόκληση για σένα να γνωρίζεις ακραίους τύπους της ζωής σου η τους αποφεύγεις ζώντας μία πιο ήσυχη ζωή;

Για μένα ήταν τρελή πρόκληση όταν ήμουν μέχρι τα 25, 26 ας πούμε. Ο, τι περίεργο τύπο μπορούσα να συναναστραφώ, τον συναναστρεφόμουν και ίσως και να το επιδίωκα κιόλας. Τώρα δεν με ενδιαφέρει καθόλου, οτιδήποτε μποέμ ή οτιδήποτε out of the box ή οτιδήποτε underground – όλες αυτές οι σιχαμένες λέξεις όταν μιλάμε για χαρακτήρες ας πούμε – έχει καταρριφθεί πλήρως για μένα. Όλοι αυτοί που κάτι τους καθιστά ενδιαφέροντες έχει συμβεί να καταρρίπτονται μπροστά μου, οπότε πια δεν θα το αναζητήσω, δεν με ενδιαφέρει τόσο.

Η ζωή στα τριάντα και κάτι στην Ελλάδα είναι ωραία;

Είναι ακριβώς η ηλικία που από τη μία έχεις καταλάβει ότι δεν θα αλλάξει τίποτα, ότι δεν θα ασχοληθείς με τα κοινά και με την κοροϊδία του τόπου μας, κι από την άλλη αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό συμβαίνει τελικά σε όλο τον πλανήτη. Ξέρεις, αυτό καμιά φορά που λένε πως η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, εγώ νομίζω πως και αλλού το ίδιο συμβαίνει. Μπορεί σε μία άλλη χώρα να προβάλλουν ένα παιδί που θα βγει πρώτος σε αγώνες αλλά μπορεί να έχει κάποιο άλλο πρόβλημα όπως π.χ. η Σουηδία ας πούμε που έχει υψηλά ποσοστά κατάθλιψης. Νομίζω λοιπόν πως θέλουμε να γκρινιάζουμε και να λέμε πως κάθε χθες είναι και καλύτερα. Η ζωή όμως είναι ένας ωραίος κύκλος που μέσα σε αυτόν θα πρέπει να βρούμε μικρά ψήγματα χαράς και αισιοδοξίας. Για μένα τουλάχιστον αυτό ισχύει.

Έκανες κι εσύ μία καταγγελία πριν καιρό για ένα metoo που ακόμα υποθέσεις του είναι σε εξέλιξη. Ωστόσο τώρα, παίρνοντας απόσταση πλέον, θεωρείς πως είχαν μία καλή κατάληξη όλα αυτά;

Ναι υπήρξε μία καλή κατάληξη. Γιατί σταμάτησαν τα πολύ σκληροπυρηνικά bullying σε σχέση με αυτό που είχαμε πριν στο θέατρο. Νομίζω πως κάποιος που έχει μία κακοποιητική συμπεριφορά, τώρα πια θα το σκεφτεί και δύο και τρεις φορές για να κάνει κάτι. Το σίγουρο είναι ότι από όλο αυτό δεν μπορεί να επηρεαστεί το θέατρο. Το θέατρο έχει να κάνει με το αποτέλεσμα, με την παράσταση. Τώρα από κει και πέρα όλο αυτό το παρασκήνιο με το ποιος, που, πότε και τα λοιπά, δεν νομίζω να ενδιαφέρει κανέναν, ούτε από εμας αλλά ούτε από το κοινό. Απλά φεύγουν από το θέατρο άνθρωποι που είναι κακοί. Ως εκεί. Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ ότι επηρεάζει είναι στα νέα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με το θέατρο και για τους καημένους τους γονείς τους που θα λένε πού θα πας να μπλέξεις. Αλλά είναι μία κατάσταση αυτή που τη βιώνουμε ούτως ή άλλως πολλά χρόνια εμείς, που άμα θέλει ένα παιδί να πάει στο θέατρο, είναι λίγοι οι γονείς που θα χαρούν και θα βοηθήσουν.

Τι άλλο θα κάνεις από δω και πέρα;

Δεν θα κάνω τίποτα, θα σταματήσω. Θέλω να ξεκουραστώ. Μέχρι να μου έρθει η όρεξη δηλαδή να κάνω κάτι. Θα τελειώσουμε από εδώ στη Θεσσαλονίκη, θα γυρίσω στην Αθήνα, θα φτιάξω κάτι κουρτίνες για το τροχόσπιτο μου και έφυγα για εκεί.

Ποιο τραγούδι ακούς πιο συχνά τον τελευταίο καιρό;

Ακούω και γουστάρω πολύ το “When I Grow Up”. Είναι ένα κομμάτι από το «Matilda the musical».

*Οι “Παίχτες” θα συνεχίσουν με τις τελευταίες παραστάσεις τους στη Θεσσαλονίκη, από την Τετάρτη 10 μέχρι Κυριακή 14 Μαΐου στο Ράδιο Σίτυ.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα