ο-γιώργος-ι-αλλαμανής-για-την-λιλιπού-898851

Βιβλίο

Ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής για την "Λιλιπούπολη" και το Χατζιδακικό Τρίτο

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο του "Στον καιρό της Λιλιπούπολης" και για μία ραδιοφωνική εποχή που μοιάζει να έχει χαθεί

Δεν πάει καιρός που πήρα στα χέρια μου το εξαιρετικό βιβλίο «Στον καιρό της Λιλιπούπολης» του δημοσιογράφου Γιώργου Ι. Αλλαμανή, με κεντρικό του θέμα την θρυλική ραδιοφωνική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, την τριετία 1977 – 1980 υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι και η επιθυμία μου ήταν, να μιλήσω μαζί του για όσα βρήκε στην έρευνα του και έγραψε.

Ένα πολύτιμο υλικό που ζωντανεύει την εποχή εκείνη, εντός και εκτός ραδιοφώνου, βάζοντας φως σε γεγονότα και πρόσωπα που συνέθεσαν την διαχρονικότητα της «Λιλιπούπολης» μέσα σε έναν εξαιρετικό τόμο που φτιάχτηκε ως ιστορικό κόσμημα 350 σελίδων, που ενημερώνει και ταξιδεύει τον αναγνώστη.

Ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής, είναι δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός και συγγραφέας του βιβλίου «Στον καιρό της Λιλιπούπολης» [Εκδόσεις Τόπος], καθώς και του βιβλίου «Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου / Δίχως Καβάτζα Καμιά» [Νέα Σύνορα – Α.Α Λιβάνη] που κυκλοφόρησε το 2000 και, όπως μου αποκαλύπτει, σκέφτεται να ξανατυπώσει. 

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του, ο Γιώργος Ι. Αλλαμανής μιλάει στην Parallaxi για την απόφαση του να καταγράψει την ιστορική συνύπαρξη όλων αυτών των ανθρώπων, για την έρευνα που έκανε, τα ντοκουμέντα που ανακάλυψε και παραθέτει στις σελίδες και την εποχή, που τον γοητεύει για να ψάξει και να γράψει στο επόμενο βιβλίο του. 

Να ξεκινήσουμε με τη δική σας ιδέα ή ανάγκη να φτιάξετε ένα βιβλίο για την «Λιλιπούπολη». 

Η μαύρη αλήθεια είναι ότι δεν άντεχα την «Αθηνούπολη». Ιδίως μετά την απόσυρση των μαζών απ’ τις πλατείες, την απομάγευση του Ιουλίου του 2015, την ανάθεση θαμπών αιτημάτων στην κυβερνώσα Αριστερά, την ολισθηρή φτώχεια, τους φίλους «που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν». Βάλτε στο ζύγι τους γέροντες και τους ανηλίκους που ηθικώς και ορθώς χρεωθήκαμε οι μεσήλικες. Α, και το χάλι των περισσότερων ΜΜΕ, μόνιμη πηγή εκνευρισμού! Πρώτη φορά κινούσα κάθε μέρα να πάω σε εφημερίδα, και δη «αριστερή», βλαστημώντας.

Να δραπετεύσω από τη χώρα; Δεν υπήρχε δεκάρα. Υπήρχαν η γυναίκα μου, οι φωτεινές εκλάμψεις των παιδιών μου, δέκα ακριβοί φίλοι μου κι ένα σπιτάκι σε μια μυστική πλαγιά του νότιου Πάρνωνα. Αποφάσισα να πέσω στην κουνελότρυπα σαν την Αλίκη. Το νέο μου σύμπαν περιελάμβανε την ψαροταβέρνα του Δυστροπόπιγκα «Το τρελό μπαρμπούνι», το «Σπίτι με τα 101 τριαντάφυλλα» της Όφης Σόφη στο Πόρτο Λίλι, το μισογκρεμισμένο κάστρο του Δρακατώρ, τον ραδιοσταθμό του δημοσιογράφου Μπρίνη και βόλτες με το αρχαίο πλοίο «Φύστικος», με μια ανθισμένη φυστικιά για κατάρτι.

Πώς προέκυψε και τι ήταν αυτό που επιθυμούσατε να βγει από αυτή την πενταετή έρευνα και συγγραφή;

Κατά βάθος, επιθυμούσα πρωτίστως να ταξιδέψω στην εποχή του Τρίτου Προγράμματος επί Μάνου Χατζιδάκι. Μετά να κατανοήσω τί ήταν η εκπομπή «Εδώ Λιλιπούπολη» απ’ την οποία άστραφταν τα – εξαιρετικά ασφαλώς – τραγούδια της, να συλλέξω μνήμες από τους ζώντες συντελεστές της και, στο τέλος της διαδρομής, να γράψω ένα βιβλίο. Δεν ήξερα ότι θα μου ‘παιρνε πέντε χρόνια όλο αυτό. Θα μπορούσε να πάρει περισσότερα αν δεν είχα βάλει «ωράριο εργασίας όπως κάνουν όλοι οι συνάδελφοι με πείρα».

g-i-allamanis-02-foto-makis-gkartzopoylos.jpg
Φωτογραφίες: Μάκης Γκαρτζόπουλος

Υποθέτω πως μία από τις δυσκολίες που συναντήσατε θα ήταν ο όγκος των πληροφοριών που έπρεπε να διαχειριστείτε. Πώς ήταν η περίοδος συγγραφής αυτού του βιβλίου;

Ο όγκος ήταν τεράστιος. Αλλά επειδή βιοπορίζομαι δεκαετίες στο… πιλοτήριο της αρχισυνταξίας και κάθε μέρα επιλέγω εν θερμώ, τιτλοφορώ, κόβω, ράβω και τακτοποιώ κείμενα, εικόνες και πληροφορίες, σχεδιάζοντας και τις επόμενες μέρες, υπήρχε συσσωρευμένη εμπειρία στη διαχείριση της ύλης – ας την πω έτσι. Οι ψηφιακές αποθήκες προσφέρουν χώρο. Άλλο ήταν το διπλό στοίχημα. Η χρηστική καταγραφή των ντοκουμέντων και η σύνθεσή τους σε ένα ελκυστικό ανάγνωσμα.

Η περίοδος της συγγραφής ήταν μια μακρά στιγμή Ορθού Λόγου που κράτησε 15 μήνες. Λίγες ερευνητικές εκκρεμότητες είχαν απομείνει. Η τέχνη μας είναι η τέχνη της ακριβούς διατυπώσεως, της εκλαΐκευσης, του σεβασμού στα γεγονότα και τον αναγνώστη. ‘Όταν όμως προέκυψαν τα πρώτα κεφάλαια μ’ έπιασε μια ελεγχόμενη ανασφάλεια. Κατέφυγα σε επτά ανθρώπους που εκτιμώ, ζήτησα εμπιστευτικά την αυστηρή γνώμη τους. Μου την έδωσαν μαζί με ένα ωραιότατο πράσινο φως.

Παράλληλα η σελιδοποίηση γινόταν κεφάλαιο – κεφάλαιο, σαν να «κλείνανε» τα άρθρα πολυσέλιδου ένθετου. Αυτό ήξερα, αυτό έκανα. Η γυναίκα μου είναι γραφίστρια σελιδοποιός, είχα το πλεονέκτημα της έδρας σε 24ωρη βάση. Φυσικά όταν τέλειωσε η συγγραφή το βιβλίο διαβάστηκε και διορθώθηκε ξανά και ξανά. Και ξανά.   

Να σας πάω πίσω και να μου περιγράψετε λίγο την εποχή που ακούσατε για πρώτη φορά την Λιλιπούπολη;

Τα τραγούδια του διπλού δίσκου με μαέστρο τον Χατζιδάκι τα λάτρεψα από την πρώτη στιγμή, το 1981, κι ας ήμουνα 17 χρονών και μάλλον με «ροκ» προτεραιότητες. Τα επεισόδια όμως τα πρόσεξα σχεδόν 40άρης, μετά την πρώτη αναμετάδοσή τους απ’ την ΕΡΤ το 2002-2003 και με άρπαξαν από τον γιακά. Είχαν τη δύναμη του υψηλής αισθητικής συλλογικού έργου τέχνης. Κατάλαβα ότι πολλά απευθύνονταν σε ενήλικες, αλλά ο μανδύας της «παιδικής εκπομπής» τα κρατούσε μακριά από το ευρύ κοινό.

Η μεγάλη έρευνα που κάνατε, τι «αποκαλύπτει» σε εσάς αλλά και στους αναγνώστες για τον Μάνο Χατζιδάκι και την εποχή που μεσουρανούσε το Τρίτο Πρόγραμμα και η «Λιλιπούπολη» που, ενδεχομένως, δε γνωρίζαμε μέχρι τώρα;

Η λατρευτική δημοσιογραφία και τα μελό ποστ στα social media δεν άφηναν πολλά περιθώρια για ψύχραιμη έρευνα της «υπαλληλικής περιόδου» του Χατζιδάκι (1975 – 1982). Κανείς δεν γνώριζε τί ακριβώς έκανε στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ή στο Τρίτο. Βασίλευαν και βασιλεύουν… η εξιδανίκευση, οι σκόρπιες πληροφορίες και οι ατεκμηρίωτες βεβαιότητες.

Παράδειγμα: ο τότε υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας ουδέποτε δήλωσε – τουλάχιστον δημοσίως – «Ακούμε Τρίτο (ή Λιλιπούπολη) και νομίζουμε ότι ακούμε Ράδιο Μόσχα». Ούτε υπήρξε καμία «σειρά του ΚΥΡ στην Ελευθεροτυπία» με τίτλο «Η Τσαλδαρούπολη», ένα σκίτσο είναι όλο κι όλο (φαρμακερό βέβαια…) στο περιοδικό «Επίκαιρα». Δεν υπήρχε μια σοβαρή βιογραφία του Μάνου, ούτε κανείς είχε εντοπίσει και βάλει σε χρονολογική σειρά τα πόστα που ανέλαβε.

Μια «αποκάλυψη» του «Στον καιρό της Λιλιπούπολης» είναι ότι αυτό το βιβλίο τεκμηριώνει για πρώτη φορά τον «καιρό του Χατζιδάκι» ως δημόσιου λειτουργού στη Μεταπολίτευση.

Όσο για την ίδια τη «Λιλιπούπολη» – προϊστορία, περιοδολόγηση, περιεχόμενο επεισοδίων, σχέση με την εποχή, άρωμα ζωής, τα έργα και τα πάθη των συντελεστών της – ήταν ή άγνωστα ή μισοχωμένα στον μύθο και τη λήθη.

Με το τέλος της Λιλιπούπολης, αρχίζει μία νέα εποχή στο ραδιόφωνο αλλά και στην Ελλάδα, σε πολλά επίπεδα;

Για να είμαι ειλικρινής, δεν το πολυπιστεύω. Δεν άφησε τόσο ισχυρό ραδιοφωνικό αποτύπωμα η «Λιλιπούπολη» – ως εκπομπή, ως επεισόδια, δεν μιλάμε για τα δημοφιλέστατα τραγούδια της. Αυτά ναι, στην τραγουδοποιία μας για παιδιά προκάλεσαν τέτοιο σεισμό που μιλάμε για εποχή πριν και μετά τη Λιλιπούπολη.

Ένα είδος ραδιοφωνικής άνοιξης προέκυψε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Ακολούθησε μία δεύτερη άνοιξη, τέλη ’80 με αρχές ‘90, όταν καταργήθηκε το κυβερνητικό μονοπώλιο στις συχνότητες. Γρήγορα εξανεμίστηκαν όλα αυτά. Θυσιάστηκαν στο βωμό των play list και των διαφημίσεων. Σήμερα φτύνεις αίμα να βρεις σκόρπιους μουσικούς παραγωγούς με γνώση και άποψη, οι δε ραδιοσταθμοί που εκπέμπουν πολιτιστικό στίγμα είναι ελάχιστοι, όπως ο ηρωικός «958» της ΕΡΤ3 στη Θεσσαλονίκη.

Στην Ελλάδα «όλα» άλλαξαν μετά το 1981 και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αλλά αυτό σχετίζεται με διεργασίες ευρύτατες, συνδεδεμένες με το Big Bang της Μεταπολίτευσης.

g-i-allamanis-01-foto-makis-gkartzopoylos.jpg

Η επιτυχία αυτής της ραδιοφωνικής εκπομπής, πιστεύετε πως οφείλεται εξίσου σε όλους τους συντελεστές της; Εννοώ, ήταν και κάποιοι που ενδεχομένως είχαν τη μεγαλύτερη ευθύνη στη δημιουργία της και εκ των πραγμάτων μπορούμε να πούμε ότι απολάμβαναν και το μεγαλύτερο μερίδιο επιτυχίας ή μετά την έρευνα σας νιώθετε πως όλα τα «κομμάτια» ήταν το ίδιο σημαντικά και πολύτιμα;

Η επιτυχία της Λιλιπούπολης τότε δεν οφείλεται σε συντελεστές που είχαν μεταξύ τους ίσα μερίδια, ούτε κατέληξε περιουσιακό στοιχείο εξ αδιαιρέτου. Τι θα ήταν άραγε αυτή η εκπομπή χωρίς το αρχικό πείσμα της Ρεγγίνας Καπετανάκη, το πολιτικό αισθητήριο της Άννας Παναγιωτοπούλου ως σεναριογράφου, την μπουφόνικη φλέβα λαϊκού κωμικού του Βασίλη Μπουγιουκλάκη-Χαρχούδα, τις μουσικές των τεσσάρων συνθετών, τους στίχους της Μαριανίνας Κριεζή; Οι πάντες προσέφεραν αποχρώσεις από τις καλλιτεχνικές τους παλέτες, αλλά μερικά «χρώματα» είναι πιο σημαντικά, πιο πολύτιμα από άλλα.

Πρόσφατα «έφυγε» η Μαριανίνα Κριεζή που για πάντα «κουβαλούσε» την Λιλιπούπολη μαζί της, συναισθηματικά και καλλιτεχνικά. Ποια η άποψη σας για αυτή τη γυναίκα;

Για τον άνθρωπο Μαριανίνα δεν μπορώ να έχω άποψη γιατί την γνώρισα ελάχιστα, αν και η γνωριμία μας είχε ισχυρό αντίκτυπο στην έρευνά μου. Ως ποιήτρια την θεωρώ κορυφαία, με την έννοια που έχει η ευλογημένη διείσδυση των ποιητών στη συλλογική παρηγορία που λέγεται ελληνικό τραγούδι. Εννοώ το στιχουργικό-ποιητικό σύμπαν λεξουργών (συγχωρήστε μου τον νεολογισμό) όπως η ίδια, ο Νίκος Γκάτσος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Κ.Χ.Μύρης, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Μανόλης Ρασούλης και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου.

Νιώθετε κι εσείς – όπως εγώ – πως είναι ένα ιδιαίτερα πολύτιμο βιβλίο που (απο)καλύπτει μία ρομαντική περίοδο της ζωής μας, μέσα από ιστορίες και ανθρώπους που γνωρίζαμε αλλά και μέσα από νέα στοιχεία (όπως οι ανέκδοτοι στίχοι της Κριεζή) που συμπληρώνουν ένα παζλ;

Σας ευχαριστώ για την διατύπωση της ερώτησης, δυσκολεύομαι να σας απαντήσω γιατί θα πέσει ο «κόφτης» που έχω τοποθετήσει στα σύνορα της αυτογνωσίας με την κόκκινη γραμμή του ναρκισσισμού. Αν το βιβλίο μου συμπληρώνει πολύτιμα ένα παζλ όπως λέτε, μάλλον θα υπερασπιστεί τελικά μόνο του τον εαυτό του. Όμως πάντα θα υπάρχουν κι άλλα κομμάτια προς αναζήτηση.

Εκπομπές όπως η Λιλιπούπολη γιατί δεν βρίσκουν έδαφος ή δυναμική στο σημερινό ραδιόφωνο, ενδεχομένως με μία άλλη έστω μορφή, που να μπορούν να εκφράσουν ίσως τη σημερινή εποχή;

Γιατί ο καιρός του χατζιδακικού Τρίτου έχει ρίξει άγκυρα αμετάκλητα στο παρελθόν, μπορεί ίσως να εμπνεύσει αλλά όχι να επαναληφθεί. Δεν είμαι καλλιτέχνης, δεν ξέρω με ποια μορφή μπορεί να απευθυνθεί κανείς σήμερα στα παιδιά ή/και στην πατρίδα των παιδικών χρόνων των ενηλίκων. Εξάλλου το αόρατο βασίλειο του ραδιοφώνου παλαιού τύπου, όπως κυριάρχησε πριν υπερφορτωθεί η ζωή μας με εικόνες που διαδέχονται καταιγιστικά η μία την άλλη, μάλλον δεν μοιάζει ικανό να ερεθίσει την παιδική φαντασία.

Είναι και οι καλλιτεχνικές συνεργασίες που νιώθω πως είναι πια ή πιο δύσκολες ή λιγότερο ουσιαστικές στην εποχή μας;

Έχετε δίκιο, αλλά αυτό ισχύει περισσότερο για τους μεγαλύτερους σε ηλικία και «ώρες πτήσης» καλλιτέχνες. Αρκετοί νεότεροι ενώνουν τις δυνάμεις τους: ραπάρουν και φτιάχνουν hip hop crews, συγκροτούν θεατρικούς θιάσους, εκθέτουν ομαδικά τις εικαστικές τους προτάσεις, γεννούν τραγούδια και κάνουν συναυλίες σε πιθανούς και απίθανους χώρους, επαναδιαχειρίζονται την παράδοση, στήνουν events με κοινό ή διαδικτυακά. Τώρα που ο κόσμος ξεμανταλώνει από την πανδημία, ας ελπίσουμε ότι τα ρυάκια της νεανικής δημιουργικότητας θα φουσκώσουν. Κι ας αξιώσουν οι Μούσες τους νέους να ξεχωρίσουνε την ήρα απ’ το στάρι.   

giwrghos-i-allamanis-02.jpg

Τι είναι η Λιλιπούπολη για εσάς;

Η τελευταία και πιο αγαπημένη μου σφραγίδα στο δημοσιογραφικό μου διαβατήριο. Μία από τις Μητροπόλεις των Ονείρων. Ένας οδικός χάρτης για μια περιοχή της Μεταπολίτευσης. Ένα κομμάτι του soundtrack με το οποίο κοιμόντουσαν τα παιδιά μου όταν ήταν μικρά.

Τι αφήνει μέσα σας ένα βιβλίο που γράφετε και αφήνετε «ελεύθερο» μετά;

Μόνο χαρά αφήνει. Ενηλικιώνονται τα βιβλία όταν συναντούν το κοινό τους, αν τους είναι γραφτό. Δεν έχω και τεράστια πείρα, το «Στον καιρό της Λιλιπούπολης» είναι το δεύτερο βιβλίο μου μετά τη βιογραφία του Νικόλα Άσιμου «Δίχως καβάτζα καμιά» η οποία κυκλοφόρησε το 2000 και κάποια στιγμή σκέφτομαι να την ξανατυπώσω.

Κάποτε οι ματιές των άλλων γίνονται travelling σε αλλόκοτα τοπία που δεν τα υποψιαζόμουν. Όχι συχνά, δεν γράφω ποίηση ούτε science fiction. Αν όμως αναγνωρίζω στον εαυτό μου το δικαίωμα σε μια λοξή ή αιρετική ανάγνωση, το αναγνωρίζω και σε κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια.

Αν θα κάνατε μία μεγάλη έρευνα ξανά για ένα επόμενο βιβλίο σας, σε ποια εποχή θα γυρνούσατε;

Θα ‘θελα να βρω το θάρρος και τα ερευνητικά εργαλεία να τριγυρίσω σε μια εποχή τόσο παλιά που δεν θα ‘χει επιζώντες, δεν θα αναζητώ τη «μνήμη των ζωντανών» σε συνεντεύξεις. Τέλη του 19ου αιώνα, Μεσοπόλεμος, ο πολιτισμικός μικρόκοσμος ενός αστικού κέντρου ή μιας επαρχίας – τέτοια πράγματα. Αλλά πάλι, είναι σκέτος πειρασμός να ξέρεις ότι ζουν οι πληροφοριοδότες, ότι η Ιστορία δεν έχει ρίξει τους προβολείς της, ότι ίσως εσύ προτείνεις πρώτος ένα αφήγημα.

Φωτογραφίες: Μάκης Γκαρτζόπουλος