«Εδώ Μιλάμε για Λατρεία»: Μια αφιέρωση στους φίλους, το φιλμ και τα είκοσι κάτι
«Μεγάλωσα με μια κάμερα στο χέρι» : Μια συνέντευξη - κουβέντα με την Έλενα Βασιλείου, λίγο πριν τα εγκαίνια της πρώτης της ατομικής έκθεσης
Λέξεις: Στέφανος Παπανικολάου
Η Έλενα Βασιλείου είναι 20 χρονών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Ανήκει σε εκείνη τη φουρνιά νέων δημιουργών που δεν κάθονται ήσυχοι. Σπουδάζει Κινηματογράφο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και παράλληλα ολοκληρώνει τον πέμπτο κύκλο του Φωτογραφικού Εργαστηρίου Stereosis School of Photography, ένα εντατικό πρόγραμμα όπου οι σπουδαστές αναπτύσσουν ένα προσωπικό project υπό την καθοδήγηση έμπειρων φωτογράφων. Το δικό της project, όπως ήταν αναμενόμενο, είναι η έκθεση που μόλις εγκαινίασε.
Αλλά η σχέση της με την εικόνα ξεκινάει πολύ νωρίτερα. Από το δημοτικό τραβούσε φωτογραφίες, στη δευτέρα γυμνασίου πειραματιζόταν με άκυρες φωτομηχανές και φιλμ μιας χρήσης, και στο λύκειο είχε ήδη αρχίσει να «σκηνοθετεί» τις φίλες της σε λόφους με μπουφάν και περίεργα πουκάμισα, όπως κάνουν όλα τα παιδιά που ανακαλύπτουν ότι η κάμερα μπορεί να γίνει προέκταση του χεριού τους.
Πέρασε από τη θετική κατεύθυνση, σπούδασε στο Φυσικό για έναν χρόνο, «για την εξασφάλιση», όπως λέει γελώντας, μέχρι να καταλάβει ότι η ασφάλεια δεν έχει νόημα αν δεν κάνεις αυτό που αγαπάς. Έδωσε ξανά πανελλήνιες, μπήκε Κινηματογράφο και παράλληλα έκανε τα πρώτα της βήματα στη φωτογραφία πιο συστηματικά. Έκτοτε, έχει συμμετάσχει σε ομαδικές εκθέσεις (Lab Society στην Αθήνα, αλλά και σε διάφορους χώρους στη Θεσσαλονίκη), έχει δουλέψει πάνω σε φωτογραφίσεις μόδας για μικρά brands, έχει δοκιμάσει τα πάντα, από στημένο πορτρέτο μέχρι backstage ντοκουμέντο. Και το 2026, στα 20 της, παρουσιάζει την πρώτη της ατομική έκθεση με τίτλο «Εδώ Μιλάμε για Λατρεία» στην Pinakotheke Shop.
Η έκθεση είναι ένα γράμμα αγάπης προς τους ανθρώπους της. Μια συλλογή από στιγμές σε φιλμ, πάρτι σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, βραδιές σε σπίτια, εκδρομές στη φύση, ταξίδια, αγκαλιές, τσιγάρα που καπνίζονται με ένταση, νύχια βαμμένα φούξια, χαμόγελα και αμηχανίες. Όλες οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες με την Olympus μΙIΙ point and shoot που κουβαλάει παντού μαζί της, γιατί «η μαγεία του φιλμ είναι ότι βλέπεις το αποτέλεσμα στα χέρια σου, τυπωμένο, αληθινό».
Την πετύχαμε λίγες μέρες πριν τα εγκαίνια, σ’ ένα διάλειμμα από το στήσιμο, με καφέ στο χέρι και καμία διάθεση για σοβαροφάνεια. Η κουβέντα μας κράτησε ώρες, γελάσαμε, μπερδευτήκαμε, πήγαμε από το Letterboxd στα Τέμπη και από τον Λάνθιμο στο broken clock, αγαπημένο Skg spot. Αυτό που προκύπτει είναι μια συζήτηση για το τι σημαίνει να είσαι 20something το 2026, να μεγαλώνεις με μια κάμερα στο χέρι, και να προσπαθείς να προλάβεις τα πάντα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα ηρεμήσεις.
Πώς ξεκίνησαν όλα; Πότε κατάλαβες ότι η φωτογραφία είναι ο τρόπος σου να βλέπεις τον κόσμο;
Είχα έναν φίλο, τον Στέφανο, που φωτογράφιζε αναλογικά και θυμάμαι τον παρακολουθούσα και μου φαινόταν πολύ γαμάτο. Κάπως έτσι άρχισα να ψάχνομαι κι εγώ, να δοκιμάζω, να θέλω να δω πώς βγαίνει αυτό το πράγμα στην πράξη. Οπότε ναι, ο Στέφανος έπαιξε ρόλο χωρίς καν να το ξέρει. Στη δευτέρα λυκείου θυμάμαι είχα πάρει μια AGFA μηχανή και την είχα πάρει σε ένα ταξίδι στο Λονδίνο με τους γονείς μου. Αλλά πάντα με τραβούσαν οι άνθρωποι. Να τους παρατηρώ, να βλέπω πώς κινούνται, πώς αντιδρούν μέσα στην κοινωνία. Έπαιζα, πειραματιζόμουν πολύ παιδικά ακόμα.
Το κλικ όμως έγινε όταν πρωτοείδα φωτογραφίες μου τυπωμένες. Τις κράταγα στα χέρια μου και είπα «οκ, αυτό θέλω να κάνω». Από τότε είμαι πιστή στο αναλογικό και χρησιμοποιώ συνήθως έγχρωμο φιλμ, όπως Kodak Ultramax, FujiFilm 400, Mira 800…το οποίο το προμηθεύομαι (από την πρώτη φορά που ξεκίνησα, μέχρι σήμερα) από το Καπαφωτ.
Και πώς από εκεί κατέληξες να σπουδάζεις φυσικό;
Είναι αστείο γιατί οι επιστήμες πάντα μου άρεσαν. Τη φυσική τη λάτρευα. Και ναι, υπήρχε κι εκείνο το θέμα με την εξασφάλιση. Νομίζεις ότι θα είσαι πιο σίγουρος για το μέλλον σου. Σπόιλερ: δεν ισχύει. Ακόμα κι αν είχα τελειώσει φυσικό, μπορεί να ήμουν άνεργη. Δεν το μετανιώνω όμως καθόλου που το δοκίμασα, γιατί έμαθα πράγματα, πειθαρχία, και στο τέλος κατάλαβα ότι δεν μου αρκεί. Οπότε έδωσα ξανά πανελλήνιες, μπήκα Κινηματογράφου και παράλληλα έκανα και άλλα πολλά projects στο creative κομμάτι, βοηθώντας φίλους σε ταινίες μικρού μήκους, συμμετέχοντας σε φεστιβάλ και δημιουργώντας το δικό μου portfolio.
«Εδώ Μιλάμε για Λατρεία»: Πώς γεννήθηκε η ιδέα;
Αρχικά ήταν ένα πάρτι. Δεκέμβρης, ήθελα να κάνω κάτι για να μαζέψω όλη μου την παρέα και να τους δείξω όλες αυτές τις φωτογραφίες που είχα βγάλει μέσα στη χρονιά, γιατί νομίζω ότι έχω φωτογραφίσει όλο τον κύκλο μου, αλήθεια σου λέω. Είπα «θα τις τυπώσω σε διάφορα μεγέθη, θα τις κολλήσω στον τοίχο με ζιλοτέιπ, σαν αφίσες, και θα κάνουμε ένα πάρτι. Παρά πολύ άναρχο». Και σκέφτηκα να φτιάξω και ένα μικρό ζινάκι με όλες τις εικόνες, σαν αναμνηστικό.
Στο πάρτι λοιπόν έρχεται ένας φίλος μου, ο Ανδρέας, και μου λέει: «Ρε, γιατί δεν το κάνεις έκθεση;» Και του λέω «ε, καλά, τώρα…» Αλλά μετά το σκέφτηκα. Το είχα μέσα μου ότι ήθελα να το εκθέσω, δεν ήθελα να το ανεβάσω πρώτα στο ίνσταγκραμ ή κάπου αλλού. Ήθελα να το δει ο κόσμος από κοντά, τυπωμένο.
Και πώς προέκυψε ο τίτλος;
Το «Εδώ Μιλάνε για Λατρεία» είναι τραγούδι των Κόρε. Ύδρο. Το άκουγα εκείνη την περίοδο και ξαφνικά κάτι έκανε κλικ. Οι στίχοι μιλάνε για την Κέρκυρα, για ανθρώπους που είναι θεοί στον τόπο τους. Κι εγώ το μετέφερα στους ανθρώπους μου, στη δική μας παρέα, στη δική μας ηλικία, σ’ αυτή τη χαοτική δεκαετία. Το άλλαξα λίγο σε «μιλάμε» γιατί έτσι το νιώθω: εμείς μιλάμε για λατρεία. Εμείς λατρεύουμε τους γύρω μας, τις στιγμές, τη ζωή όπως τη ζούμε τώρα.
Στην έκθεση σου περιγράφεις τη δεκαετία 20–30 ως χαοτική. Εσύ τώρα το ζεις ως ελευθερία ή πίεση;
Και τα δύο μαζί. Για πρώτη φορά έχεις πλήρη ελευθερία να κάνεις ό,τι θες, και μαζί έρχεται η πίεση του «τι στο καλό θα κάνω με τη ζωή μου;». Δεν ξέρω ακόμα τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω. Μπορεί φωτογράφος, μπορεί σκηνοθέτης, σίγουρα κάτι δημιουργικό. Αλλά μετά μπαίνει και το θέμα με τα λεφτά, τη δουλειά, το πώς θα επιβιώσεις.
Πιέζομαι κιόλας ότι θέλω να προλάβω τα πάντα. Είμαι εκείνη που θα λέει στους φίλους «παιδιά, πάμε για after;» και θα μου απαντάνε «είμαι κουρασμένη, θέλω ύπνο». Και τους λέω: τώρα είσαι είκοσι, πότε θα το ξανακάνεις; Τι θα λες στα παιδιά σου; Αυτό το έχω φουλ στο μυαλό μου, το “τι θα λέω στα παιδιά μου” είναι η ατάκα που με τροφοδοτεί.
Οι φωτογραφίες σου μοιάζουν με προσωπικό αρχείο. Φωτογραφίζεις για να θυμάσαι ή για να καταλαβαίνεις καλύτερα όσα ζεις;
Συνδυασμός. Ειδικά αυτό το project είναι σαν οικογενειακό άλμπουμ, αντί για οικογένεια όμως, είναι η παρέα μου, η οικογένεια που διαλέγω. Νιώθω ότι αν δεν το καταγράψω, θα το χάσω. Και θέλω όταν έρθει το «τότε», να θυμάμαι ακριβώς τι κάναμε «τώρα». Οπότε ναι, το “τι θα λέω στα παιδιά μου” είναι και εδώ μέσα.
Γενικά, καθώς φωτογραφίζεις, πώς λειτουργείς; Πόσο στημένες είναι οι στιγμές; Υπάρχει, δηλαδή, σκηνοθεσία στις φωτογραφίες σου;
Λίγο. Αλλά με μέτρο. Μου αρέσει πολύ η στημένη φωτογραφία, να δημιουργείς κάτι από την αρχή όπως το είχες στο μυαλό σου. Αλλά στο συγκεκριμένο project θέλω να υπάρχει αυθορμητισμός. Μπορεί να είμαι σε ένα μπαρ, να δω κάποιον να πίνει το ποτό του με έναν συγκεκριμένο τρόπο, να σχηματιστεί μια εικόνα στο μυαλό μου και μετά να περιμένω να γίνει. Αλλά μπορεί και να του πω «περίμενε, κάντο άλλη μια φορά». Υπάρχει μια φωτογραφία στην έκθεση που είναι η παρέα μου μπροστά από ένα πράσινο βανάκι στην Αθήνα. Προφανώς έχουν στηθεί. Αλλά και πάλι έχει την αίσθηση του αυθορμητισμού. Δεν είναι “κάνε έτσι, γύρνα αλλιώς”. Είναι πιο πολύ «μείνε εδώ, αυτή η γωνία είναι ωραία».
Πώς καταλαβαίνεις ότι μια φωτογραφία αξίζει να μείνει;
Κυρίως με το ένστικτο. Δεν χρειάζεται να είναι η φωτογραφιάρα της ζωής μου. Αρκεί να με τραβάει, να έχει κάτι ανθρώπινο. Υπάρχουν και fillers σε μια έκθεση. Το ξέρω, το λέω πρακτικά. Αλλά ακόμα κι αυτά, έχουν κάτι. Και μετά υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που σε πιάνει η αδρεναλίνη, που πρέπει να προλάβεις το κάδρο, και το ένστικτο λειτουργεί μόνο του.
Οι φωτογραφίες σου δείχνουν έντονες στιγμές φιλίας. Πόσο σημαντική είναι η παρέα στη ζωή σου τώρα;
Πολύ. Είναι η οικογένειά μου αυτή την περίοδο. Αλλά δεν είναι μόνο η στενή παρέα, είναι και η κοινότητα, ο κόσμος γενικά, οι άνθρωποι που μας περιτριγυρίζουν. Ακόμα κι αυτοί που δεν είναι στην καρδιά του πράγματος, αλλά υπάρχουν εκεί, στις γωνίες, στις συναυλίες, στα πάρτι. Όλη η έκθεση είναι ένα γράμμα ευγνωμοσύνης σ’ αυτούς τους ανθρώπους που με αφήνουν να τους φωτογραφίζω σε ευάλωτες στιγμές, σε πάρτι, σε ταξίδια, σε εγκαταλειμμένα κτίρια, σε σπίτια. Χωρίς αυτούς δεν υπάρχει τίποτα.
Τώρα που ξεκινά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ως το απόλυτο φεστιβαλικό άτομα σε Θεσσαλονίκη και Ανάφη, θέλω λίγη Letterboxd θεραπεία. Πες μου top 4 ταινίες και γιατί.
Ωραία, πάμε! Αλλά θα εξηγήσω κιόλας, εντάξει;
Πρώτη, The Perks of Being a Wallflower. Την είδα στα 15 πρώτη φορά και την έχω δει άλλες 4-5 φορές. Έχω διαβάσει και το αγγλικό βιβλίο και το ελληνικό. Με έχει στιγματίσει πολύ καλλιτεχνικά, ήταν η πρώτη φορά που είδα ταινία και καθόμουν με τα μάτια ανοιχτά έτσι. Δεν ταυτίζομαι απαραίτητα με τον χαρακτήρα, αλλά με την κατάσταση, με τη νεανική φάση. Υπάρχει κι ένα ποίημα στο βιβλίο που δεν το έχει η ταινία, το διάβασα και έκλαιγα. Το έχω ακόμα στον τοίχο στο παιδικό μου δωμάτιο.
Κι αν ήσουν ένας χαρακτήρας;
Όχι, δεν ταυτίζομαι τόσο. Πιο πολύ με την όλη κατάσταση. Με αυτό που ονειρεύεται ένα δεκαεξάχρονο ότι θα είναι το λύκειο. Εγώ προσωπικά δεν ήμουν έτσι στο λύκειο, ήμουν πιο ήσυχη. Αλλά όταν πήγα 18, τα έσπασα όλα. Έκρηξη.
Δεύτερη, 500 Days of Summer. Αυτή είναι καταστροφή μου. Μ’ αρέσει που παρουσιάζει τους δύο χαρακτήρες τελείως διαφορετικά. Αν τη δεις μία φορά, θα πεις «τι ηλίθια η Summer». Αν την ξαναδείς, καταλαβαίνεις ότι ο Tom είναι hopeless romantic αλλά και χαοτικός. Δεν φταίει εκείνη που δεν του προσέφερε αυτό που ήθελε, απλά ήθελαν διαφορετικά πράγματα.
Εσύ με το μέρος της Summer, δηλαδή;
Ναι, και ξέρεις γιατί; Εκείνη ήταν ειλικρινής. Αυτός ήθελε να δει κάτι που δεν υπήρχε.
Τρίτη, Frances Ha. Ασπρόμαυρη, νεανική, coming of age. Την έχω δει πρόσφατα και μου ‘κλεψε την καρδιά. Πολύ Greta Gerwig ενέργεια.
Και τέταρτη, Little Women, γιατί λατρεύω Greta Gerwig, τι να κάνω , αλλά και American Psycho. Το ‘χω βάλει γιατί λατρεύω την ειρωνεία στην τέχνη, τη σάτιρα. Είναι άποψη.
Μίλησες για τις ταινίες, ας το πάμε και στη φωτογραφία. Πιστεύεις ότι η τέχνη πεθαίνει, όπως είπε πρόσφατα κάποιος γνωστός;
Ούτε καν. Καμία τέχνη δεν θα πεθάνει ποτέ, γιατί τις έχουμε ανάγκη σαν ανθρώπινο είδος. Ακόμα κι ένας άνθρωπος που δεν έχει διαβάσει βιβλίο στη ζωή του, ούτε έχει δει πίνακα, η μουσική που ακούει καθημερινά είναι τέχνη. Η αρχιτεκτονική της πόλης είναι τέχνη. Είναι παντού. Μου φάνηκε πολύ αστείο να το λέει αυτό ένας άνθρωπος που ασχολείται με τις τέχνες, ότι δύο από τις top μορφές της, η όπερα και το μπαλέτο, πεθαίνουν. Σορρύ, αλλά όχι.
Επανερχόμενος στα δικά σου: Πώς λειτουργείς όταν φωτογραφίζεις; Είσαι πιο χύμα ή έχεις ένα πλάνο;
Κοίτα, στο συγκεκριμένο πρότζεκτ θέλει να είσαι πιο free. Αλλά σίγουρα έχω κάτι στο μυαλό μου πριν βγω. Αλλά και το ένστικτο παίζει τεράστιο ρόλο. Πολλές φορές γίνεται κάτι και απλά τραβάω, η αδρεναλίνη, το “να το προλάβω”. Γι’ αυτό και χρησιμοποιώ συνήθως μια μικρή point-and-shoot φιλμ, δεν έχω χρόνο για ρυθμίσεις. Η άλλη, η NIKON SLR, είναι πιο manual, αλλά αυτή εδώ είναι προέκταση του χεριού μου.
Πιστεύεις ότι μέσα από τη φωτογραφία καταλαβαίνεις καλύτερα τον κόσμο;
Ναι, 100%. Και τον εαυτό μου μέσα από αυτόν. Δεν φωτογραφίζω μόνο ένα είδος ανθρώπων, δοκιμάζω, ανακαλύπτω. Και κάθε φορά βγάζω και κάτι για μένα. Δεν φωτογραφίζω για να θυμάμαι μόνο. Αλλά και για να αντιλαμβάνομαι.
Υπάρχει κάποια εικόνα στην έκθεση που για σένα συμπυκνώνει όλο το πρότζεκτ;
Έχω τρεις στο μυαλό μου, είμαι λίγο maximalist, τι να κάνω. Αλλά να σου πω μία: είναι η Μαρία, με τα έντονα φούξια νύχια. Καπνίζει. Την είδα σε ένα πάρτι στο Πολυτεχνείο, καθόταν, είχε βάψει τα νύχια της φούξια, και της λέω «ρε Μαρία, βάλ’τα λίγο μπροστά στο πρόσωπο και βγάλε καπνό». Είχε σκηνοθεσία; Λίγη. Αλλά βγήκε και λίγο θολή λόγω της point-and-shoot, δεν εστίασε καλά. Κι αυτό το θόλωμα, μαζί με το έντονο ροζ, για μένα είναι το πρότζεκτ. Loud, νεανικό, αληθινό, Gen Z.
Μιας και το ‘πες: θεωρείς ότι η γενιά σου, η Gen Z, έχει ταυτότητα;
Νιώθω ότι είμαστε πολύ δραστήριοι. Δεν σταματάμε ποτέ. Αλλά έχουμε και μηδέν υπομονή, πάμε από το ένα θέμα στο άλλο, attention span μικρό. Από την άλλη, έχουμε και πολλά θέματα στα χέρια μας. Ο κόσμος καταστρέφεται μπροστά μας, οπότε αντιδράμε. Βγαίνουμε έξω, φωνάζουμε, διεκδικούμε. Αυτό μ’ αρέσει.
Βρέθηκες στην πορεία για τα Τέμπη φέτος. Πώς το βίωσες μέσα από τον φακό;
Ήταν διαφορετικά. Πέρυσι είχα τραβήξει με φιλμ, αλλά φέτος ήθελα να το κάνω με digital γιατί ήθελα αμεσότητα. Δεν ήθελα καθόλου την αισθητική του φιλμ εκεί, ήθελα κάτι πιο ωμό, πιο άμεσο. Και νομίζω ότι κάθε χρόνο θα βγαίνω. Θέλω να καταγράφω όχι μόνο το γεγονός, αλλά την αγανάκτηση, τον κόσμο όπως είναι. Με ειλικρίνεια.
Προσπαθώ να είμαι ουδέτερη; Όχι. Δεν θέλω. Θέλω να υποστηρίξω με τον τρόπο μου όσα συμβαίνουν. Η καταγραφή είναι ο τρόπος μου να λέω κάτι. Μικρός τρόπος, αλλά δικός μου.
Λίγα λόγια για τη Θεσσαλονίκη. Είπες ότι σκέφτεσαι να φύγεις κάποια στιγμή. Σε πειράζει η πόλη;
Δεν με πειράζει, την αγαπάω. Αλλά θέλω να δω κι αλλού. Έχω βρεθεί και στο εξωτερικό, π.χ. στο Παρίσι, στη Φλωρεντία, όπου έμαθα πολλά. Αλλά όσο είμαι εδώ, την εξερευνώ. Τα μαγαζιά, οι δρόμοι, η Καμάρα, η Άνω Πόλη, είναι όλα έμπνευση. Και το φεστιβάλ κινηματογράφου είναι κόσμημα για την πόλη. Κρίμα που δεν πρόλαβα φέτος το Kitkat, έγινε sold out. Του χρόνου.
Είπες πριν ότι η Θεσσαλονίκη σε εμπνέει. Νιώθεις ότι είναι κομμάτι σου;
Ναι, τελείως. Αν είχα μεγαλώσει Αθήνα, δεν θα ήμουν έτσι. Δεν το λέω αρνητικά, απλά η Θεσσαλονίκη έχει μια κουλτούρα, μια αμεσότητα. Είναι μεγαλούπολη αλλά δεν είναι. Παντού θα βρεις έναν γνωστό, θα κάτσεις μαζί του, θα τα πιείτε. Είναι πολύ αυθόρμητη σαν πόλη. Και καλλιτεχνικά. Γι’ αυτό με θεωρώ πολίτη της Θεσσαλονίκης.
Τι έχεις μάθει για τους φίλους σου μέσα από τη φωτογραφία; Τους παρατηρείς συνεχώς. Τι σου έχει αποκαλύψει αυτό;
Νομίζω ότι τους έχω μάθει καλύτερα απλά παρατηρώντας τους. Λειτουργώ σαν τρίτος παρατηρητής μερικές φορές, και βλέπω πράγματα που αλλιώς δεν θα πρόσεχα. Το πώς φέρονται, πώς αντιδρούν, πώς είναι όταν νομίζουν ότι δεν τους κοιτάει κανείς. Είναι σαν να τους ανακαλύπτω ξανά.
Αν έπρεπε να περιγράψεις τη γενιά των 20something με μία εικόνα, όχι φωτογραφία, εικόνα στο μυαλό σου, τι θα είχε;
Έχω σκεφτεί αυτό: ένα σπίτι μετά από πάρτι. Ο καναπές είναι σπρωγμένος λίγο πιο πίσω γιατί τον έχουμε μετακινήσει για να χορεύουμε. Κάποιος κοιμάται πάνω στον καναπέ, με ανοιχτό το στόμα, τελείως άτσαλα. Μπροστά, δύο παιδιά χορεύουν ανεξέλεγκτα. Και υπάρχει κι ένας τρίτος τύπος που απλά στέκεται, καπνίζει και παρατηρεί. Κοινότητα, χάος, αλλά και αποδοχή. Ο ένας κοιμάται, οι άλλοι χορεύουν, κάποιος απλά υπάρχει. Όλοι μαζί, αλλά ο καθένας στη φάση του. Αυτό είναι.
Τι σημαίνει «λατρεία» σήμερα; Το άλλαξες από «μιλάνε» σε «μιλάμε». Γιατί;
Καλά, σίγουρα για να μην κλέψω τελείως το τραγούδι – copyright ζητήματα. Αλλά πιο πολύ γιατί όταν το άκουγα, το συνέδεσα με εμάς. Με την παρέα μου, με τη φάση μας. Οι Κόρε. Ύδρο λένε για ανθρώπους που είναι θεοί στον τόπο τους. Εμείς, στη δική μας ηλικία, στη δική μας χαοτική δεκαετία, είμαστε θεοί του εαυτού μας. Έχουμε και δεν έχουμε τον έλεγχο. Αλλά λατρεύουμε. Τους φίλους μας, τις στιγμές, τη μουσική, την τέχνη.
Αν κάποιος φύγει από την έκθεση με ένα μόνο συναίσθημα, ποιο θα ήθελες να είναι αυτό;
Τη second-hand χαρά. Να δει μια παρέα να περνάει καλά, και να το νιώσει κι εκείνος λίγο. Ακόμα κι αν δεν ήταν εκεί, να πάρει μια γεύση από όλη αυτή την ενέργεια. Την ευτυχία που υπάρχει μέσα στις εικόνες.
Θα σε ρωτήσω κάτι τελευταίο, επειδή δεν απάντησες. Αν έπρεπε ορίσεις τι σημαίνει για σένα «λατρεία» σήμερα, τι θα έλεγες;
Να κάνω τέχνη με τους ανθρώπους που αγαπάω γύρω μου. Απλοϊκό, αλλά αληθινό. Λατρεία είναι και η Ανισόπεδη Ντίσκο, και οι Κόρε. Ύδρο, η ελευθερία, η αλήθεια, το τώρα, η φιλία. Λατρεία είναι ό,τι σε κάνει να νιώθεις ζωντανός.
Ταυτότητα έκθεσης: «Εδώ Μιλάμε για Λατρεία» | Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλείου | Διάρκεια: 6 Μαρτίου – 17 Απριλίου 2026
*Ο Στέφανος Παπανικολάου είναι μαθητής ανθρωπιστικών σπουδών












