Περικλής Σφυρίδης: Το πιο πολύτιμο μάθημα που πήρα είναι να μην λες ποτέ ότι τα ξέρεις όλα
Ο συγγραφέας, εκδότης, ζωγράφος και γιατρός, μια ιστορική φυσιογνωμία της πόλης, σε μια εξομολόγηση για τη ζωή και την πορεία του
Εικόνες:Ανδέας Σφυρίδης
Ο Περικλής Σφυρίδης γεννήθηκε το 1933 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Απόφοιτος του Αμερικανικού Κολεγίου «Ανατόλια» της τάξης του 1952. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ως μαθητής της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής) και εργάστηκε ως καρδιολόγος μέχρι το 1994.
Διετέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης από το 1975 ως το 1981. Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός, ανθολόγος. Πεζά του κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε αρκετές γλώσσες. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δέκα τέσσερις συλλογές διηγημάτων, δύο μυθιστορήματα και ένα αυτοσχόλιο πνευματικής πορείας. Κυκλοφόρησε μελέτες για λογοτέχνες, ζωγράφους και τρεις ανθολογίες για τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης, μία εκ των οποίων μεταφράστηκε στα γερμανικά και άλλη στα αγγλικά. Συνεργάστηκε με τα περισσότερα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά.
-Υπάρχουν πρόσωπα που εκτίμησα πολύ όταν τα γνώρισα. Τον Βαφόπουλο για παράδειγμα. Είχαμε πολλές κουβέντες, πολλές… Ο Βαφόπουλος είχε μια χρονιά αναπνευστική ανεπάρκεια. Είχε ένα πνευμονολόγο. Αν τον έπιανε η κρίση Σαββατοκύριακο. Δεν μπορούσε να βρει κανέναν φώναζε εμένα. Και αφού πήγαινα και του έκανα τα απαραίτητα, μια κορτιζόνη και τα λοιπά, μετά μου έλεγε, κάτσε, γιατί θέλω να μιλήσουμε, και μιλούσαμε με τις ώρες. Τον Βαφόπουλο τον γνώρισα πάρα πολύ καλά.
-Για τον δεύτερο που θέλω να πω, είναι ο Κάρολος Τσίζεκ, Τσέχος, γεννήθηκε στην Ιταλία. Εδώ ήρθε οχτώ χρονών, δέκα. Υπήρχε μια καλτσοβιομηχανία που λεγόταν Μέλισσα. Και ο πατέρας του είχε αυτή τη δουλειά. Έκανε σχέδια για τις κάλτσες και ήρθε εδώ πέρα, έβγαλε το ιταλικό σχολείο και διορίστηκε μετά καθηγητής στο Ιταλικό Τμήμα το Πανεπιστήμιο μας, μια θέση που προβλεπόταν για έναν ο οποίος δεν είχε υπηκοότητα. Μετά του αφαίρεσαν την τσέχικη τυπικότητα. Έμεινε για ένα διάστημα χωρίς να έχει υπηκοότητα μέχρι που πήρε σύνταξη από εκεί και μετά πήρε την ελληνική υπηκοότητα και βαφτίστηκε ορθόδοξος χριστιανός με ποιον κουμπάρο; Τον Γιώργο Ιωάννου.
-Γνώρισα και πολύ καλά τον Πεντζίκη. Είμαι ο μόνος ο οποίος κατόρθωσε να καταλάβει τι είναι η ψηφαρίθμηση. Ο Πεντζίκης είχε ένα άλλο πρόβλημα. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Διάσπαση προσοχής. Έλεγε δεν μπορώ να επικεντρώσω την προσοχή μου περισσότερο από μερικά λεπτά, αλλά μπορώ να την επεξεργάζομαι ως στοιχείο μνήμης και να κάνω το έργο μου. Και ο Χριστιανόπουλος και ο Πεντζίκης, όταν τους γνώριζες, θέλανε να σε καθηλώσουν με τις γνώσεις. Και απορούσες καμιά φορά.
-O Χριστιανόπουλος ήξερε τόσα πράγματα από ιατρική, από γεωπονία. Αυτός ήταν ο άνθρωπος που έκανε τις διατριβές διαφόρων επί πληρωμή και κάνοντας μια διατριβή ενός γιατρού μάθαινε τα ιατρικά, ενός γεωπόνου, τα γεωπονικά. Και είχε και μια τεράστια μνήμη. Όταν έπαθε το πρώτο εγκεφαλικό, του κάναμε μια αξονική στο ΑΧΕΠΑ, ο Γιάννης ο Μυλωνάς, που ήταν τότε ο καθηγητής εξαιρετικός, μου λέει, ρε αυτός, είναι για να το δείξεις για συνέδριο. Καθώς μπορούσε να θυμάται 200 ονόματα απ’ έξω.

-Ο Τσίζεκ ήξερε πολύ περισσότερα από όλους. Είχε αισθητική καλλιέργεια και τα λοιπά. Αλλά δεν σε έφερνε σε την αμηχανία. Μάθαινες σιγά-σιγά. Γι’ αυτό και εγώ θεωρώ δάσκαλό μου περισσότερο τον Τσίζεκ και όχι τον Χριστιανόπουλο. Και είχε μια πολυδιάστατη μόρφωση. Από τον Τσίζεκ έμαθα πολλά. Με όλους αυτούς, τελικά, γινόμουν και ο γιατρός τους. Υπήρχε, δηλαδή, μια διπλή σχέση. Και με τον Τσίζεκ. Και με τον Χριστιανόπουλο. Και με τον Βαφόπουλο. Και με τον Πεντζίκη. Γιατί ο Πεντζίκης ήταν και ζαχαροδιαβητικός. Έτσι, τους γνώρισα πάρα πολύ καλά.
-Στη λογοτεχνία τα πράγματα άλλαξαν. Υπήρχαν κριτικοί που έκριναν. Υπήρχαν εκδηλώσεις που γίνονταν μεγάλες. Εγώ προσωπικά έκανα πέντε συνέδρια για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης. Αν ερχόταν κανείς να βγάλει βιβλίο στη Διαγώνιο έπρεπε πρώτον να έχει ποιότητα. Δεύτερον, να ακολουθήσει τις αισθητικές κατευθύνσεις της Διαγωνίου.
Ρεαλισμός, με στοιχεία από το μοντέρνο που ενσωματώνουν και προχωρούν το ρεαλισμό. Εγώ θα τον έλεγα εξομολογητικός ρεαλισμός. Από εκεί και πέρα έπρεπε να πληρώσει τυπογράφο εξαιρετικό και να πληρώσει τον καλλιτεχνικό επιμελητή που ήταν ο Κάρολος Τσίζεκ. Και μετά να τα πάμε στα βιβλιοπωλεία για να τα μοιράσουμε.
Μέσα από εκεί βγήκαν και κριτικοί και λογοτέχνες. Υπήρχαν ομάδες. Ήταν μια παρέα. Ήταν η ομάδα των φωτογράφων, η ομάδα των ζωγράφων, η ομάδα των χαρακτών κτλ.
Κάθε βράδυ γινόταν συζήτηση. Και βέβαια γινόντουσαν πολλές εκδηλώσεις. Είτε σε βιβλιοπωλεία όπως ήταν ο Ιανός, όπως ήταν ο Ραγιάς, ο Μόλχο, ο Παρατηρητής. Υπήρχαν πινακοθήκες, η Διαγώνιος για 20 χρόνια μαζί με τον Χριστιανόπουλο. Πηγαίναμε στα σπίτια των καλλιτεχνών και παίρναμε τα έργα. Τους είχαμε χωρίσει σε τρεις ηλικιακές ομάδες και κάναμε συνήθως ομαδικές. Και όταν κάποιος έδειχνε ότι είναι ταλέντο, του κάναμε και ατομική.
Άμα πεις, λοιπόν, ήρθε η σειρά σου, φέρε μου έργα, θα σου στείλει ό,τι θέλει να ξεφορτωθεί. Εμείς πηγαίναμε εκεί. Και διαλέγαμε. Λοιπόν, αυτά τα πράγματα όλα καταργήθηκαν. Σήμερα τι γίνεται. Είτε είναι πολύ καλός, είτε δεν είναι πολύ καλός ή δεν αξίζει, μπορεί να πάει να παραγγείλει σε έναν εκδοτικό οίκο, ένα βιβλίο, και να πληρώσει. Αν δεν θέλει να δώσει λεφτά, να παρουσιαστεί σε ένα βιβλιοπωλείο, γιατί τώρα ζητάνε λεφτά, υπάρχουν τα μπαράκια, υπάρχει το Facebook. Μαζεύει 10-20 φίλους και μετά η κριτική έχει αντικατασταθεί από τα like.
Τώρα, πώς μπορείς να ξεχωρίσεις το ταλέντο, να το αναδείξεις; Διότι εγώ προσωπικά, ανάδειξα τα ταλέντα της μεταπολιτευτικής λογοτεχνίας. Με ονόματα.
-Όλες οι σχέσεις περνούν διακυμάνσεις. Ειδικά με τον Χριστιανόπουλο. Εγώ πέρασα μια φάση. Δεν ήξερα ότι θα γίνω, ότι έχω ταλέντο λογοτέχνη. Πιστεύω ότι για να γίνεις λογοτέχνης πρέπει να έχεις ένα μίνιμουμ ταλέντο. Και στον 20ο αιώνα επειδή η φύση είναι πολύ φειδωλή για να βγουν μεγάλα ταλέντα…Ποιο έβγαλε; Στην πεζογραφία έβγαλε τον Παπαδιαμάντη και στην ποιητική έβγαλε τον Καβάφη.
Λοιπόν όλοι αυτοί που γίνονται, έχουν ένα ταλέντο 15-20%. Το υπόλοιπο 80% είναι ιδρώτας. Εγώ ήμουν μανιώδης αναγνώστης. Είχα εθιστεί από το κολέγιο γιατί όταν μου δώσαν την υποτροφία με έβαλαν βοηθούμενο του βιβλιοθηκάριου και από εκεί μπήκα στη λογοτεχνία. Αργότερα έγραψα. Τα πήγα στο Χριστιανόπουλο και μου είπε «Εσύ είσαι ταλέντο». Και από εκεί και πέρα άρχισα.
Έφυγα από το επάγγελμα γρήγορα σε μία εποχή που το επάγγελμά μου ήταν ανθηρότατο. Βρέθηκα στη Σκύρο για να αφοσιωθώ στην λογοτεχνία.
Λοιπόν, αυτά τα πράγματα, ο καθένας που ερχόταν εκεί πέρα μέσα, ήταν δύσκολο να προσαρμοστεί, διότι ο χαρακτήρας του Χριστιανόπουλου ήταν ψυχοπαθολογικός αλλά και αυτοί που πήγαιναν εκεί είχαν και αυτοί τα δικά τους ψυχολογικά προβλήματα για να μην πω κουσούρια.
-Ο Ιωάννου μετά την πρώτη περίοδο της Διαγωνίου, έφυγε, στη δεύτερη έφυγε ο Ασλάνογλου. Λοιπόν, τα δέκα χρόνια εγώ πίστευα πάρα πολύ στον Χριστιανόπουλο ο οποίος ήταν και πολύ αυταρχικός. Δηλαδή είχα μία σχέση γέροντα με καλογερόπεδο. Άρχισε όμως σιγά σιγά να καταλαβαίνω τι γίνεται. Δηλαδή, σου έλεγε, έβγαλες βιβλίο, ωραία, θα σου δώσω εγώ που θα στείλεις. Και μεταξύ των οποίων, όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο από τη Διαγώνιο, το ‘’Χωρίς αντίκρισμα’’, δεν υπήρχε μέσα στη λίστα παραληπτών ο Ιωάννου τον οποίον εγώ εκτιμούσα χωρίς να τον ξέρω γιατί είχε πάει στην Αθήνα. Έδωσα λοιπόν ένα αντίτυπο στον Ιωάννου χωρίς να υπολογίσω στον Χριστιανόπουλο. Κάθε Παρασκευή ήμουν στην Αθήνα σε συνεδρίαση στον Πανελλήνιο, ρώτησα πού συχνάζει, μου είπαν σε ένα βιβλιοπωλείο δίπλα στο παλαιό της Εστίας. Πήγα, και κοίταζε κάτι περιοδικά. Πήγα και τον χαιρέτησα. Του λέω: ο κύριος Ιωάννου; Ναι μου λέει, ναι. Ήθελα πάρα πολύ να σας γνωρίσω. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Σας έχω στείλει και ένα βιβλίο έκδοση της Διαγωνίου. Μου λέει, α! Και γυρνάει το μούτρο του αλλού.
Το φαντάζεσαι αυτό. Λοιπόν, τέτοια πράγματα γινόντουσαν πολλά. Εγώ το κατάλαβα το 1986, όταν έβγαλα την Παραφυάδα. Το 1986 λοιπόν ο Καλούτσας μου λέει πως ο Χριστιανόπουλος λέει ότι είναι δικιά του και ότι εσύ είσαι ο αχυράνθρωπος που κάνεις τη δουλειά σου. Πήγα και του είπα: Τι είπες στον Καλούτσα; Λέει τον πιστεύεις τον Καλούτσα; Τα ίδια έλεγε σε μένα για τον Ιωάννου και τον Ασλάνογλου. Έγιναν με πολλούς τέτοια.
-Το μυαλό των ανθρώπων φεύγει από το κρανίο και πάει στο αριστερό χέρι που είναι το κινητό. Και τώρα με αυτήν την τεχνητή νοημοσύνη που θα χάσει πολλά συμβαίνει το εξής. Ότι οι άνθρωποι δεν θα σκέφτονται πια. Θα είναι διαχειριστές της τεχνολογίας που κάνουν άλλοι και αυτή η τεχνολογία είναι που θα καθορίζει τη ζωή τους και τον τύπο του ανθρώπου που θα υπάρξει. Διότι το μηχάνημα δεν μπορεί να σκεφτεί.
Όταν είσαι μέσα σε ένα δωμάτιο και η μόνη επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι να ακούς την τηλεόραση, γιατί περισσότερο την ακούω παρά τη βλέπω και να ακούς σταθερά το ραδιόφωνο, κάποτε σε πιάνει ένα είδος απογοήτευσης. Ιδίως με αυτά που βλέπεις να γίνονται τώρα τελευταία. Υπάρχει και ένα συναίσθημα, σε εμένα τουλάχιστον, αλλά το διαπίστωσα και σε άλλους υπερήλικες. Ότι η νεότερη γενιά, η δική σας, αλλά και η επόμενη γενιά, μας έχουν κάτι σαν βάρος. Ότι κάποτε πρέπει να τελειώνουμε, να φύγουμε.
-Όταν ήμουν νέος γιατρός υπήρχε μία τάση στον κόσμο να κρύβουν τις ασθένειες. Να κρύβουν αν κάποιος είχε, ας πούμε, στις αρχές της δεκαετίας του 50, κρύβανε ακόμα και τη φυματίωση. Καλά, κρύβανε οποιοδήποτε είχε μια διανοητική αρρώστια, μια σχιζοφρένια κτλ. Δεν θέλουν να το πούνε. Λίγο πριν, κρύβανε ακόμα και όποιος γινόταν ορφανός. Το να είσαι ορφανός ήταν, ξέρω εγώ, όνειδος. Επομένως εξαρτάται σε ποια εποχή. Στην εποχή που εγώ άσκησα τη ιατρική, δηλαδή από το ‘60 μέχρι το ‘94, σιγά σιγά τα πράγματα άλλαζαν. Και από εκεί και πέρα έπρεπε να ψυχολογείς με τι άρρωστο είχες να κάνεις. Ακόμα και μέσα στο σπίτι σου. Πρέπει να ξέρεις τον άλλον. Και για να ξέρεις τον άλλον, πρέπει να κάνεις μόνο ερωτήσεις που αφορούν την ασθένεια άντε να πάρουμε την αμοιβή για να φύγουμε. Αλλά πρέπει να ξέρεις να προσπαθείς να μπεις στην ψυχολογία του αρρώστου, να μπεις στο βαθμό που μπορεί να το δείξει.
Ο κόσμος είναι πάρα πολύ επιρρεπής να θέλει να ακούει ευχάριστα συνθήματα. Για να γίνεις καλός γιατρός, πρέπει να έχεις και καλό μυαλό. Λοιπόν σε πληροφορώ, ότι το 70% των γιατρών, δεν το διαθέτουν. Αλλά ο κόσμος, κάτω από την ταμπέλα του γιατρού, τους βάζει όλους μέσα.
-Πίστευα ότι μετά τη Χούντα τα κόμματα θα είχαν βάλει μυαλό και θα άφηναν έξω από τις κομματικές αντιπαλότητες τους τουλάχιστον δύο τομείς. Την ιατρική, την υγεία και την παιδεία. Έτσι λοιπόν, κατέβηκα ανεξάρτητα, χωρίς κανένα κομματικό στέμμα. Και βγήκα δύο φορές πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου βγάζοντας και τους 11 συμβούλους.
Άρα οι γιατροί το θέλανε.

-Την πρώτη φορά που εξελέγην πρόεδρος με έδιωξε η Χούντα, τότε το σύνθημα που ρίξανε τα κόμματα ήταν να μην πέσει ο Σύλλογος στα χέρια του χουντικού πρόεδρου. Την δεύτερη φορά, εγώ πάλι κατέβηκα χωρίς κομματική εξάρτηση. Άλλαξε το σύνθημα των κομμάτων.
Έλεγαν να μην πέσει ο σύλλογος στα χέρια κομμουνιστή προέδρου. Όσο ήμουν πρόεδρος άρχισαν να στρατολογούν από αυτούς τους συμβούλους που είχα βγάλει εγώ και ήταν ακομμάτιστοι κόσμο. Από τους 11 ακομμάτιστους μείναμε στο τέλος τέσσερις.
Αλλά εγώ πίστευα σε αυτά τα πράγματα ήξερα πώς λειτουργούν τα κόμματα, παρόλο που είχα προτάσεις από όλα τα κόμματα να με εντάξουν.
Αυτό το πράγμα συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Δεν είναι καταστροφικό. Τώρα το βλέπετε ότι έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ και στην πολιτική δημόσια σφαίρα. Δεν λέω ρε παιδί μου να συμφωνήσουμε σε όλα. Αλλά σε βασικά. Λοιπόν πώς παρηγοριέμαι λέγοντας ότι κοίταξε θα μπορούσες να έχεις γεννηθεί στην Γκάνα. Αυτή είναι η Ελλάδα. Αλλά αυτή η παρηγοριά σε έχει μέσα και το αίσθημα της παραίτησης. Ότι τα αποδέχομαι αυτά. Αποδέχομαι την κομματικοποίηση.
-Αποδέχομαι την ανομία. Αποδέχομαι την αδικία. Και πώς μπορεί να αλλάξει. Δεν ξέρω. Πολύ αμφιβάλλω ότι δεν μπορεί να αλλάξει. Διότι ζούμε σε μια εποχή όπου έξω από την Ελλάδα βλέπεις χειρότερα πράγματα. Και όταν λέμε να πούμε ότι καλά είμαστε εμείς, καλά είσαι σήμερα, αλλά άμα σε βρει κάτι παρά έξω, θα σε επηρεάσει και σένα.
Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι και η πολιτική σε παγκόσμιο επίπεδο θα έπρεπε να γίνει μια επιχείρηση που σύμμαχος είναι αυτός που δίνει λεφτά. Να κάνουμε business. Εμείς, μετά το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τα δύο μπλοκ που σχηματίστηκαν, ήμασταν στην ελεύθερη πλευρά πιστεύοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση το ΝΑΤΟ και τα λοιπά θα έφερναν μια σταθερότητα. Στην αρχή τη λέγαμε σταθερότητα του τρόμου γιατί ένας παγκόσμιος πυρηνικός πόλεμος θα ήταν και το τέλος.
Τώρα βλέπουμε ότι αυτό δεν ισχύει πια και δεν μπορείς να ξέρεις τι θα γίνει αύριο. Είναι περίεργο ότι τον ΟΗΕ βασικά το δημιούργησαν οι Αμερικάνοι με έναν τρόπο που να μην είναι αποτελεσματικός. Δηλαδή, όταν έχεις τις πέντε μεγάλες δυνάμεις μέσα που κάθε μια μπορεί να έχει βέτο, καμία απόφαση του ΟΗΕ δεν μπορεί να είναι περισσότερο από ευχολόγιο εκτός αν είναι για μικροπράγματα συμφωνήσουμε. Η κατάσταση ήταν σταθεροποιημένη όσο υπήρχαν τα δύο μπλόκα.
-Η Δύση και όταν λέω Δύση εννοώ Αμερική με την Ευρώπη και με την Ευρωπαϊκή Ένωση ήθελε να δείξει και ένα κοινωνικό πρόσωπο. Και πραγματικά υπήρχαν συστήματα υγείας τα οποία και εγώ γνώρισα προσωπικά στην Αγγλία εξαιρετικά. Έπεσε αυτό το πράγμα και η Σοβιετική Ένωση μετατράπηκε σιγά σιγά, χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι σε ένα καπιταλιστικό κράτος όπως και η Κίνα αλλά τελείως ολιγαρχικό που δεν μπορείς να έχεις την ελευθερία της γνώμης.
-Tο σκέφτηκα πάρα πολλές φορές αν μετάνιωσα για κάτι. Στη ζωή, πάντοτε έρχονται στιγμές που πρέπει να διαλέξεις έναν από δύο δρόμους που θα σε βγάλει διαφορετικά. Διαλέγεις έναν. Δεν μπορείς να μετανιώσεις γιατί το έκανες γιατί δεν ξέρεις τι θα γινόταν αν έπαιρνες τον άλλο. Και θα σου πω για τη δικά μου την περίπτωση: Εγώ ήμουν σε κόντρα με τον πατέρα μου. Διότι την εποχή εκείνη που εγώ ήμουνα μαθητής η προίκα ήταν θεσμοθετημένη. Όταν μου είπε ο πατέρας μου, δεν μπορώ να σε σπουδάσω, ο μόνος τρόπος για να πας στο πανεπιστήμιο είναι η στρατιωτική ιατρική σχολή με 1200 υποψήφιους για 32 θέσεις. Έτσι μπήκα εγώ. Με έβαλε σε ένα σχολείο όπου ήταν οι πιο πλούσιες νύφες.
Κι εγώ είχα ερωτευθεί την πέμπτη και πιο φτωχή κόρη ενός κηπουρού. Την πιο φτωχή. Στο κολέγιο, με το αμερικανικό σύστημα να μαζεύει εγκεφάλους από διάφορες χώρες, μου δόθηκε υποτροφία για το MIT.
Αλλά εγώ ήμουνα ερωτευμένoς. Την έκρυψα από τον πατέρα μου και πήγα στον κύριο Κάμπτον και του λέω, δεν μπορώ να την πάρω διότι έχω τους γονείς μου, την αδερφή μου και τα λοιπά. Την έδωσα σε έναν Πολυζώλη που χάθηκε. Και μετά εγώ αγωνίστηκα για να επιβιώσω.
-Θα μπορούσε να με ρωτήσει κανείς: Μετάνιωσες; Διότι και τον πατέρα μου που τον είχα κατηγορήσει, τότε εκείνος επέμενε για το δικό μου το συμφέρον. Ρε βλάκα, φτωχός είσαι. Σε βάζω εκεί πέρα μέσα που θα μπορούσες να πάρεις μία προίκα και να κάνεις μια πλούσια ζωή. Και εσύ μπαίνεις στη φτώχεια και να παλέψεις να τα κάνεις. Δεν μετάνιωσα, γιατί δεν ήξερα τι θα γινότανε. Καθόλου δεν μετάνιωσα. Έκανα αυτό που είπε ο Ξεξάκης για μένα: Τη ζωή μου τέχνη.
-Το πιο πολύτιμο μάθημα που πήρα είναι να μην λες ποτέ ότι τα ξέρεις όλα. Ότι δεν υπάρχει μία πραγματικότητα, αλλά όπως είναι τα δαχτυλικά αποτυπώματα των ανθρώπων υπάρχουν τόσες πραγματικότητες για τον καθένα. Αυτό που εσείς θεωρείτε πραγματικό και εγώ θεωρώ πραγματικό μπορεί να διαφέρει. Υπάρχουν μετά μερικοί που πρέπει να έχουν και χαμηλό IQ που δεν μπορούν να το παραδεχτούν, θεωρούν πως η δικιά τους πραγματικότητα είναι αυτή η οποία πρέπει να ακολουθηθεί και άμα δεν ακολουθηθεί τότε είσαι όχι αντίπαλος, είσαι εχθρός. Λοιπόν, άνθρωπος ο οποίος πει ότι τα ξέρει όλα, να τον φοβάσαι. Και φτάνεις πάλι στους αρχαίους. Εν οίδα ότι ουδέν οίδα.

Και ένα δεύτερο. Ο φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεγκωρ έλεγε ότι τη ζωή την καταλαβαίνεις κοιτάζοντας μπροστά. Όχι, τη ζωή την ζεις κοιτάζοντας μπροστά. Αν είσαι νέος πρέπει να καταλάβεις. Την καταλαβαίνεις κοιτάζοντας πίσω. Και εγώ είμαι στο πιο πίσω. Την καταλαβαίνω. Και πιστεύω ότι η αγνωμοσύνη και η απληστία είναι μέσα σε κάθε άνθρωπο. Εξαρτάται πώς μπορεί να την ελέγξει και από τις περιστάσεις.
Και θα σας πω και το εξής. Όταν ο Περικλής στον Επιτάφιο είπε ότι ο πόλεμος είναι συνυφασμένος με τη φύση του ανθρώπου. Αυτό το έγραψε ο Θουκυδίδης. Και δεν το δώσανε σημασία. Οι μαθητές όμως του Θουκυδίδη τους είπανε ‘’καλά, τι λέει ο Περικλής. Δηλαδή δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς πόλεμο;’’. Λέει ναι, μπορεί να ζήσει η ανθρωπότητα χωρίς πόλεμο, άμα μπορέσουμε να κάνουμε ένα άλλο είδους ανθρώπου.
-Βλέπω το σήμερα και αυτό είναι ότι μετά το 1990 υπάρχει μια απληστία στο χρήμα, όχι στην ποιότητα, αλλά στη σπατάλη, την αλόγιστη σπατάλη, τον ανταγωνισμό και αυτό που με στεναχωρεί πάρα πολύ. Αλλά αυτή είναι η εποχή. Είναι και η φύση του ανθρώπου όμως λίγο αυτό δυστυχώς. Γι’ αυτό το μόνο που μπορείς να κάνεις, για μένα μιλάω, είναι να μπορείς να συνεννοείσαι με λίγους ανθρώπους, να έχεις τον κηπάκο σου, που να πρέπει να περιποιείσαι, με λίγους ανθρώπους. Αν και όπως λέει και η φίλη μου η Ναυσικά που έρχεται κάθε Οκτώβριο και με επισκέπτεται στα γενέθλια μου, έρχεται από τη Νέα Υόρκη και αυτόν τον κηπάκο λέει κάπου κάπου πρέπει να τον ξεχορταριάζει.
To θάνατο όταν είσαι νέος και είσαι γερός δεν το σκέφτεσαι. Και είναι περίεργο ότι εγώ που είχα να κάνω συνέχεια με αρρώστους και με το θάνατο το σκεφτόμουν διανοητικά αλλά όχι άμεσα.
Πάντοτε έκανα διαθήκες πώς θα εξασφαλίσω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ζούσα εγώ τόσο πολύ. Όταν φτάνεις στην ηλικία που είμαι, τότε μετράει αυτό που λέμε ποιότητα ζωής. Όταν η ποιότητα ζωής καταντάει καταπιεστική, καταθλιπτική τότε δεν το φοβάσαι το θάνατο, θες να ξεκουραστείς. Αλλά πάλι δεν είμαι σίγουρος και γι’ αυτό. Δυο φορές που χειρουργήθηκα για καρκίνο έλεγα, Παναγιά μου, να μην ξυπνήσω. Ξύπνησα και τις δύο. Και βέβαια δεν είναι μικρό πράγμα.
-Φεύγω με μία πίστη. Ότι η ανθρωπότητα πέρασε πάρα πολλές κρίσεις. Τώρα, αν αυτή η τελευταία που η τεχνολογία ξεπερνάει τον άνθρωπο και τον κάνει υποχείριό της, θα αλλάξει τον κόσμο ή θα βρεθεί κάποιο τρελός και θα πατήσει τα κουμπιά και γεια σας. Εύχομαι να μην το ζήσω και αυτό.
Να μην το ζήσει κανείς. Είναι το χειρότερο.
